Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Μια Ανάμνηση

Σήμερα έτυχε και πέρασα από μια περιοχή που έχω χρόνια να περάσω.
Εκεί έμενε ένας παλιός μου φίλος που τον έχω χάσει πια, και με τον οποίο έχω να μιλήσω χρόνια.
Σε αυτήν την περιοχή έμενε τότε πριν παντρευτεί με τους γονείς του, και λίγα στενά πιο κάτω έμενε η γιαγιά του, η γιαγιά Αγάπη, όπως την έλεγα και εγώ, και ας μην ήταν δική μου γιαγιά.
Αυτήν την γριούλα την είχα γνωρίσει με ένα περίεργο τρόπο.
Ήταν Κυριακή των εκλογών το 1996, αν θυμάμαι καλά, και είχα βρεθεί με αυτό τον φίλο μου στο εκλογικό κέντρο, που ψηφίζαμε.
-Επ τί κάνεις βρε? Ηρθες για ψόφο μου λέει.
-Φτού φτού φτού, πρωί πρωί, όχι, για ψήφο ήρθα.
-Τι λες, πάμε μετά από το δημοκρατικό μας δικαίωμα για καφέ και κερασόπιτα?
-Μπά, έχω να πάω τους δικούς μου σπίτι, και μετά να πάω να πάρω την γιαγιά μου, να ψηφίσει. Ακούς εννενηντακαιβάλε χρονών γυναίκα, θέλει να ψηφίσει, και μου έτυχε εμένα ο κλήρος.
-Έλα καημένε, του λέω, δώσε στούς δικούς σου το αυτοκίνητο, και πάμε να την πάρουμε με το δικό μου. Αντε και έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε. Άντε ξεκούνα.
Αφού με κοίταξε για μερικά λεπτά, πήγαμε στούς δικούς του, και μετά τις σχετικές διαβουλεύσεις, βρεθήκαμε μαζί στό αυτοκίνητο μου στό δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς του.
Μπήκαμε σέ έναν δρόμο, που έλεγες ότι δεν ήσουν στήν Αθήνα του '90.
Σπίτια χαμηλά, με αυλές, πολύχρωμοι κήποι γεμάτοι λουλούδια, και μυρωδιές από αυτές που οι κάτοικοι αυτής της πόλης, τείνουν να ξεχάσουν.
Σταματήσαμε μπροστά σε μια μονοκατοικία με έναν καταπληκτικό κήπο, γεμάτο τριανταφυλλιές, γαρδένιες, γιασεμιά, τακτοποιημένα με τόση μαεστρία που θα έλεγες ότι κάποιος μαιτρ του είδους είχε βάλει το χεράκι του.
Στην δεξιά άκρη της αυλής υπήρχε μια μεγάλη λεμονιά, που άπλωνε τα κλαριά της ολόγυρα, και από κάτω τρείς καρέκλες και ένα τραπεζάκι, όπου καθόταν η γιαγιά του και απολάμβανε τις λιακάδες παρέα με την "Μαρία" και τον καφέ της όπως μου είπε
Ανεβήκαμε τα τρεία σκαλιά της εισόδου και ο φίλος μου χτύπησε την πόρτα.
Μας άνοιξε ένας μπόμπιρας, ίσα με τεσσάρων χρόνων.
-Μαμαααααα, είναι ο .......... και ένας άλλος κύριος.
-Είναι ο γιός τής "Μαρίας", μου είπε, της γυναίκας που μένει μαζί με την γιαγιά.
Ηρθε μια γυναίκα γύρω στά τριάντα και ανοίγοντας την πόρτα μας κάλεσε να μπούμε.
-Περάστε, καθίστε, η γιαγιά είναι έτοιμη, και σας περιμένει.
Μπήκαμε μέσα. Το εσωτερικό του σπιτιού παρέπεμπε σε μια άλλη εποχή. Τα έπιπλα, τα διακοσμητικά, τα φωτιστικά, έλεγες ότι μπήκες σε λαογραφικό μουσείο. Τα πάντα έλαμπαν από καθαριότητα και ήταν τακτοποιημένα με μια εκπληκτική αρμονία.
Πήγαμε στο καθιστικό, εκεί μας περίμενε η γιαγιά του.
Μία ηλικιωμένη γυναίκα, συνταξιούχος δασκάλα, που με τίποτε δεν την έκανες εννενηντακαιβάλε, εξηνταπέντε, εβδομήντα το πολύ, από εκείνες που με μια ματιά σου λένε πώς σε λένε, τη είσαι, και τη μάρκα τσιγάρα καπνίζεις.
Καθόταν σε μια σκουροπράσινη πολυθρόνα και φορούσε ένα σκούρο μπλέ φόρεμα περασμένης μόδας με κεντήματα.
Με το δεξί της χέρι κρατούσε από το πάνω μέρος ένα μπαστούνι με ασημένια λαβή, ενώ το άλλο το είχε ακουμπισμένο στό μπράτσο της πολυθρόνας.
Από πίσω μια βαριά πράσινη κουρτίνα.
Το όλο σκηνικό θύμιζε περισσότερο ζωγραφικό πίνακα παρά την πραγματικότητα.
-Καθίστε παιδιά μου, μας είπε δείχνοντας μας έναν καναπέ, Θα πάρετε έναν καφέ?
Με την λέξη καφέ παλουκωθήκαμε στόν καναπέ, και μόνο την γλώσσα έξω δεν βγάλαμε.
-Να κάτσουμε γιαγιά.
-Μαρία, γύρισε και είπε, θα ψήσεις καφέ για όλους μας κόρη μου?
-Ναι γιαγιά, απάντησε εκείνη και πήγε στήν κουζίνα, να ετοιμάσει τους καφέδες.
-Αυτός ποιός είναι? δεν θα μου τον συστίσεις? είπε στόν εγγονό της.
Με σύστησε και μετά από την σχετική "ανάκριση", που μένεις ποιανού είσαι, τί δουλειά κάνεις, εμείνε σιωπηλή, κοιτώντας επιδοκιμαστικά τον έγκονά της.
Εγώ έμεινα να κοιτάζω γύρω μου σαν χαμένος το σπίτι, καθισμένος αναπαυτικά στόν καναπέ.
-Αν θέλεις να καπνίσεις γιόκα μου, μου είπε ελεύθερα, να, τασάκι έχει πάνω στό τραπεζάκι.
Το να καπνίσω σε ένα τέτοιο χώρο μου φάνικε ιεροσυλία, και δεν μου πήγαινε να λερώσω και το τασάκι, ένα από αυτά τα μεγάλα κρυστάλλινα σκαλιστά τασάκια, που θα άπρεπε κανονικά να βρήσκετε μέσα στήν προθήκη κάποιου μουσείου, μαζί με το τραπεζάκι και το διακοσμητικό ολόλευκο κέντημα που ήταν ακουμπισμένο επάνω.
-Ευχαριστώ, δεν θέλω να καπνίσω τώρα, απάντησα.

Στό μεταξύ η "Μαρία" έφερε τους καφέδες, και πίνοντας μιά γουλιά ο φίλος μου σχολίασε

-Μα καλά βρέ γιαγιά, έπρεπε να βάλεις τα καλά σου για να πάς να ψηφίσεις?

-Μα τί λες παιδί μου, του απάντησε εκείνη, η ψήφος είναι πολύ σημαντικό πράγμα, είναι φωνή λαού, Ξέρεις πόσοι προσπάθησαν να φιμώσουν τον λαό? Ξέρεις πόσες φορές έβαλαν στό στόμα του λαού λόγια που ποτέ δεν είπε? Και τώρα που μπορούμε να μιλήσουμε, να πούμε αυτό που έχουμε να πούμε, εμείς πρέπει να μιλήσουμε, πρέπει να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι αυτοί υπηρετούν εμάς και όχι εμείς αυτούς.


Είναι πολύ σημαντική αυτή η μέρα γιαυτό έβαλα τα καλά μου.

Εμεινα να κοιτώ την "γιαγιά" αποσβολωμένος.

-Αντε, ας πηγαίνουμε τώρα, είπε η "γιαγιά" και σηκώθηκε από την καρέκλα της.

Μπήκαμε στό αυτοκίνητο και πήγαμε στό εκλογικό κέντρο, η γιαγιά Αγάπη μπήκε στό εκλογικό κέντρο και ψήφισε με μια κατανικτικότητα σαν να ήταν σε εκκλησία.

Την πήραμε με τον φίλο μου και την πήγαμε σπίτι της.

Την επόμενη φορά που είδα την "γιαγιά" ήταν περίπου ένα μήνα μετά, όταν γυρνώντας, από το σπίτι του φίλου μου, είδα την "Μαρία" να μεταφέρει τα ψώνια στό σπίτι, ήταν αρκετές σακούλες , και έχοντας και το μικρό μαζί της δεινοπαθούσε στόν δρόμο για το σπίτι.

Προσφέρθικα να τη μεταφέρω, και λίγο μετά βρισκόμουν στό καθιστικό της γιαγιάς, με ένα φλιτζάνι καφέ στό χέρι και ένα κομμάτι κέικ.

Η συζήτηση κάποια στιγμή ήρθε και στά γεγονότα στή γειτονική Γιουγκοσλαβία.

-Είναι κακό πράγμα ο πόλεμος γιέ μου, μου είπε, αναστατώνεται ο κόσμος, γίνονται καταστροφές, οι άνθρωποι τρελαίνονται και κάνουν ανήκουστα πράγματα. Μακάρι να δώσει ο Θεός να σταματήσουν για πάντα και να πάψουν οι άνθρωποι να υποφέρουν από αυτόν, αλλά οι άνθρωποι είναι θηρία παιδί μου, γιαυτό και δεν θα πάψουν ποτέ.

-Να, συνέχισε, η "Μαρία" είναι απ' εκεί, έχασε την οικογένειά της εκεί και για να σωθεί αυτή και το παιδί της, το έσκασε και ήρθε στήν Ελλάδα.

Συζητήσαμε μέ την γιαγιά γιά αρκετή ώρα ακόμα και έφυγα για μια ακόμα φορά εντυπωσιασμένος από αυτή την ηλικιωμένη γυναίκα.

Από τον φίλο μου έμαθα και την ιστορία της "Μαρίας".

Μέ τα γεγονότα στήν Γιουγκοσλαβία είχε χάσει την οικογένειά της και είχε έρθει λαθραία στήν Ελλάδα.

Η γιαγιά την βρήκε στήν είσοδο του απένατη σπιτιού, μούσκεμα από την βροχή της προηγούμενης νύχτας, με το μωρό στήν αγκαλιά να τουρτουρίζει από το κρύο και την μάζεψε στό σπίτι της. Ψυχοκόρη της.

Μέσα σε έξη μήνες ή "Μαρία" όπως την είχε ονομάσει η γιαγιά, είχε μάθει Ελληνικά, Γερμανικά και Ιταλικά από την γιαγιά, και είχε και χαρτιά νόμιμης παραμονής στήν χώρα μας, και εκείνη, η "Μαρία", πρόσεχε την "γιαγιά" σαν να ήταν η δική της "γιαγιά", για να μην πω καλύτερα.

Ο καιρός περνούσε και εγώ όποτε έβρισκα ευκαιρία επισκεπτώμουν την "γιαγιά", και πάντα έφευγα από εκεί εντυπωσιασμένος από αυτά που έλεγε, λόγια γεμάτα σοφία, από την εννενηντακεβάλε εμπειρία της στήν ζωή.

Ο φίλος μου κάποια στιγμή παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του, και μοιραία αρχίσαμε να χανόμαστε, οι βόλτες που κάναμε σταμάτησαν, τα τηλέφωνα αραίωσαν, και όπως ήταν φυσικό έχασα και την επαφή μου με την εκπληκτική γιαγια του.

