Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Ανάσταση........

Καλή ανάσταση λοιπόν.
Όμως αν δούμε μέσα μας υπάρχει πραγματικά ανάσταση σε όλους τους τομείς της ζωής μας?????
Μήπως σε κάποιο τομέα, εργασιακά, η προσωπικά, η οικονομικά κτλ, η, ακόμα χειρότερα, σε όλους νομίζουμε ότι βιώνουμε αναστάσεις, ενώ στην πραγματικότητα, εκεί που πάμε προς την "εκκλησία", σίγουροι πως θα ακούσουμε το "Χριστός" Ανέστη, μόλις ακουστεί το "Δεύτε λάβετε φως", και πάμε και εμείς να ανάψουμε την λαμπάδα μας, να φωτιστούμε από την αγιοσίνη του, τότε ξαφνικά όλα σταματούν, όλα σβήνουν, η λαμπάδα μας αποκτά και πάλι μαύρες και μοβ κορδέλες και βρισκόμαστε και πάλι στην Μ. Πέμπτη, και ακούμε ξανά το "Σήμερον κρεμάτε επί ξύλου", γνωρίζοντας ότι μετά από λίγο θα ακολουθήσει η ταφή, και όλα αυτά σε έναν φαύλο κύκλο χωρίς τέλος???? Κάτι σαν την τιμωρία του Σίσυφου????
Γι' αυτό λοιπόν η ευχή μου θα είναι πραγματική Ανάσταση, σε κάθε έναν σας προσωπικά.
Θα ευχηθώ επίσης, την άγια ετούτη μέρα να αναστηθούν όλα τα όνειρά σας που θεωρούσατε νεκρά, απραγματοποίητα, πού κάποια στιγμή κλάψατε για τον "θάνατό τους", και να παρουσιαστούν ολόλαμπρα μπροστά σας, σαν άγγελοι, και να σας χαρίσουν την υπέροχη χαρά που δεν έχετε ακόμα φανταστεί
Σας φιλώ όλους-ες.

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Θάνατοι και αναστάσεις απλών ανθρώπων