Κάποια στιγμή πήρα τηλεφωνώ τον φίλο μου, να δω τί κάνει. Τον βρήκα αναστατωμένο.

Ξέρεις, μου είπε, η γιαγιά πέθανε εχθές και ετοιμαζόμαστε για την κηδεία της σήμερα......,

Αφού ζήτησα λεπτομέρειες για το που και τί ώρα, ετοιμάστηκα και πήγα και εγώ.

Ήθελα να αποχαιρετίσω αυτήν την γριούλα, που τόσο πολύ με εντυπωσίαζε με αυτά που έλεγε, και την στάση ζωής της.

Εφτασα στήν εκκλησία, του κοιμητηρίου, μπήκα μέσα και χαιρέτησα για τελευταία φορά την γιαγιά, δίπλα στό φέρετρο, ή Μαρία με το μικρό να την κρατά από την μακριά φούστα που φορούσε, να κλαίει σπαρακτικά την γιαγιά που έχασε, και πιο δίπλα οι λοιποί συγγενείς να συζητούν τα κληρονομικά και να ψάχνουν τρόπους να ξεφορτωθούν την πουτάνα, έτσι αποκαλούσαν την "Μαρία", που υπήρχε περίπτωση ή γριά να της είχε αφήσει το σπίτι.

Αυτή όμως νοιαζόταν μόνο για τον άνθρωπο που έχανε, και έμενε εκεί, πάνω από το φέρετρο να κλαίει, και όταν μετέφεραν την γιαγιά στήν τελευταία της κατοικία και την τοποθετούσαν σε αυτήν, ή "Μαρία", η πουτάνα, όπως την αποκαλούσαν οι λοιποί συγγενείς, λιποθύμησες δυό φορές από τις φωνές και τα κλάματα, ενώ κάποιοι άλλοι, συγγενείς συζητούσαν ακόμα τα κληρονομικά και συμφωνούσαν στά μελλοντικά σχέδια τους.

Στό καφενείο η "Μαρία" δεν ήρθε, έμεινε εκεί, σαν στήλη άλατος με το μικρό της γιό να την κρατά από την φούστα της, να μοιρολογεί την γιαγιά, την οικογένεια που ο Θεός τής πήρε για δεύτερη φορά.

Η "Μαρία" γύρισε σπίτι, και απ' ότι έμαθα από τον φίλο μου, μάζεψε τα πράγματα της και το μόνο που πήρε από το σπίτι, ήταν μια φωτογραφία τής γιαγιάς και χάθηκε, μόνο στήν ημέρα του θανάτου της γιαγιάς εμφανίζετε, και αφήνει πάνω στό κρύο μάρμαρο του τάφου της λίγα λουλούδια, και τελικά είναι ή μόνη που έμεινε να θυμάτε την "γιαγιά", και να την επισκέπτετε κάθε χρόνο την ίδια μέρα, όσο για το σπίτι έμεινε εκεί να ρημάζει μόνο και απεριποίητο.

Σήμερα, μετά από χρόνια, που πέρασα από εκεί το σπίτι τής γιαγιάς δεν υπήρχε, όπως και πολλά από τα μικρά σπιτάκια με τους κήπους, που έκαναν τον δρόμο αυτόν να ξεχωρίζει μέσα στό γκρίζο της πόλης, εξαφανίστηκε, και στήν θέση του υπήρχε μια πολυκατοικία.

Κοντοστάθηκα, και θυμίθηκα, το σπίτι με τον εκπληκτικό κήπο, και την ξεχωριστή κάτοικό του, που τίποτε πια από αυτά δεν υπήρχε, παρά μόνο στήν μνήμη μου και στίς καρδιές τών ανθρώπων που είχαν γνωρίσει, και αγαπήσει αυτόν τον εκπληκτικό άνθρωπο.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

Σουηδός Μάγειρας

Εχμ, λοιπόν, επειδή έχω δει ότι πολύ ασχετίλα πέφτει γενικά στην περιοχή σχετικά με την μαγειρική, προσκάλεσα στο Blog μου έναν διάσημο Σουηδό σεφ να σάς δείξει μερικές συνταγές μαγειρικής.

Ας αρχίσουμε με κάτι απλό και γρήγορο ΑΥΓΆ




Συνεχίζουμε με HOT DOG




Κεφτεδάκια




Μία Σαλάτα, απαραίτητη σε κάθε τραπέζι,




Και φυσικά γλυκό. ΝΤΟΝΑΤΣ




Ελπίζω το μάθημα να σάς φανεί χρήσιμο

Καλημέρα και καλή όρεξη

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Ξεφύγαμε ρεεεεεεεεε!!!!!!!!!!!! Δεν πάω καλαααααα

Πήρα μια πρόσκληση από την φίλη blogger Roadartist, να λάβω και εγώ μέρος στο παιχνίδι για το που θα ήθελα να δω γραμμένο, "μην γελάτε ρε, τι αστείο είπα?" το blog μου.
Να λοιπόν τα αποτελέσματα και μη χειρότερα.
Τα είδα και εγώ και έκανα τον σταυρό μου!!!!!!!!!!!
Έχουμε λοιπόν και λέμε








Και έχει και άλλο μην σταυροκοπιέστε ακόμα












Και το τελειωτικό χτύπημα είναι αυτό





Εγώ τώρα πάω γιά τα χάπια μου. Περαστικά μου
Μπουαχαχαχαχαχαχαχαχαχα

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Μία αγάπη ακόμα.....Μερος Βου

..Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, και εκείνη ξύπνησε, άνοιξε τά μάτια, και γύρισε να δεί. Ηταν μόνη, μέσ' το δωμάτιο, ακουγόταν χαμηλά μουσική από το σαλόνι, σηκώθηκε από το κρεβάτι και τυλίχτηκε με το σεντόνι.

Αυτός την άκουσε, χτύπησε την πόρτα, και μπήκε μέσα στό δωμάτιο.

Την έπιασε από το χέρι, το σεντόνι έπεσε στό πάτωμα αποκαλύπτοντας το γυμνό κορμί της.

-Έλα, το μπάνιο είναι έτοιμο, της είπε,και την οδήγησε μπροστά σε μια γεμάτη και αρωματισμένη μπανιέρα.

Την πήρε στά χέρια και την ακούμπησε μαλακά μέσα, έβγαλε τα ρούχα του, και μπήκε και αυτός. [Τώρα είναι ευκαιρία. πνίχτη να τελειώνουμε Μπουαχαχαχαχαχαχα]

Άρχισαν να τρίβονται με το σφουγγάρι και κατέληξαν να παίζουν γελόντας, βρέχοντας ό ένας τον άλλο και κάνοντας φούσκες με τους αφρούς.

Βγήκαν έξω [ΕΕΕΕΕ! Ρε συ ερωτευμένος είσαι? Ξέχασες να την πνίξεις!!!] στέγνωσαν και ντύθηκαν, εκείνη ετοίμασε πρωινό και έβαλε του γάτου φαϊ στό πιατάκι του. [ Πώς!!!! σλούρπ, γάλα με μπέικον για πρωινό? Προσπαθείς να με δωροδοκήσεις ΕΕΕΕ!!!! Να έχεις την ευαρέσκεια μου ΕΕΕΕΕ!!!! Ε μάθε, χλάπ, ότι, χλούπ, δεν αγοράζομαι, μανχ, εγώ, σλούρπ, νοστιμότατο χλάπ, ή μήπως αγοράζομαι νιάμ, τέλος πάντων, θα έχεις την ευαρέσκεια μου όσο εγώ θα, χλουπ σλουρπ, έχω μπέικον γιά πρωινό]

Αργότερα βγήκαν έξω γιά μεσημεριανό φαγητό, και τό απόγευμα τους βρήκε σε ένα παγκάκι αγκαλιά να βλέπουν αμίλητοι το ηλιοβασίλεμα.

Ένα ηλιοβασίλεμα γεμάτο χρώματα, λες και η φύση το είχε ετοιμάσει ειδικά για αυτούς.

Λίγο αργότερα την πήγε σπίτι της.

-Ενιωσα σαν πριγκίπισσα, ήταν το ομορφότερο Σαββατοκύριακο της ζωής μου, του είπε, τον αγκάλιασε, και του έδωσε ένα γλυκό, ζεστό φιλί που διήρκισε αρκετά λεπτά.

Γύρισε σπίτι, μπήκε μέσα, το σπίτι ακόμα μύριζε το άρωμά της, κάθισε στόν καναπέ, έβαλε μία μουσική στό cd, και αφού άναψε ένα τσιγάρο άρχισε να ονειροπολεί [σιγά χριστιανέ μου, θα κολλήσουμε από τα μέλια, σιγά συγκρατήσου. Ερε τι πάθαμεεεεεε. Ο γατοΘεός να βάλει το χέρι του μην πάθουμε καμιά λαχτάρα]

Πέρασε καιρός από κείνο το Σαββατοκύριακο, ακουλούθισαν και άλλα μαγευτικά, συναρπαστικά σαββατοκύριακα, εκείνος κυριευμένος από έρωτα, την πρόσεχε, και έκανε, τα πάντα για να την κάνει να είναι χαρούμενη, όπως τις έλεγε και ο ίδιος, "είναι καθήκον μας να σας δίνουμε κάθε μέρα έναν καλό λόγο να χαμογελάτε".[Μπούρδες, ερωτικές χαζομάρες, έχει γούστο να μας την κουβαλήσει και στό σπίτι]

Κάποια στιγμή της πρότεινε να μείνουν μαζί, και εκείνη δέχτικε. [Οχιιιιιιιιιιιι!!!! όχι ρε @#$%^&^%*%$###@@@@@%$^&#@$%^&*&&&^%%$$, την γκαντεμιά μου].

Άρχισαν να ζουν μαζί, στό ίδιο σπίτι, και να χαίρονται τον έρωτά τους, κάτω από την ίδια στέγη. [Αηδίες, Πήρε την θέση μου στό κρεβάτι χωρίς να με ρωτήσει, άλλαξε θέση στο πιάτο μου και το καλαθάκι μου, γύρισε την πολυθρόνα μου, και δεν βλέπω πλέον TV, και το χειρότερο όλων, ΛΕΕΙ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΧΟΝΤΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙ ΔΙΑΙΤΑ. Θα την καθαρίσω την σκρόφα, άκου δίαιτα. Θα την πετάξω από το μπαλκόνι κάτω θα θα θα @#$%$^&&@@@ γκρρρρρρρρρ]

Όλα έδειχναν να είναι ιδανικά, είχαν πάει πολλές φορές σπίτι της, τον είχαν γνωρίσει οι δικοί της και, άρχιζαν σιγά σιγά να σχεδιάζουν το μέλλον τους.

Ένα μέλλον όλο χρώματα, όλο χαρές, γεμάτο αγάπη, και παιδικές φωνούλες [Ναι τώρα εκτός από τον φιόγκο που μου φόρεσε με το έτσι θέλω, οι παιδικές φωνούλες μας έλειπαν. Να τα έχω εδώ μέσα, να μου τραβάνε τα μουστάκια, την ουρά, τα αυτιά....Αμ δε σφάξανε..δεεεεεν κατάλαβαν καλά, θα λάβω μέτρα, αυστηρά αστυνομικά μέτρα θα βάλω τάξη εγώ]

Ένα βράδυ γύρισε από την δουλειά, έβαλε το κλειδί στήν πόρτα και μπήκε μέσα.

Την φώναξε, χωρίς να πάρει απάντηση, δεν ήταν εκεί, έβγαλε το κινητό του, και την κάλεσε.

Αυτό αφού κάλεσε κάποιες φορές, ακούσε στό τέλος, πώς ή κλήση του προωθούνταν.

-Κάπου θα είναι και δεν πιάνει, σκέφτηκε, πήγε στήν κουζίνα και ετοίμασε το βραδινό του φαγητό, γύρισε στό τραπέζι της κουζίνας μέ τά πιάτα και είδε πάνω του έναν φάκελο.

Άφησε τα πιάτα, πήρε τον φάκελο τον άνοιξε και άρχισε να διαβάζει το σημείωμα που είχε μέσα του.

Φεύγω, του έγραφε,[Σοβαρά, έφυγε? στά τσακίδια, στό χαμό να πάει ΟΥΣΤ ΒΡΕ ΟΥΣΤ] δεν μπορώ να μείνω άλλο μαζί σου, ξέρω ότι με αγαπάς, αλλά εγώ δεν είμαι πλέον ερωτευμένη μαζί σου. Η δουλειά σου, που δεν σου επιτρέπει να είσαι όσο χρόνο θα ήθελα να είμαστε μαζί, και το μεγάλο παιδί που έχεις μέσα σου ήταν πράγματα που δεν τα μπορούσα.[Έτσι είμαστε και άμα σου αρέσει] με έκανες να ζήσω υπέροχες στιγμές, και σε ευχαριστώ για κάθε μία, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε άλλο μαζί, [Τσακίδια] σε παρακαλώ μην ψάξεις να με βρείς,[Εδώ είδαμε και πάθαμε να σε ξεφορτωθούμε, τί λέει ρε αυτή] γειά σου. [ΓΚΡΕΜΟΣ!!!!]

Εριξε μια ματιά στό σπίτι. Τίποτε δικό της δε υπήρχε πια εκεί, Τα συρτάρια της ήταν άδεια, τα προσωπικά της αντικείμενα, τα πάντα, ότι ήταν δικό της έλειπε, και το κλειδί που τής είχε δώσει ήταν μέσα στόν φάκελο. [Πω πωωω χαρές, θα ανάψω μια λαμπάδα στόν γατοΘεό Ναααα, Τόση με το συμπάθιο.]

Τό σπίτι ήταν σαν να μην είχε έρθει ποτέ εκεί, εκτός από το άρωμα.

Εκείνο το λεπτό ανάλαφρο άρωμα που και αυτό σιγά σιγά άρχισε να ξεθυμαίνει και να χάνετε. [Σιγά την πατσουλί, που την μύριζες και σου ερχόταν λιποθυμία]

-Μάλιστα, ψιθύρισε, πάλι μόνος, τί να κάνουμε, παρά ήταν τέλειο για να 'ναι αληθινό.

[Ααααχχχχ, τί ωραία, θα ξανακοιμηθώ στό κρεβάτι, στίς μυρωδάτες σεντονάρες, στήν μαλακή παπλωματάρα στήν ανεσάκλα μου, τέλεια, υπέροχα, θα ξαναγυρίσει η πολυθρόνα μου να βλέπω TV και μπράβο βγάλε μου αυτόν τον ηλίθιο φιόγκο, και ναι στά σκουπίδια σε παραδέχομαι, ααααχχ το φχαριστήθηκα.]

Τσαλάκωσε το σημείωμα, και το πέταξε στά σκουπίδια, πήγε στό σαλόνι έβαλε ένα ποτό κάθισε στόν καναπέ πήρε τον γάτο του αγκαλιά, και από το cd ακουγώταν.

Μερικούς μήνες μετά.

Σε έναν σταθμό του μετρό αυτός περιμένει το τρένο καθισμένος σε μια καρέκλα στήν αποβάθρα. παίζει ένα παιχνίδι στό κινητό του.

Το τρένο έρχετε και αυτός με γρήγορο βήμα μπαίνει και κάθετε σε ένα κάθισμα, το τρένο ξεκινά, αυτός συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι.

Στόν επόμενο σταθμό μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο και μια γνωστή φυσιογνωμία μπαίνει στό τρένο, και πάει και κάθετε στό απέναντι του κάθισμα.

Είναι εκείνη, ξανθιά πλέον [ΑΑΑΑΑΑΑ! Έτσι εξηγούνται όλα, πες μας το ντέ από την αρχή]

είναι το μόνο που έχει αλλάξει επάνω της, αυτή τον κοιτάζει επίμονα ενώ αυτός ασχολείτε μέ το παιχνίδι στό κινητό του, αυτή λέει το όνομά του, αυτός γυρίζει το κεφάλι αργά και την κοιτάζει.

-Είσαι καλά? τον ρωτά

-Πώς είπατε?

-Α τίποτε συγγνώμη, αποκρίθικε ρίχνωντας το βλέμμα της χαμηλά.

Το τρένο σταματούσε, αυτός σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. Ήταν ώρα να κατέβει.

Κατέβηκε από το τρένο και προχώρησε προς την έξοδο χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του, ενώ ένα τραγούδι συνόδευε τα βήματά του

καί συνέχισε να προχορά με βήμα σταθερό χωρίς να ρίξει, ούτε μιά ματιά πίσω του.

Ουτε μία.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Μια αγάπη ακόμα....Μέρος α'

Γύρισε σπίτι, μετά την Σαββατοβραδυνή έξοδο, έβγαλε το σακάκι του και το άφησε στόν καναπέ, κάθισε και αυτός εκεί, και άναψε ένα τσιγάρο.

Ο τεράστιος μαλλιαρός γάτος του[Γάτος> Μέραααα], ήταν ξαπλωμένος λίγο πιο δίπλα.

Τον χαΐδεψε στό κεφάλι και σιγομουρμούρισε "καλά περάσαμε, άψογα" [Γάτος > Τι θα γίνει θα φάμε, έχω φάει μόνο 7 φορές σήμερα].

-Έλα να σου βάλω να φάς, του είπε, ο γάτος με την λέξη φαϊ πετάχτηκε και πήγε στο πιάτο του, [Γάτος > Επιτέλους γιουμ σλούρπ] έβγαλε το κουτί με τις κροκέτες από το ντουλάπι και γέμισε τό πιατάκι του γάτου, [χράτς χρούτς, πάλι ελάφι??? τέλος χράτς πάντων μανχ από την χλάπ αναβροχιά χραούτς...] και γύρισε στόν καναπέ, τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο και είπε του γάτου, σιγά βρε θα σκάσεις, λαίμαργε. [το καλό φαϊ είναι υγεία χρουτς]Πήρε το κινητό του στό χέρι και έγραψε ένα μήνυμα "Σε ευχαριστώ πολύ για την υπέροχη βραδιά. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά. Φιλιά".

Το έστελνε σε εκείνη την φίλη της αρραβωνιαστικιάς του καλύτερου του φίλου που είχε γνωρίσει τις προάλες στά γενέθλιά του.

Μία καστανή κοπέλα, όχι εντυπωσιακή, αλλά αυτού είχε κάνει εντύπωση, του άρεσε, και στό τέλος της βραδιάς είχαν αλλάξει τηλέφωνα, και είχαν πει να ξαναβρεθούνε, κάτι που έγινε σήμερα, και μέχρι πριν από λίγη ώρα ήταν μαζί της.

Ο ήχος που ακούστηκε μέσα στήν ηρεμία της νύχτας σήμανε πώς ένα μήνυμα του είχε έρθει. [Ποιός διάολος νυχτιάτικα?]

Πήρε το κινητό στά χέρια του και διάβασε "Ήταν και για εμένα μια υπέροχη βραδιά, ευχαριστώ τα ξαναλέμε καληνύχτα. φιλιά". [ποιός ήταν? η πιτσαρία? το σουβλατζίδικο? Α! κανένας, ΟΥΦ. πάω στήν πολυθρόνα μου οοοοοπ!]

Χαμογέλασε, καληνύχτα ομορφιά, σιγοψιθύρισε και σηκώθηκε όρθιος.

- Ας πάω και εγώ για ύπνο είπε στόν εαυτό του και πήγε στήν κρεβατοκάμαρα, ο γάτος τον ακολούθησε. [Ερχομαι και εγώ, και μην γυρίσεις απότομα το βράδυ και με πλακώσεις όπως εχθές έτσι?].

Η Κυριακή είχε ξημερώσει, αυτός κοιμόταν ακόμα, όταν το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά [ποιός κερατάς πρωϊ πρωϊ, Στόν ύπνο του μας έβλεπε, που να του καεί το DVD του λεχρίτη] αυτός σηκώθηκε και πήγε να το σηκώσει.

-Ναι.

-Καλημέρα, σε ξύπνησα?

-Οχι, όχι. Έχω σηκωθεί και έφτιαχνα καφέ. Τι κάνεις?[Τι λες ψέματα βρε αφού κοιμόμασταν στείλε τον στο διάολο που μας ξύπνησε!!!!!]

-Καλά, μπορεί να σου φανεί περίεργο, αλλά να σε πήρα γιατί ήθελα να σε ακούσω

-Καλά έκανες, της είπε, και ξέρεις με πρόλαβες, γιατί είχα σκοπό να σε πάρω.

-Αλήθεια

Η συζήτηση συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ακόμα [Τελείωνε πρέπει να φάω πρωινό, πεινάω σου λέω, ΤΕΛΕΙΩΝΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ] και στό τέλος συμφώνησαν να βρεθούν το βραδάκι.

-Λοιπών, ώρα για πρωινό, γέμισε το πιατάκι του γάτου γάλα, [καλά ε! και το πρώτο πρωινό. Γάλα με κρουασαν σοκολάτα σλουρπ] ετοίμασε τον καφέ του, έβαλε το CD να παίζει και πήγε στό μπαλκόνι να απολαύσει την πρωινή λιακάδα. [nights in white saten, τραλλλαλα, και οοοοπ στην πολυθρόνα ξάπλα ευφραίνει τη καρδιά μου αααααααχχχχχ]

Η μέρα πέρασε και πλησίαζε ή ώρα του ραντεβού, αυτός κατεβηκε κάτω και πήρε το αυτοκίνητό του να πάει να την βρεί, πρώτα όμως πέρασε από το ανθοπωλείο της γειτονιάς.

-Πέντε κόκκινα τριαντάφυλλα, είπε του ανθοπώλη, με μπλέ κορδέλα φιόγκο στην μέση.

Τα πήρε, τα έβαλε προσεκτικά στό πίσω κάθισμα και πήγε να την πάρει.

Σταμάτησε στόν σταθμό του μετρό, την ώρα που εκείνη έβγαινε από αυτόν.

Είδε το αυτοκίνητό του, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και μπήκε μέσα.

-Καλός την, βρήκες ταινία να πάμε να δούμε? την ρώτησε,

-Βρήκα, και πιστεύω ότι θα αρέσει και σε εσένα.

-Ωραία και μετά για ποτάκι.

Εγνεψε καταφατικά αυτή, και ξεκίνησαν την βραδιά τους.

Ήταν πια αργά, αυτός και αυτή γύριζαν στό αυτοκίνητο, μπήκαν μέσα.

-Ξέρεις, σου έχω πάρει κάτι, της είπε.

-Τί μου πήρες? έκανε αυτή έκπληκτη.

Χωρίς να τής πει άλλη κουβέντα παίρνει τα λουλούδια από το πίσω κάθισμα και της τα δίνει.

-Δεν το πιστεύω! Μου πήρες λουλούδια! Χριστέ μου τι όμορφα, και τι ωραία που μυρίζουν, Σε ευχαριστώ τί ωραία, που είναι, είπε και τό πρόσωπό της φωτίστηκε από χαρά.

-Ξέρεις, τα λουλούδια συνοδεύονται και από κάτι ακόμα

-Τί πράγμα?

-Αυτό, της είπε και την τράβηξε μαλακά και την φίλησε.