Είχε περάσει καιρός, από τότε πού ήρθε σε αυτόν τον νέο κόσμο, σε έναν κόσμο ζεστό γεμάτο φως, χωρίς όρια, μίσος, πάθη, πόνο. Μόνο φως Ήταν στο άπειρο, και ήταν το άπειρο.
Όμως πάντα αναρωτιόταν ποιος είναι ο πραγματικός θάνατος, πότε σταματάς να υπάρχεις σε έναν κόσμο. Η γνώση όμως που ζητούσε δεν ήταν εκεί που ήταν, αλλά στον κόσμο που άφησε. Ήθελε αυτή την γνώση και προσπαθούσε να βρει τρόπο να γυρίσει πίσω για να μάθει, αν πέθανε ολοκληρωτικά, η αν ακόμα ζει, κάπου κάπως, κάτι από αυτόν. Από μια διαταραχή του χωροχρόνου, κατάφερε να περάσει στην άλλη μεριά, στον άλλο κόσμο, αυτόν που ήταν κάποτε ο κόσμος του. Άρχισε να περιπλανάται, ψάχνοντας να βρει την γνώση που ήθελε.
Πήγε πρώτα στο μέρος που ζούσε. Είχε αλλάξει. Δεν υπήρχαν πια τα χαμηλά σπιτάκια με τις αυλές. Τα δένδρα, τα λουλούδια, τις μυρωδιές τα χρώματα, τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στον δρόμο. Τώρα, παντού έβλεπε μεγάλα σπίτια, τόσο ψηλά που έκρυβαν τον ουρανό, φυλάκιζαν τον ήλιο, να ρίχνουν την σκιά τους πάνω στον ασφαλτοστρωμένο, πια, δρόμο. Φωνές παιδιών δεν ακούγονταν, λουλούδια, λιγοστά, μέσα σε γλάστρες στα μπαλκόνια δένδρα, μόνο οι καχεκτικές νεραντζιές στα πεζοδρόμια, που πάλευαν να ζήσουν. Ένα παρατεταμένο βουητό ακουγόταν από παντού, θόρυβος πόλης, και μια μυρωδιά που όμοιά της δεν είχε ξαναμυρίσει. Έψαξε για την γειτονιά που γεννήθηκε, για το σπίτι του, το σπίτι που έζησε χαρές και λύπες που ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε από τον κόσμο αυτό πριν γίνει ένα με το άπειρο. Δυσκολεύτηκε πολύ να αναγνωρίσει την γειτονιά του, το σπίτι του δεν υπήρχε. Όλα αυτά που ήξερε είχαν εξαφανιστεί και στη θέση τους υπήρχαν άλλα άγνωστα γι' αυτόν πράγματα, τίποτε που να θυμίζει το πέρασμά του από εκεί, κανένα σημάδι. Έψαξε στα μυαλά των ανθρώπων, αλλά ούτε εκεί βρήκε τίποτε. Δεν υπήρχε πουθενά. Καμιά μνήμη, όλα όσα βρήκε ήταν ξένα με αυτόν. Τότε κατάλαβε, έκλαψε για τον θάνατό του. Έφυγε πήγε στο τελευταίο δικό του μέρος, εκεί όπου ήταν το καταφύγιό του, στο παλιό ξωκλήσι με την μαρμάρινη βρύση, που πολλές φορές τον είχε ξεδιψάσει, και τον πλάτανο, που είχε ξεκουραστεί, ερωτευτεί, τραγουδήσει κλάψει στην σκιά του. Βγήκε σαν αέρας από την πόλη και πήγε εκεί. Το μέρος δεν είχε αλλάξει, ήταν σχεδόν ίδιο με αυτό που ήξερε, πλησίασε τον πλάτανο, φύσηξε μαλακά στα κλαδιά του, σαν να τον χαιρετούσε, πόσα είχε να του πει, και πόσα να τον ρωτήσει, όπως τότε, που του εξομολογούταν όλες τις χαρές και τις λύπες του, σαν ξάπλωνε στην δροσερή σκιά του. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι στέκονταν μπροστά στην μαρμάρινη βρύση. Αυτή έπινε νερό με τις χούφτες της, και αυτός κοιτούσε το λευκό μάρμαρο. Πλησίασε το ζευγάρι και στάθηκε κοντά τους, κοντά στην βρύση που τόσο καλά ήξερε το γαργαριστό τραγούδι της.

-Κοίτα, είπε το αγόρι, κάτι γράφει εδώ. Το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι τίναξε τα χέρια να στεγνώσουν και κοίταξε και αυτό, την σκαλισμένη στο μάρμαρο γραφή.


ΔΥΟ ΜΙΚΡΕΣ ΛΑΜΠΕΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΦΥΛΛΟ, ΠΟΥ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΦΥΣΩΝΤΑΣ ΣΑΝ ΠΡΩΙΝΗ ΑΥΡΑ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΕΝΩΣΕΙ ΤΗΝ ΛΑΜΨΗ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ Σ' ΑΓΑΠΩ


-Πολύ ωραίο, ανατρίχιασα, είπε το κορίτσι, θα πρέπει να είναι γραμμένο για κάποια κοπέλα, σίγουρα.
-Ναι, και πρέπει να την αγαπούσε πολύ, είπε το αγόρι.
-Ναι έτσι δείχνει, όπως εγώ εσένα
- Και εγώ εσένα.
Φιλήθηκαν Αυτός έμεινε να ακούει πίσω από το ζευγάρι, αυτές τις γραμμές, ήταν τα λόγια που είχε χαράξει στο μάρμαρο της βρύσης όταν έδειχνε στην αγαπημένη του το καταφύγιό του. Δάκρυσε, ένιωσε ξανά ζωντανός, υπήρχε κάτι από αυτόν ακόμα εδώ, σε αυτόν τον κόσμο που μετέδιδε στους ανθρώπους αυτό το δυνατό συναίσθημα που αυτός είχε βιώσει. Την αγάπη. Ένιωσε σαν να αναστήθηκε. Μέσα από αυτές τις απλές γραμμές επικοινωνούσε ακόμα με τους ανθρώπους, ο χρόνος δεν τον διέγραψε τελείως, υπήρχε ακόμα, αυτό το τόσο μηδαμινό να τον θυμίζει. Χάιδεψε τα μαλλιά της κοπέλας, και αυτά κινήθηκαν στο ελαφρό αεράκι. Το αγόρι πήρε απαλά το χέρι της κοπέλας στο δικό του, και με αργά βήματα απομακρύνθηκαν από εκεί, αυτός έμεινε να κοιτάζει, τα άτσαλα χαραγμένα γράμματα στο μάρμαρο. Έφυγε, πέταξε μακριά. Με απαντημένο τελικά το ερώτημά του, γύρισε πίσω στον κόσμο που ανήκε στον κόσμο του φωτός



Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Το Παζλ

Πέρασε την πόρτα του καταστήματος και μπήκε μέσα.
Κατευθύνθηκε στα ράφια που ήταν τα παζλ.
Ευχαριστιόταν να φτιάχνει παζλ. Ήταν αγαπημένη ασχολία. Περνούσε ώρες συνταιριάζονταν κομμάτια , δημιουργώντας εικόνες, και πάντα όταν τελείωνε ένα πλατύ χαμόγελο ευχαρίστησης σχηματιζόταν στο πρόσωπο. Είχε φτιάξει πολλά από αυτά, αλλά δεν είχε κρατήσει κανένα, τα χάριζε στους άλλους. Αυτή την φορά όμως, αυτό που θα διάλεγε δεν θα το χάριζε. Αυτό θα είναι μόνο για εμένα, μόνο δικό μου, σκέφτηκε, Ολόδικό μου.
Άρχισε να κοιτάζει τα κουτιά, ήθελε να διαλέξει ένα όμορφο τοπίο να φτιάξει, γι' αυτό έψαχνε το πιο όμορφο, αυτό που θα χάριζε το πιο μεγάλο χαμόγελο όταν θα το κοιτούσε έτοιμο στο τραπέζι, που θα ευχαριστούσε το βλέμμα κάθε φορά που θα το κοίταζε κρεμασμένο στον τοίχο.
Κατέβαζε κουτιά από το ράφι, τα αράδιαζε πάνω στον πάγκο τα κοιτούσε και έψαχνε.
Σε ένα κουτί το βλέμμα σταμάτησε. Αυτό είναι σκέφτηκε
Πάνω στο κουτί υπήρχε η εικόνα του παζλ, ένα πανέμορφο τοπίο, με έναν ουρανό σκούρο μπλε σαν λίγο μετά την δύση του ηλίου. Στο βάθος φαίνονταν χιονισμένες βουνοκορφές Μπροστά τους απλωνόταν μια πεδιάδα γεμάτη λουλούδια, με ένα ποτάμι να την διασχίζει και κάπου εκεί, ένας παλιός νερόμυλος, περιστοιχισμένος από ψηλά δένδρα.
Έπιασε το κουτί με τα δυο χέρια, και το κοίταξε καλύτερα,
-Υπέροχο, μονολόγησε. Πήρε το κουτί πήγε στο ταμείο, πλήρωσε και με ανυπομονησία μικρού παιδιού πήγε στο σπίτι.
Άνοιξε το κουτί έβαλε πάνω σε ένα τραπέζι την χάρτινη βάση του παζλ, άνοιξε προσεκτικά την σακούλα να μην χυθούν τα κομμάτια στο πάτωμα και χαθούν, άδειασε και αράδιασε τα κομμάτια μπροστά πάνω στο τραπέζι.
Άρχισε να βάζει σιγά σιγά, ένα ένα τα κομμάτια στην θέση τους.
Η εικόνα άρχισε να ζωντανεύει, τα σκόρπια κομμάτια όλο, λιγόστευαν, και η εικόνα όλο και μεγάλωνε εμφανίζοντας σιγά σιγά την ομορφιά του τοπίου που απεικόνιζε.
Χαμογελούσε, ευχαριστιόταν κάθε φορά που ένα κομμάτι έπαιρνε την θέση του, και η εικόνα ολοκληρωνόταν, μεγάλωνε και μαζί της μεγάλωναν η μαγεία και η ευχαρίστηση που ένιωθε.
Μέχρι που η εικόνα ολοκληρώθηκε, έμενε μια τρύπα στην μέση του παζλ και ένα τελευταίο κομμάτι.
Πήρε το κομμάτι στα χέρια, το κοίταξε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Δοκίμασε να το βάλει στην κενή θέση. Δεν ταίριαζε.
Ούτε το σχήμα ούτε τα χρώματα ταίριαζαν με τα γειτονικά κομμάτια.
Κρατώντας το αταίριαστο κομμάτι στο χέρι κάθισε στο βάθος της καρέκλας.
Κοίταξε για άλλη μια φορά το παζλ, κοίταξε και το κομμάτι.
Δεν υπήρχε περίπτωση να ταιριάξει, δεν άνηκε σε αυτό κουτί, σε αυτήν την εικόνα.
Σηκώθηκε από την καρέκλα και κοίταξε κάτω από το τραπέζι, μήπως το κομμάτι που έλειπε είχε πέσει κάτω, τίποτε όμως δεν βρήκε.
Γύρισε και κοίταξε την εικόνα. Μες την μέση της έχασκε ένα κενό.
Ένα κενό που ρουφούσε όλη την μαγεία και την ομορφιά της.
Αναστέναξε, πήρε χαρτί ψαλίδι χρώματα και προσπάθησε αυτοσχεδιάζοντας να αντικαταστήσει το κομμάτι που έλειπε.
Έβαλε το κομμάτι που έφτιαξε στο κενό, αλλά η εικόνα δεν ήταν η ίδια. Προσπάθησε ξανά και ξανά, έκοβε κομμάτια χαρτί στο σχήμα του κενού, τα χρωμάτιζε, και εκεί που έλεγε “όλα εν τάξη”, όταν τα τοποθετούσε στη θέση του χαμένου κομματιού έβλεπε την αποτυχία. Η εικόνα δεν ήταν το ίδιο όμορφη σαν αυτή που είχε πάνω στο κουτί, σαν αυτή που προσδοκούσε να δει όταν ξεκίναγε το παζλ.
Μάζεψε τα κομμάτια του παζλ και τα έβαλε πάλι στην σακούλα, την έβαλε μέσα στο κουτί, το έκλεισε και το έβαλε σε ένα ντουλάπι να μην το βλέπει.
Πήγε στην κουζίνα έφτιαξε μια κούπα καφέ, πήγε στο σαλόνι κάθισε στον καναπέ, ρούφηξε λίγο, και άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό να ξεφύγει γεμίζοντας τον χώρο ολόγυρα.
Ακούμπησε την κούπα με τον καφέ πάνω στο τραπέζι δίπλα στο αταίριαστο κομμάτι, που είχε ξεμείνει μόνο. Το πήρε στο χέρι και το κοίταζε.
Ήταν ένα μικρό γυαλιστερό χάρτινο κομμάτι μηδαμινής αξίας που όμως είχε στερήσει ένα χαμόγελο.