Αυτή τον κοίταξε χαμογελώντας αμήχανα.

-Μπορείς να με πάς τώρα σπίτι, γιατί είναι αργά και αύριο έχω να σηκωθώ νωρίς.

-Ο.κ. πάμε.

Σε όλη την διαδρομή κρατούνταν χέρι χέρι.

Όταν εφτασαν, αυτός πάρκαρε, και ακόμα της κρατούσε το χέρι.

-Θα με αφήσεις να φύγω του είπε.

Εκείνος άνοιξε μια μεγάλη αγκαλιά, την τράβηξε μέσα και ένα γλυκό φιλί ζέστανε τον χώρο και τις καρδιές τους.

Εκείνη έφυγε, αυτός έβαλε εμπρός και τράβηξε για το σπίτι του χαμογελώντας χαζά, έχοντας ακόμα την γεύση της στό στόμα του, και την ζεστασιά της στήν καρδιά του.

Έβαλε το κλειδί στήν κλειδαριά και μπήκε στό σπίτι, ο γάτος τον περίμενε δίπλα στην πόρτα.

[Έφερες τίποτε να φάω? Κατάλαβα, πάλι κροκέτες] γέμισε το πιατάκι του γάτου[ μανχ κρατς κρουτς Σολομός χράτς καλός είναι, να είχαμε και λίγο χαβιάρι κρούτςς χλάπ], και πήγε για ύπνο.

Η εβδομάδα πέρασε με τηλέφωνα ανταλλαγές μηνυμάτων με γλυκόλογα καρδούλες και δυό ακόμα συναντήσεις, ήταν πια ένα ωραίο ζευγάρι.

Το Σάββατο το απόγευμα, είχαν πει να βρεθούν.

Πήγε σπίτι της να την πάρει, σταμάτησαν σε ένα ωραίο παραλιακό καφέ και κάθισαν.

Άφησαν την ώρα να περάσει αγκαλιασμένοι, απολαμβάνοντας την θέα, και τον απογευματινό τους καφέ.

-Πεινάς, την ρώτησε.

-Ναι, απάντησε αυτή

-Θαύμα, πάμε να φάμε.

Μπήκαν στό αυτοκίνητο και αυτός άρχισε να οδηγεί.

-Πού θα με πάς?

-Θα δεις

-Μα πες μου

-Δεν σου λέω

-Καλά

Εφτασαν σπίτι του, έβαλε το αυτοκίνητο στήν πιλοτή, και κατεβηκαν.

-Εδώ μένεις ?

-Ναι, και εδώ θα φάμε, της είπε.

Ανεβηκαν πάνω στό σπίτι.

-Α! είναι πολύ ωραίο,

-Ελα να δείς, της είπε και την τράβηξε στήν τραπεζαρία.

Στήν τραπεζαρία το τραπέζι ήταν έτοιμο στρωμένο.

Ένα λευκό τραπεζομάντιλο είχε σκεπάσει το τραπέζι, και όλα ήταν στην θέση τους.

Την μέση του τραπεζιού διακοσμούσαν ένα ασημένιο κυροπύγιο με τρεία κεριά, και γύρω από αυτό ασπροκόκκινα λουλούδια.

Τα πιάτα και τα πιρούνια ήταν με την σειρά τους, προσεκτικά τακτοποιημένα, και στήν πλευρά που αυτή θα καθόταν είχε βάλει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο πάνω στήν πετσέτα της.

[ Οπ ναμαι και εγώ. Ούπς. Ποιά είναι αυτή? Θεέ μου ένα μάτσο κόκαλα τυλιγμένα με δέρμα.

Μη χειρότερα, ούτε για σούπα δεν κάνει.]

-Αχου τι όμορφος γατούλης, έσκυψε και τον χαΐδεψε [Μαζέψου κυρά μου, σήμερα πήγα κομμωτήριο θα μου χαλάσεις το κουπ]

-Καλέ, τι μαλακούλης που είναι?[Ποιόν είπες μωρή μαλακούλη εμένα? Μαλακούλα να σε πει το πρώτο σου παιδί, α να χαθείς κάρυα. Φεύγω μην κάνω έγκλημα!!!!]

Την έβαλε να καθίσει, αυτή πήρε το τριαντάφυλλο στά χέρια της και άρχισε να το παίζει μηχανικά, αυτός άρχισε να σερβίρει, και μετά κάθισε και αυτός στήν διπλανή θέση

Αφού τελείωσαν, μάζεψαν και οι δύο τους το τραπέζι, και έκατσαν στό σαλόνι.[Καλά έφαγες το φαϊ μας πλύνε και κανένα πιάτο ανεπρόκοπη]

Της έβαλε ένα ποτό και ένα CD άρχισε να παίζει.

Εκείνος άφησε το ποτήρι, στό τραπέζι τού σαλονιού και την πήρε να χορέψουν.

Η ατμόσφαιρα είχε γίνει έντονα ερωτική και βρέθηκαν γυμνοί να χορεύουν το τραγούδι.

Την πήρε στά χέρια του και την πήγε στήν κρεβατοκάμαρα. [Σιγά ρε θα σπάσετε το κρεβάτι και είμαι από κάτω, Ωχ τί τραβάω ο γάτος, τι σκούζεις μωρή, πρώτη φορά(το έκοψε η λογοκρισία) πωπώώώ ρεζίλι θα γίνουμε στήν γειτόνιάάάάάά, Σκάσε μωρή σκάσε, που κακόχρονο νά' χεις βούλωσε το πλάνταξε πια......Δυό ώρες μωρή(το 'κοψε η λογοκρισία) δέν χόρτασες πια, και σκάσε, σκάσε, βούκινο γίναμε στήν γειτονιά, Σκασε επιτέλους μπάάάάάά]

Αποκαμωμένοι πια και οι δύο βρέθηκαν να κοιμούνται αγκαλιασμένοι, σε έναν υπέροχο ύπνο μέ ένα κοινό όνειρο.

[Επιτέλους ησυχία, ας πάω και εγώ στό κρεβάτι για ύπνο αχαχαχαχαχαχ....Ε! Τί κάνει αυτή στήν μεριά μου. Γιατί κοιμάσαι εδώ μωρή? Σπίτι δεν έχεις? από νεροχύτη γεννήθηκες, αν ήθελες να κοιμηθείς εδώ να κοιμόσουνα στό καλαθάκι, όχι στο κρεβάτι. ΑΑΑΑΑ!!! δεν θα τα πάμε καλάάάάάάάά]

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Μια απάντηση

Άνοιξε τα μάτια του, και κοίταξε το τοπίο που τον περιέβαλλε.

Ήταν ξαπλωμένος στο παχύ γρασίδι που ήταν στρωμένο σαν χαλί πάνω στο αφράτο χώμα, μπροστά του υπήρχε ένα μικρό ποτάμι με κρυστάλλινο γάργαρο νερό που κυλούσε αργά.

Δεξιά και αριστερά υπήρχαν ψηλά δένδρα που έριχναν την δροσερή σκιά τους ολόγυρα.

Έμεινε ξαπλωμένος να κοιτά τις κορυφές των δένδρων που κινούνταν αργά σαν να χόρευαν στις προσταγές του ανέμου, ένα αισθησιακό βαλς

Μία σιγανή φωνούλα τον έκανε να γυρίσει να κοιτάξει προς το μέρος που ακούστηκε

Ένα ζευγάρι, μια γυναίκα και ένας άνδρας στέκονταν όρθιοι, λίγο πιο μακριά.

Η γυναίκα κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. Μαζί τους ήταν και ή κοπέλα του, που με τα μακριά καστανά μαλλιά της έκανε παιχνίδια στο μωράκι και εκείνο γελούσε και άπλωνε προς το μέρος της τα μικρά του χεράκια, και εκείνη χαμογελούσε και χαιρόταν την σκηνή.


Τον κοίταξε και του χαμογέλασε.


Την κοίταξε, τι όμορφη που ήταν. Ποτέ δέν την είχε ξαναδεί τόσο όμορφη και λαμπερή. Της χαμογέλασε και αυτός, εκείνη γύρισε και άρχισε να παίζει πάλι με το μωράκι και να συζητά με την γυναίκα που το κρατούσε στην αγκαλιά της, εκείνος σηκώθηκε, και έψαξε στην τσέπη του, έβγαλε από μέσα ένα πακέτο χαρτομάντιλα και πλησίασε στο ποτάμι.


Γονάτισε και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, και το σκούπισε με ένα χαρτομάντιλο, σηκώθηκε ξανά όρθιος, έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα του και άναψε ένα.


Ρούφηξε απολαυστικά τον καπνό και έβγαλε μερικά δαχτυλίδια καπνού από το στόμα του, γύρισε και άρχισε να περπατά αργά προς το ζευγάρι και την κοπέλα του.


-Καλησπέρα. είπε και τράβηξε μαλακά την κοπέλα του την έπιασε από την μέση και της έδωσε ένα φιλί. Κοίταξε το μωρό. Τι όμορφο που είναι να σας ζήσει, είπε στο ζευγάρι. Εγώ θα πάω να περπατήσω λίγο θα έρθεις ρώτησε την κοπέλα του.


Όχι θα μείνω να παίξω λίγο ακόμα με το μωράκι.


Καλά, θα τα πούμε σε λίγο της είπε, της χάιδεψε τα μαλλιά και της τα φίλησε.


Εκείνη χαμογέλασε, κόκκινη από ντροπή και συνέχισε να παίζει με το μωρό.


Απομακρύνθηκε από την παρέα με τα χέρια στις τσέπες και άρχισε να σιγοτραγουδά ένα σκοπό που είχε ακούσει κάποτε άλλα δεν θυμόταν που. Ακολουθούσε την κοίτη του μικρού ποταμού και απολάμβανε την ομορφιά του τοπίου και τους ήχους της φύσης, και ένιωθε μια γλυκιά ηρεμία να τον καταλαμβάνει και να τον χαλαρώνει.


Ένας αμυδρός ήχος τον έκανε να σταματήσει και να κοιτάξει πίσω του.


Ήταν ο άνδρας του ζευγαριού που τον ακολουθούσε λίγο πιο πίσω, και τον πλησίαζε.


Καλησπέρα και πάλι,του είπε. Σκέφτηκα ότι ήταν καλή ιδέα για λίγο περπάτημα, να ξεμουδιάσω λίγο.


Άρχισαν να περπατούν αμίλητοι, ο ένας δίπλα στον άλλο απολαμβάνοντας την ομορφιά του τόπου.


-Ωραίο μέρος, είπε στον άνδρα.


Ναι του απάντησε αυτός, είναι πολύ όμορφο και ήσυχο μέρος.


-Τόση ηρεμία και ομορφιά, σε αντίθεση με την βαβούρα της πόλης.


-Και αέρας, είναι απόλαυση να τον αναπνέεις, γεμάτος απο αρώματα τής φύσης.


-Και όχι νέφος, πρόσθεσε και γέλασαν και οι δύο.


Συνέχισαν να περπατούν.


-Είστε πολύ ώρα εδώ? ρώτησε τον άνδρα


-Όχι πολύ, του απάντησε.


-Με αυτοκίνητο ήρθατε?


Ο άντρας δεν του απάντησε, μόνο τον κοίταξε.


-Μα τι μαλακίες λέω, φυσικά με αυτοκίνητο ήρθατε, αλήθεια τι μάρκα είναι?


-Όχι τίποτε σπουδαίο, του απάντησε ο άνδρας. Ένα λευκό ............. τετράπορτο του είπε, ίσα να μπορώ να βγάζω καμιά βόλτα την οικογένεια.


-Εγώ έχω ένα...........μπλε χρώμα με 1600 κυβικά 160 άλογα και το έχω κάνει κούκλα.