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Blogoπαιχνιδο

Η αγαπητή φίλη Στέλλα http://metofeggariagalia.blogspot.com/ με κάλεσε να παίξω.

Αποδέχομαι την πρόσκληση και αρχίζω


1) Όνομα: Αλέξης

2) Γενέθλια: 17/03/67, πρόσφατα φάγατε γλυκάκι


3) Ζώδιο:







4) Χρώμα μαλλιών: Μαύρο


5) Χρώμα ματιών: Καστανά, λέει η ταυτότητα. Αυτός που το έγραψε κάτι θα ξέρει....



6) Έχεις ερωτευτεί ποτέ? Ναι και άσχημα, αλλά τώρα προσέχω.....


7) Είδος μουσικής που ακούς: Τα πάντα εκτός από σκυλάδικα (Μπλιαχ)


8) Αγαπημένος Χαρακτήρας Disney:

Μπάς και μου έρθει λίγη από την τύχη του..........


9)Ποιος φίλος/φίλη σου μένει πιο μακριά? Οι ιντερνετικοί μου και ας είναι καλά το τηλέφωνο

10) Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσει: ΑΑΑΑΑΑχχχχχχχχχ......Ύπνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου!!!!!!!!

11) Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι: Κλειδιά, Πορτοφόλι, Τσιγάρα, Αναπτήρας, Κινητό, Τα ρούχα μου, τα παπούτσια μου, το μυαλό μου, και τόσα άλλα

12) Τι έχεις στον τοίχο σου? Salvador Dali

13) Τι έχεις κάτω απ’ το κρεβάτι σου? Το πάτωμα

14) Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τι θα έκανες? Θα έβαζα μιά φωνή ΚΑΣΤΡΑΤΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ, και θα πήγαινα να μαζέψω τα κομμάτια

15) Αγαπημένος αριθμός: 13

16) Αγαπημένο όνομα: Το δικό μου

17) Τα χόμπι σου: Δες στο προφίλ μου, βαριέμαι να γράφω τα ίδια

18) Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα? Διακοπές!!!!!!!!

19) Μια ευχή για το μέλλον: Ένα τεράστιο χαμόγελο για όλους τους ανθρώπους, σε όλη την γη
20) Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποια εποχή θα πήγαινες?
Σε κάποια πού να κυριαρχούσε ο ρομαντισμός και η ειλικρίνεια

21) Φωτιά! τι θα πάρεις μαζί σου; Θα βουτήξω τον πυροσβεστήρα και θα την σβήσω

22) Αγαπημένο λουλούδι:


Κάκτοι, γιατί χρειάζοντε σπάνια πότισμα...........
23) Αγαπημένη παλιά σειρά: Μάπετ σοου, πιο παλιά? Λούσι.


24) Αγαπημένη ταινία: Στα φτερά του Έρωτα


25) Αγαπημένο τραγούδι:






26) Αγαπημένο βιβλίο: Η βιβλιοθήκη μου έχει βιβλία ένα και ένα, δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο


27) Αγαπημένο ζώο: Γάτες, και τα ανίψια μου


28) Αγαπημένο ρούχο: Ότι έχει η ντουλάπα μου


29) Αγαπημένος καλλιτέχνης/ιδα: Θα γράφουμε για ώρες!!!!!!!


30) Αγαπημένο χρώμα: Γαλάζιο

31) Αγαπημένο φαγητό: Όλα

32) Με ποιον χαρακτήρα από cartoon (Disney, WB, comics) ταυτίζεσαι?




Καθαρά λόγο ξάπλας!!!!!!


33) Κακή συνήθεια: Σοκολατόπιτα


34)Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει: Σεβασμός ειλικρίνεια



35) Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει: Λέω σε όλους όλη την αλήθεια, και αυτό είναι ενοχλητικό, για τους άλλους


36) Συνηθισμένη ατάκα: and the life goes on......


37) Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις, αν δεν έκανες αυτήν που κάνεις τώρα: Κάποια που να κάθομαι Σαββατοκύριακα, και αργίες


38) Μεγαλύτερος φόβος: Το άγνωστο μέλλον


39) Η καλύτερη pizza: Όλες λοιπών, παραγγέλνεις δυο πίτσες βάζεις την μια ανάποδα πάνω στην άλλη καιαιαιαιαιαιαιαι.........................


40)Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι…: Η καλύτεροι φίλοι, γιατί δεν πληγώνουν επειδή η αγάπη τους είναι αληθινή



Αυτά από εμένα, Ευχαριστώ την φίλη Στέλλα για την πρόσκηση και καλώ να παίξουν την
ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ, την ΜΑΡΙΑ, την ΜΑΡΙΑ ΛΕΜΟΝΑΤΗ, την GENNA, και την ΓΛΥΚΟΚΕΡΑΣΟΖΟΖΟΥΝΑ.
Καλό υπόλοιπο Κυριακής φιλιά σε όλους

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Τηλεπωλήσεις. Το τέλος

Τέλος Α'