Του έχω βάλει ράλι εξάτμιση και βγάζει έναν πολύ καυλιάρικο ήχο, μπάκετ καθίσματα, αεροτομή και το έχω χαμηλώσει και αν το δεις πώς μπαίνει στις στροφές δεν θα το πιστέψεις,


Ο άντρας τον κοίταζε.


-Του έχω βάλει και ένα γαμάτο ηχοσύνολο και έχει γίνει μια κούκλα, αν το δεις δεν θα το πιστέψεις.


-Έχει γίνει και γαμώ τα αμάξια, είπε στον άντρα φουσκώνοντας από καμάρι.


-Ναι έτσι είναι, θα πρέπει να είναι πολύ ωραίο αμάξι, είπε ο άνδρας, να σε ρωτήσω όμως κάτι? συνέχισε.


-Πες μου.


-Γιατί μας έφερες εδώ? τον ρώτησε αυστηρά.


-Εγώ? Εγώ σας έφερα εδώ? απάντησε απορημένος


-Ναι εσύ, και σε ρωτώ γιατί μας έφερες


-Μα πώς?


-Έλα να δεις του είπε ο άνδρας πιάνοντας τον από το μπράτσο.


Βρέθηκαν σε έναν δρόμο, γεμάτο ανθρώπους, άλλοι φορούσαν στολές και άλλοι άσπρες μπλούζες, έτρεχαν φωνάζοντας ο ένας στον άλλο διάφορα. Δεξιά και αριστερά του δρόμου ήταν σταματημένα κόκκινα και άσπρα αυτοκίνητα που χρωμάτιζαν με τα κόκκινα και μπλε φώτα τους τον αέρα.


-Κοίτα, του είπε ο άνδρας και του έδειξε, μια άμορφη μάζα λευκών σιδερικών με πολλούς ανθρώπους τριγύρω, άλλοι να κόβουν λαμαρίνες άλλοι να ψάχνουν εργαλεία και άλλοι να κρατούν μια μάνικα.


Γύρισε από την άλλη πλευρά, και είδε μια μπλε άμορφη μάζα σιδερικών, ζωσμένη στις φλόγες και στους καπνούς.


Άνθρωποι, με στολές κρατώντας μάνικες προσπαθούσαν να σβήσουν την φωτιά.


-Κατάλαβες τώρα, του είπε ο άνδρας.


-Εγώ πηγαίνω τώρα πίσω, εκεί που μας πήγες, στην γυναίκα μου και στο παιδί μου, εσύ μείνε λίγο ακόμα αν θες, αλλά όταν έρθεις φρόντισε να μου απαντήσεις στην ερώτηση που σου έκανα, εντάξει?


Ο άντρας άρχισε να απομακρύνετε ώσπου χάθηκε στην άκρη του δρόμου, εκείνος έμεινε εκεί κοιτάζοντας αποσβολωμένος.


Και στο μυαλό του έψαχνε μια απάντηση στην ερώτηση του άνδρα. Γιατί???????????????????????


Υ.Γ. Αφιερωμένο, σε κάθε έναν-μία, που με την συμπεριφορά του στον δρόμο, θέλει να κάνει την ιστορία μου πραγματικότητα.

Χωρίς τίτλο

(φωτογραφία από το περιοδικό Der Spiegel)

Όταν ή ανθρώπινη ζωή δέν είναι τίποτε άλλο από έναν αριθμό σε ένα κομμάτι χαρτί
και η δίψα για κέρδος δεν έχει όρια, τότε ακόμα και η δολοφονία είναι γίνετε θεμιτή.
Χωρίς κανένα δισταγμό, η ενοχή, τα τρομερά σχέδια μπαίνουν σε εφαρμογή, και η δυστυχία παίρνει την θέση της ελπίδας, και ο θάνατος την θέση της ζωής.

http://www.spiegel.de/international/world/0,1518,517805,00.html

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Χουντάρες, χουντίτσες, χουντάκια

Η 17 Νοεμβρίου, είναι ημερολογιακά πολύ κοντά, και όπως κάθε χρονιά έχει αρχίσει η προετοιμασία της επικείμενης γιορτής.
Βαρύγδουποι λόγοι από πολιτικούς ετοιμάζονται, γιορτές κάθε είδους είναι στα σκαριά, στεφάνια έχουν παραγγελθεί για να κατατεθούν στο μνημείο του πολυτεχνείου, για την αντιστασιακή πράξη που σήμανε την αρχή του τέλους της δικτατορίας στην χώρα μας και μπλά μπλά μπλά μπλά και ξανά μπλάάάάάάάάάά.

Αλλά είναι αλήθεια? πραγματικά έχουμε σε τούτη την χώρα δημοκρατία?Μέσα την βουλή, κατ' αρχή, έχουμε δημοκρατία, όταν δεν έχουν οι βουλευτές το δικαίωμα στην διαφωνία? και όποιος, σεβαστοί αναγνώστες, έχει διαφορετική άποψη τότε ας μου πει τι σημαίνει, "κομματική πειθαρχεία"? και γιατί όταν κάποιος διαφωνεί με την κομματική γραμμή διαγράφετε από το κόμμα? Πόσες φορές έχουμε ακούσει για πολιτικό κόστος? Για μέτρα που θα αποδώσουν μακροπρόθεσμα και θα είναι είναι επωφελή για τον τόπο αλλά δεν εφαρμόζονται γιατί βραχυπρόθεσμα θα δυσαρεστήσουν και θα χαθούν ψήφοι, και παράλληλα πόσα πράγματα γίνονται, δια άγρα ψήφων, χωρίς να ενδιαφέρουν αν είναι σωστά και ωφέλημα για την χώρα ή όχι. Αρκεί να είναι ωφέλιμα για το κόμμα και τις καρέκλες.

Ας δούμε και μερικά παραδείγματα.

Πρόσφατο παράδειγμα τα Ζωνιανά.

Ακούστηκαν διάφορα, και μέσα σε αυτά ακούστηκε και ή φράση "πολιτικές πλάτες".

Δηλαδή, καμιά 20αρια χασισοκαλλιεγητές κρατούσαν ομήρους τους κατοίκους μιας ολόκληρης περιοχής επί χρόνια γιατί? για 100-200 ψηφαλάκια? για να μην πω τίποτε χειρότερο, και σε πόσες άλλες περιοχές έχουμε παρόμοια φαινόμενα που απλά ακόμα συγκαλύπτονται?

Να μιλήσουμε για τους συμβασιούχους? "ψήφισέ με και θα σε μονιμοποιήσω μετά τις εκλογές",

Να μιλήσουμε για την "προστασία" που κάποιοι " πουλάνε” σε μαγαζιά, "με πληρώνεις για να μην στο σπάσω", για τους εμπόρους ναρκωτικών, που κρατάνε ομήρους χιλιάδες χρήστες? να μιλήσουμε για τα λεγόμενα μεγάλα έργα που κάθε χρόνο απορροφούν εκατομμύρια ευρώ χωρίς να τελειώνουν και ολόκληρες περιοχές είναι όμηροι της καλής θέλησης των εργολάβων?

Να πούμε για προμήθειες που μπαίνουν υπογραφές καταλληλότητας σε σκουπίδια?

Και τόσα άλλα που κάνουν την ζωή μας καθημερινά μαρτύριο.

Α! και κάτι άλλο που θυμήθηκα, Τη γίνεται με εκείνο το sea diamond?

Το θυμάται κανένας η θα το θυμηθούν, αυτοί που πρέπει, όταν γίνει η καλντέρα μαύρη από το πετρέλαιο?

Και αναρωτιέμαι, αν ο πολιτικός προϊστάμενος, πρωθυπουργός, υπουργός ή υφυπουργός, βροντήξει το χέρι στο τραπέζι, και αρχίσει τα, μετά συγχωρήσεως, σταυροκάντιλα πόσο καλύτερα θα λειτουργούσε αυτή ή χώρα και πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή μας.

Ας αφήσουμε την πολιτική και ας δούμε και τα μούτρα μας λίγο στον καθρέφτη

Ας δούμε αυτόν που φτιάχνει το εργοστασιάκι και σκασίλα του για τα λύματα τα οποία πετά στην κοντινότερη λίμνη η ποτάμι αδιαφορώντας για το αν από αυτό το νερό υδρεύονται περιοχές και αν αυτό το νερό το χρησιμοποιούν άνθρωποι για τις καθημερινές τους ανάγκες, η αν οι καπνοί από τις καμινάδες του κάνουν την ζωή στην περιοχή ανυπόφορη, σκεπτόμενος μόνο την τσέπη του γιατί "οι βιολογικοί σταθμοί και τα φίλτρα κοστίζουν", και τόσα άλλα που γίνονται από κάτι τέτοιους κυρίους και βάζουν ζωές ανθρώπων σε κίνδυνο.

Εμείς όμως, που δεν ανήκουμε στις πιο πάνω κατηγορίες είμαστε άγιοι και μπορούμε να πούμε τους εαυτούς μας δημοκράτες?

Σκέφτηκες εσύ συμπολίτη, τα σκουπίδια που πέταξες έτσι χύμα και εσύ, το χαρτάκι που πέταξες πριν λίγο στον δρόμο τι εικόνα δίνουν στην πόλη σου, και αν κάποια στιγμή από αυτά που εσύ πέταξες, βουλώσουν τα φρεάτια στους δρόμους τι γίνει με την πρώτη βροχή?

Εσύ παλικάρι μου έχεις παρκάρει πάνω στην ράμπα για τους ανάπηρους, ξέρω σκασίλα σου.

Και εσύ που πέρασες με κόκκινο, και παραλίγο να χτυπήσεις τον πεζό, ναι ναι ξέρω, στα......

Και εσύ κοπέλα μου που πέταξες το τσιγάρο από το παράθυρο, δίπλα έχει δάσος, ναι άκουσα η πυροσβεστική να 'ναι καλά.

Και εσύ με το σκυλάκι που λέρωσε το πεζοδρόμιο, ναι ναι, τι να κάνουμε ζώο είναι δεν ξέρει.

Και όταν μετακόμισε η ανύπαντρη κοπελίτσα με το μωράκι, πώς της φερθήκατε?

Μέσα στο σπίτι σου, αγαπητέ κύριε, υπάρχει δημοκρατία?

Και εσύ που........... και εσύ που...........

Και εσύ πότε θα κάνεις το δικό σου "πολυτεχνείο", για να ξεριζώσεις την ΧΟΥΝΤΑ που ζει μέσα σου


Αριστουργήματα

http://www.youtube.com/watch?v=4mX7ugJ5NM8

http://www.youtube.com/watch?v=Ky271W94VHA

Αν τα δείτε μόνο με τα μάτια, και ακούσετε μόνο με τα αυτιά, και δεν νιώσετε, τότε
αποτύχατε.
Ξαν' ακούστε, δείτε τα και νιώστε τα.

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Μια ιστορία....Ένα παραμύθι....Ένα γράμμα....

Την είδες μια μέρα, να περπατά στον δρόμο.
Η εικόνα της σε συνεπήρε. Τα μαλλιά της, τα μάτια της, το πρόσωπο της, ο τρόπος που περπατούσε, που έκανε το κάθε τι ήταν εντυπωσιακός και μοναδικός για εσένα.
Την έβλεπες και δεν ήθελες να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω της.
Για εσένα ήταν η πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου, η καρδιά σου φτερούγισε
Έρωτας.
Σε είδε, σε κοίταζε. Σε κοίταζε όλο και πιο επίμονα.
Τα μάτια σας είχαν ενωθεί με μια παράξενη ενέργεια από αυτή που μόνο η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να παράγει. Κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να κοιτάξει αλλού, παρά μόνο ο ένας τον άλλο.
Της άπλωσες το χέρι, και εκείνη το έπιασε και το κρατούσε σαν κάτι πολύτιμο.
Της κρατούσες το χέρι σαν να κρατούσες κάτι μοναδικό και υπέροχο, και μία γλυκιά ζεστασιά πλημμύρισε και τους δύο.
Το άγγιγμά της, η ανάσα τής, το βελούδινο λευκό της δέρμα, το χαμόγελό της, η φωνή της, το γέλιο της, σου είχαν γίνει απαραίτητα, όπως και κάθε τι δικό της, και τα αποζητούσες σαν γλυκό ναρκωτικό που το είχες ανάγκη συνέχεια.
Η παρουσία σου το χαμόγελό σου το άγγιγμά σου, ή φωνή σου, κάθε τι δικό σου της ήταν απαραίτητα και τα αποζητούσε.
Περπατούσατε χέρι χέρι και λάμπατε από χαρά και ευχαρίστηση που είχατε ο ένας τον άλλο.
Χαρίσατε ο ένας στον άλλο την ομορφιά την χαρά, τα όνειρά του, πράγματα πολύτιμα, δώρα καρδιάς.
Και πήρατε την απόφαση, και περπατήσατε χέρι χέρι πάνω στο κόκκινο χαλί, που ήταν στρωμένο, σε ένα διάδρομο γεμάτο λουλούδια δεξιά και αριστερά, ένα κατάφωτο διάδρομο που η δική σας λάμψη έκανε τα φώτα που φώτιζαν τον διάδρομο να μοιάζουν σκοτάδι.
Και φτάσατε στην πύλη, και πριν την διαβείτε δώσατε ο ένας στον άλλο την μεγαλύτερη υπόσχεση που μπορεί να δώσει άνθρωπος σε άλλο άνθρωπο, να γίνετε ένα.
Φτιάξατε το σπίτι σας, ένα χώρο δικό σας και μόνο δικό σας για να φιλοξενήσει μέσα του εσάς την υπόσχεση σας και τα όνειρά σας.
Όταν λείπατε, αυτό το σπίτι δεν διέφερε από τα άλλα, ήταν ένα σπίτι όπως τα άλλα, όταν όμως ήσασταν εκεί, λάμπατε ο ένας για τον άλλο, και αυτή ή λάμψη μετέτρεπε το απρόσωπο σπίτι στο πιο όμορφο και λαμπερό παλάτι.
Της ζωής όμως της αρέσει να γράφει σενάρια, τέτοια που μόνο ή ζωή ξέρει να γράφει, και να χρησιμοποιεί τους ανθρώπους για ηθοποιούς, και εσείς στο σενάριο που έγραψε ή ζωή για εσάς γίνατε οι πειθήνιοι ηθοποιοί, υπάκουοι, στο πρόσταγμα του σκηνοθέτη, της μοίρας.
Φανήκατε λίγοι, ανάξιοι να παλέψετε και να αλλάξετε το σενάριο, να δείξετε στην ζωή ότι δεν χρειάζεται αυτή να σας γράφει σενάρια γιατί έχετε το δικό σας, και στην μοίρα ότι δεν είστε πειθήνια όργανά της, δεν αρνηθήκατε το έργο, σκύψατε το κεφάλι και αρχίσατε να το παίζετε σκηνή προς σκηνή λέξη προς λέξη, και όταν το σενάριο επέβαλε και ο σκηνοθέτης διέταξε, ανοίξατε την πόρτα και αφήσατε την διχόνοια να μπει μέσα, και αυτή έκανε αυτό που ξέρει πολύ καλά να κάνει.
Άρχισε να ξεσκίζει και να καίει τα όνειρά σας, να καταστρέφει να χτυπά τα πάντα γύρω της. Ότι όμορφο έβλεπε το χτυπούσε και το έκανε συντρίμμια, χτυπούσε και εσάς τους ίδιους, και σάς έκανε ρωγμές, που από αυτές έβγαινε ένα μαύρο υγρό, τόσο μαύρο και τόσο δύσοσμο, όσο μόνο η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να παράγει.
Φανήκατε τόσο αδύναμοι και τόσο άμυαλοι, που αντί, ακόμα και τότε, να πιαστείτε χέρι χέρι, να πετάξετε έξω την διχόνοια, να κλείσετε τις πληγές ο ένας του άλλου και να κάνετε την επανάστασή σας αρνούμενοι να συνεχίσετε να παίζετε, το φοβερό αυτό σενάριο, εσείς σκύψατε το κεφάλι και παρακολουθούσατε την διχόνοια να καταστρέφει εσάς και τα όνειρα σας.

Το μαύρο υγρό συνέχιζε να βγαίνει από τις, όλο και περισσότερες ρωγμές σας, μέχρι που σας έπνιξε.
Τώρα μόνοι σας, χωρίς τίποτε, προσπαθείτε να μαζέψετε τα κομμάτια σας, να ξαναστήσεται τους εαυτού σας και να πάρετε τον δρόμο σας, σκοτεινοί και μόνοι, πρόθυμοι ηθοποιοί στο σενάριο της ζωής και στις προσταγές του σκηνοθέτη.
Το σπίτι τώρα, μένει έρημο, σκοτεινό, μάρτυρας μιας καταστροφής γεμάτο αναμνήσεις από γέλια χαρές, χαμόγελα, όνειρα και υποσχέσεις, αναπολώντας την λάμψη που το έκανε το πιο όμορφο και λαμπερό παλάτι του κόσμου..........Και μέσα του, σε μια γωνιά καθισμένο, ένα παιδί, όμορφο σαν Θεός με το πρόσωπο ακουμπισμένο στα γόνατά του να κλαίει.
Ένα παιδί που κανείς σας δεν είδε ότι υπάρχει, δεν άκουσε το κλάμα του δεν ένιωσε τα δάκρυά του.

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Οικολογία με αρνητικό πρόσημο

Φωνάζουν οι οικολόγοι για διάφορα.

για το περιβάλλον για τα τρόφιμα για το νερό για το νέφος, αλλά ας το δούμε από μια άλλη οπτική γωνία, αυτήν των συμφερόντων, και θα δείτε ότι έχει κάποια βάση η αντιοικολογική συμπεριφορά τους.

Ας αρχίσουμε με τα δάση. Τι θέλουν και φωνάζουν οι οικολόγοι?

Κατ' αρχή ένα καμένο δάσος δεν ξανακαίγεται, οπότε αν το αφήσουμε έτσι δεν πρόκειται να έχουμε νέες φωτιές, αφήστε που το μαύρο είναι της μόδας και θα φορεθεί πολύ εφέτος.

Αν δε, τα τσιμεντάρουμε κι' ολας, τότε είμαστε διπλά ασφαλείς.

Όσο για το οξυγόνο, τα φαρμακεία είναι γεμάτα.

Για το νέφος της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων, γιατί διαμαρτύρονται?

Δεν καταλαβαίνουν πόσο χρήσιμο είναι?

Μπορεί να λειτουργήσει σαν τα γυαλιά ηλίου πάνω από την πόλη κάνοντας σκιά παντού, μετά τα ευεργετικά του συστατικά θα λύσουν το ασφαλιστικό, αφού δεν θα υπάρχουν πια συνταξιούχοι, εκτός της οικονομίας που μας προσφέρει γιατί δεν έχουμε την ανάγκη πλέων να αγοράζουμε τσιγάρα αφού ο καπνός υπάρχει στην ατμόσφαιρα και αναπνέοντας καπνίζουμε συγχρόνως

Γκρινιάζουν επίσης για τα μολυσμένα νερά, να δύο παραδείγματα που τους διαψεύδουν πλήρως

Ο ποταμός Ασωπός, πέφτουν λέει λύματα από τις βιομηχανίες και το νερό έχει γίνει κόκκινο.

Ε! και λοιπόν? Ας το εκμεταλλευτούμε τουριστικά, πως δηλαδή η Κίνα έχει τον κίτρινο ποταμό? εμείς θα έχουμε τον κόκκινο, ως τουριστική ατραξιόν της περιοχής.

Όσο για την υδροδότηση αυτής της περιφέρειας, ας χρησιμοποιήσουν εμφιαλωμένο, να φάνε και οι νερουλάδες λίγο ψωμί.

Η λίμνη Κορόνια, όχι μόνο να μην προστατευτεί και να μην πειραχτεί αλλά απεναντίας να αποξηρανθεί το συντομότερο και να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργειες, γιατί με τόσα λιπάσματα και τόσες ουσίες που έχουν κατακαθίσει στον πυθμένα της το κάθε στάχυ, μεταλλαγμένο οπωσδήποτε, θα είναι μεγάλο σαν την φασολιά του Τζακ και δύο τρία από αυτά τα στάχυα θα μπορούν να θρέψουν όλοι την χώρα, με το στάρι που θα παράγετε από αυτά, οπότε η υπόλοιπη παραγωγή μπορεί να εξάγεται και να φέρει συνάλλαγμα.

Όσο για τα συντηρητικά (τα Ε) που γίνεται πολύς ντόρος.

Με αυτά μέσα στις τροφές αυτό που θα γίνει, θα είναι να μην λιώνουν οι νεκροί, από τα πολλά συντηρητικά, όποτε λύνουμε και το πρόβλημα των νεκροταφείων.

Τους νεκρούς δεν θα χρειάζεται πια να τους θάβουμε αφού δεν θα λιώνουν αλλά μπορούμε να τους βρούμε άλλες χρήσεις, για παράδειγμα μπορούμε να τους χρησιμοποιήσουμε για οδοδείκτες, να τους στίσουμε στις γωνίες και με το ένα χέρι να κρατούν το όνομα της οδού ή της περιοχής και με το άλλο χέρι να δείχνουν την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει ο ενδιαφερόμενος, η σαν γραμματοκιβώτια, η για στύλους στις πινακίδες της τροχαίας, στα φανάρια κτλ.

Ρε μπας και τα συμφέροντα έχουν δίκαιο τελικά?

Χχχχχχμμμμμμμμμμμ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!


Και το δούλεμα πάει σύννεφο


Την επόμενη μέρα από το συμβάν στα Ζωνιανά, άκουγα ραδιόφωνο την ώρα που οδηγούσα.


Έλεγε λοιπόν, ο δημοσιογράφος της ΝΕΤ 105.8, ότι αυτό είναι το πιο σοβαρό συμβάν αλλά έχουν γίνει και άλλα, όσες φορές η αστυνομία έκανε κίνηση να πάει προς το συγκεκριμένο χωριό.