Έκλεισε τό τηλέφωνο φανερά συγκινημένη.
Ήταν έτοιμη να αρχίσει και αυτή να δακρύζει. Τόση δυστυχία, τόση μοναξιά, δεν το πίστευε ότι θα υπήρχε γύρω της. Πήγε σπίτι της, η τελευταία φράση τριγυρνούσε στο μυαλό της σαν πονοκέφαλος. “Αγοράζω λίγα γραμμάρια χαράς και για τους δυό μας.”
Τήν άλλη μέρα, πήγε στήν δουλειά της, άρχισε να κάνει ότι κάνει κάθε άλλη φορά, όμως κάτι την έτρωγε μέσα της. Αυτά τα λόγια, δεν έλεγαν να φύγουν από το μυαλό της, σαν να την είχαν στοιχιώσει.
Σταμάτησε τα τηλέφωνα, γύρισε στον Η/Υ, βρήκε το τηλέφωνο εκείνου. Τον κάλεσε, εκείνος της απάντησε.
-Καλημέρα, δεν πήρα να σας πουλήσω κάτι, απλά για να σας πω μια καλημέρα, γι'αυτό πήρα. Μόνο γί'αυτό.
Μίλησαν για πολύ λίγο, δεν ήθελε να δώσει στόχο στον προιστάμενό της.
Τελείωσε την δουλειά της και μάζευε τά πράγματά της για να φύγει.
Μιά ιδέα της πέρασε από το μυαλό, έβγαλε στα γρήγορα ένα στυλό και σημείωσε την διεύθυνση του.
Εκείνη την Κυριακή το πρωί φόρεσε το καλήτερο χαμόγελό της και με ένα κουτί γλυκά στο χέρι, μετά από λίγη ώρα του χτυπούσε το κουδούνι.........



Τέλος Β'



Πέρασε καιρός από εκείνο το τηλεφώνημα.
Εκείνη, όπως κάθε μέρα, τελείωσε την δουλειά της, μάζεψε τα πράγματά της και έκανε να φύγει.
Η συνάδεφός της από το διπλανό τραπεζάκι την φώναξε.
-Θα πάμε με τις άλλες για καφέ, θα έρθεις???
Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Μετά από λίγη ώρα βρισκόταν με τις άλλες κοπέλες σε ένα διπλανό καφέ και όπως κάθε φορά μιλούσαν και αστειεύονταν, με τα διάφορα περίεργα πού συναντούσαν στήν δουλειά τους.
Κάποια στιγμή μια από τις κοπέλες σχολίασε.
-Καλά τα κατάφερες αυτό τον μήνα, με δυό τρείς ακόμα πωλήσεις, πέρνεις τό πρίμ, άντε τυχερούλα.
-Τυχερή δεν θα πει τίποτε. Έχω πέσει πάνω σε ένα, παλαβό να τον πω??? μ@@@κα να τον πω??? Ούτε ξέρω, που αγοράζει ότι του πουλήσω, αρκεί να του πω καλημέρα.
-Σοβαρά???? έκανε η άλλη.
-Ναι καλέ, αλλά μόλις του πουλήσω δυό πράγματα ακόμα και σιγουρέψω το πριμ θα του ρίξω δυό φάσκελα και από εδώ πάνε και οι άλλοι.
-Άντε κο@@φαρδη, φτιάχτικες πάλι.
-Άσε και έχω δει ένα συνολάκι στήν Ερμού, χάρμα.................