Είπε μάλιστα και για "άβατο" και για "παραπολιτική κάλυψη" των κουμπουροφόρων.
Μετά από λίγα λεπτά σε τηλεφωνική επικοινωνία με βουλευτή του νησιού ακούστηκε η λέξη "αδιαφορήσαμε". (αν θέλουμε σε πιστεύουμε κέ βουλευτά)
Ακούστηκαν, και άλλα όπως για παράδειγμα ότι πολιτικοί κατηγόρησαν την αστυνομία ότι "δεν κάνει την δουλειά της" και η αστυνομία να ανταπαντά ότι "δεν μας αφήνετε".
Όταν μετά, το βράδυ γύρισα σπίτι, άρχισα να συγκεντρώνω στο μυαλό μου όλα αυτά που συμβαίνουν σε αυτή την χώρα από την αδιαφορία των πολιτικών.
Πρώτα ας δούμε το θέμα αστυνόμευση.
Δεν είναι δυνατό μια περιοχή της χώρας, να βρίσκετε επί χρόνια κάτω από την κυριαρχία των κάθε λογής παρανόμων, να τελεί υπό τον νόμο των ντεσπεράντος της περιοχής και η αστυνομία να μην επεμβαίνει με αποφασιστικότητα και δυναμισμό για την επιβολή του νόμου.
Δεν είναι δυνατόν καμιά κατοσταριά κουκουλοφόροι, να κάνουν κάθε τόσο την Αθήνα μαντάρα και η αστυνομία να μην τους έχει ακόμα μαντρώσει.
Δεν είναι δυνατόν να κάνεις επί ώρες βόλτα στην Αθήνα και να μην βλέπεις ούτε ΈΝΑ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΟ. έτσι για δείγμα, και πόσα άλλα που δεν μου 'ρχονται τώρα.
Να πούμε για το περιβάλλον?
Δεν είδαμε τα αποτελέσματα της θεόπνευστης πολιτικής τους στην Πελοπόννησο φέτος?
Να μιλήσουμε για δημόσια έργα?
Ποιό δημόσιο έργο έχει τελειώσει σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμά του και έχει κοστίσει όσο ο αρχικός του προϋπολογισμός?
Να πιάσουμε το μετρό, τον προαστιακό, τους εθνικούς δρόμους, τους σιδηροδρόμους, από που να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει.
Για τι άλλο να μιλήσουμε? για υγεία? για παιδεία για εξωτερική πολιτική? για οικονομία? για τι?
Από που να αρχίσεις και που να τελειώσει κανείς.
Και ενώ από την μια χάνονται ανθρώπινες ζωές κάθε μέρα, και δισεκατομμύρια ευρώ χαλιούνται στον γάμο του καραγκιοζη, (αλήθεια, έμαθε κανείς που πραγματικά πάνε αυτά τα χρήματα?) αυτοί οι κύριοι εθνοσωτήρες τι κάνουν? με τι ασχολούνται?
Κάθε τέσσερα χρόνια ψηφίζουμε ανθρώπους για να αδιαφορούν? και ρωτώ, αυτή η αδιαφορία είναι τσάμπα η είναι αγορασμένη?
Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιοι απ' αυτούς νομίζουν ότι έχουν και κληρονομικό δικαίωμα στην καρέκλα, και παρουσιάζεται και το φαινόμενο τής διαδοχής, από τους γιους και τις κόρες αυτών των κυρίων.
Όμως επειδή εγώ είμαι κακός θα θυμηθώ κάτι που έχε πει παλαιότερα ό τότε πρόεδρος της βουλής ο κος Κακλαμάνης.
Είχε πει λοιπόν ότι πολλοί βουλευτές χαλούν στην προεκλογική τους εκστρατεία τόσα χρήματα όσα βγάζουν από την βουλευτική αποζημίωση στα τέσσερα χρόνια της βουλευτικής τους θητείας.
Από όλα τα παραπάνω καταλαβαίνει κανείς πόσο πολύ νοιάζονται όλοι αυτοί οι κύριοι για εμάς.

Όσο για το που βρίσκουν κόμματα και πολιτικοί τα χρήματα, αυτά που με τόσο ελαφρά τη καρδία χαλάνε δεξιά και αριστερά,

Ο ΝΟΩΝ ΝΟΕΙΤΩ .

Τελικά ή μόνη υπηρεσία που μπορούν να προσφέρουν στην Ελλάδα και στους πολίτες της αυτοί οι κύριοι είναι να παραιτηθούν ΟΛΟΙ, και να σηκωθούν να φύγουν από την χώρα, όσο γρηγορότερα, τόσο καλύτερα για όλους μας.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

Ταξιδιώτης

Το όνομά μου είναι Ταξιδιώτης.
Εγώ και ο αδερφός μου ο μικρότερος, γεννηθήκαμε στην γη, έναν μικρό γαλάζιο πλανήτη, που περιστρέφεται γύρο από ένα αστέρι, τον Ήλιο
Υπάρχουν και άλλοι πλανήτες που περιστρέφονται γύρω από αυτό το αστέρι
Ο πλανήτης που γεννήθηκα είναι τρίτος πιο κοντινός σε αυτό το αστέρι.
Έτσι τουλάχιστον πρέπει να είναι ακόμα, έτσι ήταν όταν έφυγα από εκεί, για το ταξίδι που ήμουν ταγμένος να κάνω μαζί με τον αδερφό μου που με ακολουθεί λίγο πιο πίσω.
Σε αυτό το πλανήτη κατοικούν οι δημιουργοί μας, αυτοί που μας έδωσαν ζωή και μας έταξαν σε αυτό το ατελείωτο όσο και θαυμαστό, γεμάτο γνώσεις, ταξίδι.
Έχουμε δει πάρα πολλά υπέροχα όσο και τρομακτικά πράγματα, που ή φύση έχει φτιάξει.
Κάθε τόσο, εγώ και ό αδερφός μου, βλέπουμε, μαθαίνουμε καινούργια πράγματα, και αυτές τις γνώσεις τις μεταδίδουμε στους δημιουργούς μας στον μικρό γαλάζιο πλανήτη,
Είδαμε τον κόσμο του κόκκινου Άρη, τούς αστεροειδείς, ακανόνιστες πέτρες που δέν κατάφεραν να ενωθούν και να φτιάξουν έναν ακόμα υπέροχο κόσμο, τον θαυμαστό όλο χρώματα κόσμο του Δία, όπου και είδαμε τα δαχτυλίδια του, που ποτέ ανθρώπου μάτι δέν είχε ξαναδεί, τον εκπληκτικό κόσμο τού Κρόνου, με τα θαυμάσια δαχτυλίδια, και τα εκπληκτικά χρώματά του που μαγεύουν το μάτι και δύσκολα αποχωρίζεται αυτήν την εικόνα.
Είδαμε τον κόσμο του ουρανού του Ποσειδώνα, του μικρού Πλούτωνα, των δορυφόρων τους.
Μάθαμε πολλά σε αυτό το ταξίδι και μαζί μας μάθανε και οι δημιουργοί μας πράγματα υπέροχα που δέν θα μπορούσαν να ήξεραν αν δέν είχαν στείλει εμένα και τον αδερφό μου να εξερευνήσουμε, να δούμε να μάθουμε και να μεταδώσουμε τις γνώσεις μας σε αυτούς.
Μετά το κενό, το απέραντο κενό, μέχρι τον επόμενο σταθμό του ταξιδιού μου που τώρα πλησιάζω,
το νέφος του Όορτ, ένα μέρος που μόνο στην θεωρία γνώριζαν οι δημιουργοί μου, που ποτέ δέν είχαν δεί, και δέν ήξεραν τα μαγευτικά πράγματα που κρύβει, και που εγώ ετοιμάζομαι τώρα να ανακαλύψω.
Μια περιοχή γεμάτη νέες γνώσεις, νέες εικόνες, άγνωστες μέχρι τώρα καθώς είμαι ο πρώτος ταξιδιώτης που φτάνω εδώ, τόσο μακριά από τον μικρό γαλάζιο πλανήτη απ' όπου ξεκίνησα
Ετοιμάζομαι να μάθω και ετοιμάζω τις κεραίες μου για να μεταδώσω τις γνώσεις που θα πάρω, μετά από 6000 χρόνια απέραντου κενού, σκοταδιού που με συνόδευε στο μοναχικό ταξίδι μου, μέχρι εδώ
Πλησιάζω τον επόμενο σταθμό μου.
Γυρίζω και βλέπω πίσω καθώς τακτοποιώ την κεραία μου, βλέπω τον Ήλιο σαν μια μικρή κουκκίδα και ξέρω ότι ο μικρός γαλάζιος πλανήτης απ' όπου ξεκίνησα βρίσκεται κάπου εκεί, στην θαλπωρή της ζεστής αγκαλιάς του, και πάνω του βρίσκονται, κατοικούν οι δημιουργοί μου.
Θα είναι άραγε εκεί? Θα με περιμένουν? Οι γνώσεις που θα στείλω θα βρουν άραγε κάποιον να μάθει τα καινούργια θαυμαστά πράγματα που έχω να τους πω?
Θα βρουν κάποιον??????????

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2007

Όταν η σιωπή θα σκεπάσει τίς κραυγές




Ας προσέχουμε ώστε ποτέ να μήν γίνει η γή ένας σιωπηλός πλανήτης.

The wall on which the prophets wrote is cracking at the seams

Upon the instruments of death the sun light brightly gleams.

When every man is torn apart with nightmares and with dreams will no one lay the laurel wreath as silence drowns the screams.

Between the iron gates of fate the seeds of time were sown, and watered by the deets of those who know and who are known.

Knowledge is a deadly friend when no one sets the rules the fate of all mankind i see is in the hands of fools.

Confusion will be my epitaph as i crawl a cracked and broken path if we make it we can all sit back and laugh, but i fear tomorrow i'll be crying.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Ιαπωνικά


Το κάστρο Κομίσου ήταν ένα μεγαλόπρεπο κάστρο στην κορυφή ενός λόφου περιτριγυρισμένο από ένα πευκοδάσος που εκτεινόταν μέχρι τους πρόποδες του λόφου που ήταν χτισμένο.


Από την βόρεια πλευρά του, μπορούσε κανείς να δει την απέραντη καταπράσινη πεδιάδα που απλωνόταν μπροστά του, ενώ από την νότια και την δυτική πλευρά, ο λόφος κατηφόριζε και κατέληγε σε μια ήσυχη παραλία, απ' όπου ξεκινούσε το απέραντο γαλάζιο όπου απλωνόταν μέχρι τον ορίζοντα, εκεί που ο ουρανός ακουμπά την θάλασσα και τα δύο γαλάζια ενώνονται σε μια ένωση εκπληκτικής ομορφιάς


Μέσα στο κάστρο, πίσω από τα χοντρά τοίχοι, υπήρχαν μεγαλόπρεπα κτίρια, περικυκλωμένα από πανέμορφους κήπους όπου κυριαρχούσαν οι κερασιές, ενώ παρτέρια με πολύχρωμα λουλούδια προσεκτικά τακτοποιημένα, συμπλήρωναν με την παρουσία τους την ομορφιά που απλωνόταν στο χώρο


Περίτεχνα διακοσμημένα πλακόστρωτα διέσχιζαν τους κήπους, δίνοντας την ευκαιρία σε όποιων ήθελε να τους περιδιαβεί και να τους θαυμάσει.


Στο κάστρο συνήθως επικρατούσε ηρεμία, όχι όμως τις τελευταίες μέρες.


Ο Κύριος του κάστρου, ο άρχοντας Σασαχάρα, ετοιμαζόταν να παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του την πριγκίπισσα Ιτσι, κόρη του άρχοντα Ισίντο, κυρίου του γειτονικού με αυτόν βασιλείου.


Οι ετοιμασίες για την γιορτή βρίσκοταν στο αποκορύφωμά τους καθώς η μέρα του γάμου δεν ήταν μακριά.


Τα πάντα διακοσμούνταν


Οι κήποι, οι διάδρομοι, οι αυλές τα κτίρια, ενώ μια εντυπωσιακή τέντα στηνόταν, στο χώρο όπου θα γινόταν η τελετή και θα ακολουθούσε ή γιορτή, παντού κρεμούσαν χρωματιστά φαναράκια από χαρτί, γιρλάντες, και διάφορα στολίδια.


Ήθελαν όλοι ο αγαπημένος τους άρχοντας να έχει τον πιο εντυπωσιακό γάμο που έγινε ποτέ σε αυτό το κάστρο.


Και ημέρα του γάμου ήρθε.


Το κάστρο πιο όμορφο από ποτέ ήταν έτοιμο για την γιορτή, ο άρχοντας Σασαχάρα φορώντας τα, απαραίτητα για την περίσταση ρούχα, καθόταν σε ένα σκαμπό στο κέντρο μιας μικρής εξέδρας που είχε στηθεί κάτω από την τέντα, δεξιά και αριστερά του κάθονταν οι αξιωματούχοι του κάστρου, και κάποιοι στενοί συγγενείς, και αγαπητοί φίλοι.