Τηλεπωλήσεις

Η ώρα είχε πάει 09:00, ήταν ώρα να αρχίσει την δουλειά της.
Δούλευε τηλεφωνήτρια σε ένα κατάστημα τηλεπωλήσεων, έπαιρνε ασταμάτητα τηλέφωνα, από ένα κατάλογο που της είχαν δώσει και προσπαθούσε να πουλήσει διάφορα προϊόντα.
Έκανε αρκετό καιρό αυτή την δουλειά και είχε συναντήσει λογιών λογιών ανθρώπους και διάφορες συμπεριφορές, από κλείσιμο του τηλεφώνου στα μούτρα, από πιο ευγενικά κλεισίματα, μέχρι καμάκι, και βρομιές.
Αν ήταν τυχερή μέσα στις τόσες αρνήσεις κατάφερνε να πουλήσει και κάτι.
Όλη αυτή η κατάσταση της είχε γίνει συνήθεια πια και δεν της έκανε αίσθηση, μάλιστα μετά το τέλος της δουλειάς, όταν έβγαιναν για καφέ με άλλες συναδέλφους της, ήταν το κύριο θέμα για συζήτηση. Η κάθε μία έλεγε τι είχε ακούσει στις άλλες, και στο τέλος κατέληγαν όλες μαζί να γελούν και να σχολιάζουν ανάλογα.
Κάθισε στήν καρέκλα της, έβαλε τον καφέ της και την τυρόπιτα της σε μια γωνιά στο τραπεζάκι, τακτοποίησε τον Η/Υ και πριν φορέσει τα ακουστικά γύρισε στήν συνάδελφό της που καθόταν δίπλα.
-Ε ρε τι θα ακούσουμε και σήμερα, της είπε με χιουμοριστική διάθεση, χαμογέλασαν και οι δυό.
Έβαλε τα ακουστικά και άρχισε να παίρνει τηλέφωνα. Η ώρα περνούσε, όλα έδειχναν ότι και αυτή η μέρα θα ήταν σαν όλες τις άλλες χωρίς κάτι ιδιαίτερο, και μάλιστα αρκετά άτυχη γιατί μέχρι ώρας δεν είχε καταφέρει να πουλήσει κάτι.
Μόλις από την άλλη άκρη της γραμμής άκουγε τό ανδρικό η γυναικείο “ΕΜΠΡΟΣ” φορούσε το καλύτερο χαμόγελο της την πιο γλυκιά φωνή και έλεγε κάθε φορά ίδιο και απαράλλαχτο “Καλημέρα σας από την εταιρεία τηλεπώλησης......”
αλλά όλο “δεν ενδιαφέρομαι” άκουγε η της έκλειναν το τηλέφωνο στα μούτρα.
Σχημάτισε έναν ακόμα αριθμό, από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ακούστηκε ένας μάλλων ηλικιωμένος άνδρας.
-Παρακαλώ
Αυτή έκανε ότι και κάθε άλλη φορά, φόρεσε το πιο γλυκό χαμόγελο την πιο καλή της φωνή και άρχισε να λέει αυτά τα χιλιοειπωμένα λόγια, σύσταση της εταιρείας.
-Καλούμε από την εταιρεία........τα προϊόντα μας..........
-Χμμμμ!!!!! ενδιαφέρον, της αποκρίθηκε, για πέστε μου όμως για εκείνο το μίνι ηλεκτρικό σκουπάκι, δείχνει ενδιαφέρον.
Αυτή πήρε το χαρτί με τα ηλεκτρικά σκουπάκια μπροστά της και άρχισε να του λέει για κάθε ένα από τα μοντέλα που είχε η εταιρεία προς πώληση, αυτός έδειχνε να την ακούει με ενδιαφέρον την ρωτούσε για αυτά, και αυτή με μεγάλη προθυμία και ευγένεια απαντούσε σε όλες του της ερωτήσεις.
Στο τέλος ο πελάτης διάλεξε ένα σκουπάκι έδωσε τα στοιχεία του αυτή τα πέρασε στον Η/Υ, και η πώληση έκλεισε. Επιτέλους, σκέφτικε κάτι πούλησα δεν πήγε χαμένη η μέρα σήμερα, και ενώ καλημέριζε και ευχαριστούσε τον πελάτη, αυτός της είπε κάτι που την ξάφνιασε.
-Θα με ξαναπάρεις. Έτσι δεν είναι?? Θα με ξαναπάρεις Ε?
-Ε ναι, αφού σας ενδιαφέρουν τα προϊόντα μας, θα σας ξανακαλέσω, Καλημέρα.
-Καλημέρα και ευχαριστώ.
Εκείνη έκλεισε την γραμμή και έμεινε με την απορεία. Τόσο τα λόγια όσο και ο τρόπος του, ήταν κάτι κάτι προτόγνωρο για αυτή ποτέ πρίν κάποιος πελάτης δεν της είχε ζητήσει να τον ξανακαλέσει, και με τόση θέρμη.