Όλοι οι καλεσμένοι είχαν φτάσει και όλοι περίμεναν την πριγκίπισσα Ιτσι με την συνοδεία της για να αρχίσει η τελετή, ο άρχοντας Σασαχάρα, ιδιαίτερα ευδιάθετος και χαρούμενος αστειευόταν με όλους και απαντούσε στα πειράγματα συγγενών και φίλων, επιτέλους, το όνειρό του, να παντρευτεί την αγαπημένη του γινόταν πραγματικότητα και τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί να σκιάσει την χαρά του, η συνοδεία που είχε στείλει για να προϋπαντήσουν την πριγκίπισσα και την συνοδεία της είχε φύγει από πολύ ώρα.


Έχουν αργήσει, σχολίασε ένας από τους αξιωματούχους.


Δεν θα είναι μακριά, απάντησε ένας άλλος, όπου και νά' ναι θα φανούν, δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την φράση τους και μία ομάδα ιππέων φάνηκαν από μακριά, να πλησιάζουν το κάστρο.


Μπήκαν μέσα, σταμάτησαν στον χώρο της γιορτής και όλοι κοίταζαν με απορία.


Ήταν ή φρουρά που είχε στείλει για να προϋπαντήσουν την καλή του, αλλά μόνοι, ο επικεφαλής ξεπέζεψε γρήγορα και πλησίασε στην εξέδρα, γονάτισε μπροστά στον άρχοντα σύμφωνα με το εθιμοτυπικό, και ανέφερε στον άρχοντα Σασαχάρα.


Η πριγκίπισσα δεν θα έρθει.


Τα πάντα πάγωσαν, η γιορτή σταμάτησε και όλοι κοιτούσαν παγωμένοι τον επικεφαλής της φρουράς, που ανέφερε.


Της έγινε μια άλλη πρόταση από τον άρχοντα Κομιγιάσου, και αυτή άκουσε τις συμβουλές των συγγενών και των φιλενάδων της ότι, επειδή ο άρχοντας Κομιγιάσου, είναι πιο ισχυρός, πιο πλούσιος και πιο δοξασμένος, ή ζωή μαζί του θα ήταν πιο ευτυχισμένη.


Τα πάντα σταμάτησαν, ο άρχοντας σηκώθηκε από το σκαμπό που καθόταν και χάθηκε μέσα σε ένα από τα κτίρια που περιέβαλαν την αυλή με αργά βήματα, οι καλεσμένοι άρχισαν να φεύγουν σιγά σιγά, και οι βαριές πόρτες του κάστρου έκλεισαν πίσω από τους τελευταίους καθώς αυτοί απομακρύνονταν.


Τα στολίδια, τα πολύχρωμα φαναράκια, και οι γιρλάντες άρχισαν να ξεκρεμιούνται,και το κάστρο να ξαναπαίρνει την πρότερη μορφή του, όμως, δεν ήταν ίδιο με πριν.


Η θλίψη είχε πάρει την θέση της μέσα από τα βαριά τοίχοι και το κάστρο τώρα έμενε βουβό, με τις βαριές πόρτες ερμητικά κλειστές να ρίχνει την σκιά του τριγύρω.


Ο καιρός πέρασε, οι πόρτες του κάστρου παρέμεναν κλειστές, και μέσα επικρατούσε σιωπή, οι κήποι είχαν ρημάξει απεριποίητοι, ενώ οι κερασιές, είχαν απλώσει τα κλαριά τους τα οποία είχαν πλέων μπλεχτεί μεταξύ τους δημιουργώντας ένα απροσπέλαστο τοίχο, το γρασίδι είχε μεγαλώσει και απειλούσε να πνίξει τα πάντα γύρω, τα πλακόστρωτα είχαν χορταριάσει


Το τοίχος που περιέβαλε το κάστρο είχε μαυρίσει και μαζί με αυτόν και τα κτίρια, και έστεκε εκεί, ρίχνοντας την βαριά σκιά του στην πεδιάδα αγνοώντας την ομορφιά που το περιέβαλε.


Μέσα στό καστρο ο άρχοντας, περιμένει μια γιορτή που δέν πρόκειτε να αρχίσει, και μια φωνή σαν ψίθυρος απλωνόταν στους σκοτεινούς διαδρόμους και στα ανήλιαγα δωμάτια


Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΕ ΝΑ ΕΡΘΕΙ...............



Υ.Γ. Όσοι από εσάς που διαβάσατε αυτό το κείμενο, αναγνωρίσατε τους εαυτούς σας, αναλογιστείτε απλά τη κακό έχετε κάνει στον ίδιο σας τον εαυτό, και πόσες χαρές έχετε χάσει περιμένοντας κάτι που πέρασε.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Υπέρ Υγείας

Σήμερα το απόγευμα άκουσα κάτι από το ραδιόφωνο το όποιο το άκουγα με τρόμο.
Το άκουσα από την Ραδιοεφημερίδα στην ΝΕΤ 105.8, και ή είδηση μεταδόθηκε περίπου στις 19.50.
Έλεγε τα παρακάτω.(Δεν έχω συγκρατήσει ακριβός τα λόγια αλλά δεν αλλοιώνω το νόημα)
" 2000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο γιατί από τα νοσοκομεία μας λείπουν 150 κρεβάτια εντατικής θεραπείας, ενώ πολλά από αυτά υπάρχουν σαν εξοπλισμός αλλά δεν λειτουργούν λόγο έλλειψης προσωπικού......."
Ήταν κάτι που είχα ξανα 'κουσει και παλαιότερα αλλά πραγματικά το άκουσμα τόσων ανθρώπων που χάνονται απ' αυτή την έλλειψη είναι τρομακτικό.
Επίσης ή εκφωνήτρια είπε ότι δεν είναι κάτι επίσημα καταγεγραμμένο αλλά είναι εκτιμήσεις, αλλά και πάλι, και 1500 άτομα να είναι το νούμερο παραμένει τρομακτικά μεγάλο, άσε που οι εκτιμήσεις μπορεί να είναι "μετριοπαθείς" όπως συχνά λέγονται, και στην πραγματικότητα να είναι περισσότεροι.
Όσο για τον κο υπουργό, απλά χρησιμοποίησε την περπατημένη.
Έκανε δηλαδή, ότι και οι προκάτοχοι του.
Χρησιμοποίησε εκείνη την μαγική λέξη που λύνει αυτομάτως ΟΛΑ τα προβλήματα σε αυτή την χώρα

Είπε ΘΑ

Και το πρόβλημα το έλυσε
Ας δούμε όμως μία άλλη διάσταση του προβλήματος.
Λόγο του μεγάλου αριθμού τροχαίων ατυχημάτων, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς που χρειάζονται κρεβάτι σε μια τέτοια μονάδα είναι νέοι άνθρωποι.
Σε μία χώρα λοιπόν με υπογεννητικότητα, γερασμένη πληθυσμιακά, μπορούμε να χάνουμε νέους ειδικά ανθρώπους για πλάκα?
2000 άνθρωποι κύριοι εθνοπατέρες είναι μια κωμόπολη, το καταλαβαίνετε αυτό?
Η μήπως επειδή, όταν πάθει κάποιος απ' εσάς κάτι του βρίσκουν ΑΜΕΣΩΣ κρεβάτι σε εντατική, και επειδή εγώ είμαι ΚΑΚΟΣ θα συνεχίσω λέγοντας, Ποιος ξέρει ποιόν ανθρωπάκο πέταξαν κακή κακός από την εντατική για να βολέψουν εσένα βρε πολιτικάντη μην και χάσει η Βενετιά βελόνι. ΣΚΑΣΙΛΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ
Και πώς γίνεται ρε βολευτάδες σε μια χώρα με κοντά 1.500.000 δημόσιους υπαλλήλους να μιλάμε για έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού και γιατρών στα νοσοκομεία και ΕΙΔΙΚΑ σε τόσο κρίσιμους τομείς?
Η απάντηση είναι απλή
Πρέπει να βολευτούν πρώτα όλοι αυτοί που μας ψηφίζουν για να βγούμε βουλευτές, να βολευτούν σε ένα γραφειάκι και μετά βλέπουμε για τα υπόλοιπα.
Επί δεκαετίες αυτήν την πολιτική ακολουθούσατε και φτιάξατε ένα δημόσιο τομέα κατ' εικόνα και ομοίωση σας, και μια χώρα που πάει από το κακό στο χειρότερο.
Όσο για χρήματα για τις αναγκαίες προσλήψεις υπάρχουν η δεν υπάρχουν?
Για το παρκινκ κάτω από την βουλή υπήρχαν χρήματα να το φτιάξετε.
Για τις 300 μερσεντές πάλι βρέθηκαν χρήματα.
Για τις αυξήσεις στην βουλευτική σας αποζημίωση πάλι βρέθηκαν χρήματα.
Γενικότερα, για ότι αφορά στην καλοπέρασή σας, κύριοι λεφτά υπάρχουν.
Και αν δεν υπάρχουν βρίσκονται
ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΙΑΧΤΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΟΥΝ 160 ΚΡΕΒΑΤΙΑ ΕΝΤΑΤΙΚΗΣ (να' χουμε και καβάντζα ) ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΧΡΗΜΑΤΑ?
Και εσείς ρε μεγαλοδημοσιογράφοι των καναλιών και των εφημερίδων που είστε να ξεσηκώσετε τον τόπο?
Αλλά τι? Με λεπτομέρειες θα ασχολείστε? η δεν αφήνει το αφεντικό?
Και κάτι ακόμα.
Πάλι από την ΝΕΤ 105,8 στην μεσημβρινή ραδιοεφημερίδα έγινε λόγος για την εσωκομματική προεκλογική εκστρατεία του κου Βενιζέλου.
Ο ίδιος δήλωσε ότι χρήματα έχει πάρει μόνο τα 70.000 επιχορήγηση του κόμματος για τους υποψήφιους. (Αν άκουσα λάθος διορθώστε με, αλλά δεν νομίζω να κουφάθηκα ξαφνικά)
Και άλλα τόσα Σκανδαλίδης, και άλλα τόσα ο Παπανδρέου
ΔΗΛΑΔΗ 210.000 στο γάμο του καραγκιόζη, και ας ψοφάει ο κόσμος στα νοσοκομεία
Και μετά έχω άδικο που με τον τρόπο μου ΑΠΕΧΩ από την εκλογική διαδικασία.
Είναι το δικό μου ΟΧΙ στόν εμπαιγμό και την κοροϊδία

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

Μαγειρεύω

Λοιπόν.
Παίρνουμε τέσσερις χοιρινές μπριζόλες και τις τοποθετούμε σε ένα ταψί.
Σε ένα μπρίκι βάζουμε μια κανονική συσκευασία μέλι και το ζεσταίνουμε μέχρι να νερώσει.
Ρίχνουμε μέσα στο μπρίκι μια χουφτα τριμμένους σπόρους κόλιανδρου και μια μεζούρα λικέρ disaronno.
Περιχύνουμε τις μπριζόλες με το μίγμα, και τις αφήνουμε να μαριναριστούν στο ψυγείο, για δύο με τρεις ώρες.
Κατόπιν παίρνουμε το ταψάκι, όπως είναι και το τοποθετούμε στο φούρνο της κουζίνας στους 150-180 βαθμούς μέχρι να ψηθούν καλά. (περίπου 1 ώρα)
Συνοδεύονται καταπληκτικά με ένα πιλαφάκι, σαλάτα ντομάτα, και ποικιλία τυριών.
Άντε και καλή όρεξη