Οι μέρες πέρασαν, το ίδιο μονότονα, ίδιες και απαράλλαχτες σαν να είχαν βγει από φωτοτυπικό μηχάνημα, αυτή στο τραπεζάκι να παίρνει τηλέφωνα, να προσπαθεί να πουλίσει, άλλοτε με επιτυχεία άλλοτε, τίς περισσότερες φορές, με αποτυχία. Είχε σχεδών ξεχάσει τον πελάτη που της είχε κάνει τόσο εντύπωση η συμπεριφορά του, όσπου κάποια στιγμή περνώντας τα στοιχεία κάποιου νέου πελάτη είδε τα στοιχεία και αυτού, του τόσο περίεργου, και τον θυμίθηκε.
Τα λόγια που της είχε πει πέρασαν από το μυαλό της. “ Θα με ξαναπάρεις. Έτσι δεν είναι?? Θα με ξαναπάρεις “
-Γιά να δούμε , μονολόγησε και σχημάτισε τον αριθμό του και περίμενε.
Η ίδια φωνή της απάντησε, αυτή φόρεσε, όπως κάθε φορά “τα καλά της”.
-Καλημέρα, σας είχα καλέσει και πριν λίγο καιρό από την εταιρεία.........
Αυτός την διέκοψε.
-Καλός την, Καλημέρα, καλός ήρθες.
Εκείνη ξαφνιάστηκε μα δεν το έδειξε.
-Ξέρετε, συνέχισε, πρόκειτε για ένα εντελώς νέο προϊόν που...
Εκείνος την ξαναδιέκοψε
-Πρίν μου πεις οτιδήποτε, πες μου, καλά είσαι?????
Η έκπληξή της έγινε ακόμα μεγαλύτερη τόσο που δεν μπορούσε να την κρύψει πια.
-Ναι καλά είμαι, του απάντησε αμήχανα.
-Πέρασες καλά αυτόν το καιρό? Έκανες κάτι που να σε ευχαριστήσει?
-Ε!!! Ναι βέβαια, πέρασα καλά, πως καλά.
-Ωραία, πες μου τώρα.
Αυτή άρχισε να του λέει για το νέο προϊόν, να του περιγράφει τα προτερήματα του σε σχέση με τα άλλα του ανταγωνισμού. Εκείνος έδειχνε τό ίδιο ενδιαφέρον όπως και την πρώτη φορά, μέχρι που για μια ακόμα φορά αυτή είχε μια επιτυχημένη πώληση.
Τον πήρε και άλλες φορές τηλέφωνο για να του πουλήσει διάφορα, ήταν ο καλύτερος πελάτης της, του μιλούσε με το μικρό του όνομα πια και αυτός με το δικό της είχαν φτάσει σε σημείο μάλιστα να μιλούν σαν δυό καλοί φίλοι, αυτός την ρωτούσε τι κάνει, τα νέα της, και αυτή του έλεγε τι της είχε συμβεί τίς χαρές της της λύπες της, έπιαναν την κουβέντα για διάφορα γελούσαν με αυτά που γίνονταν. Κάποια φορά που αυτός την άκουσε βραχνιασμένη και με βουλωμένη μύτη, της έδωσε μια συνταγή από βότανα να δοκιμάσει για το κρύωμα.
Πάντα με αυτόν τον πελάτη είχε επιτυχημένες πωλήσεις. Κάθε τηλέφωνο και πώληση, σαν να μην ήθελε να τις χαλάσει το χατίρι, όμως η περιέργεια της έμενε, “Μα καλά τόσο πολύ του αρέσουν αυτά τα πράγματα ”, αναρωτιόταν ώρες ώρες.
Ένα πρωί μάζεψε όλες τις τηλεφωνήτριες ο προϊστάμενος πωλήσεων και τους ανακοίνωσε την νέα μεγάλη προσφορά της εταιρείας.
-Θα πάρετε τους καλούς πελάτες τηλέφωνο και θα τους ανακοινώσετε την μεγάλη αυτή προσφορά..........
Όταν τελείωσε, η κάθε κοπέλα πήγε στήν θέση της και τύπωσε από τον Η/Υ της την λίστα με τους πελάτες που είχαν κάνει πάνω από μια αγορές από την εταιρεία. Το όνομα του ήταν πρώτο στήν λίστα.
-Άσε θα τον πάρω τελευταίο, μονολόγησε και άρχισε τα τηλέφωνα.
Άλλοι πελάτες ενδιαφέρονταν άλλοι όχι, όσπου η λίστα τελείωσε. Έμενε να πάρει μόνο αυτόν. Σχημάτισε τον αριθμό του. Εκείνος της απάτησε με την ίδια ευγένεια την ίδια θέρμη, και την ίδια φιλόξενη διάθεση, αφού μίλησαν λίγο, αυτή άρχισε να του λέει για την νέα προσφορά της εταιρείας. Αυτός την άκουγε με το ίδιο ενδιαφέρον όπως κάθε φορά, και στο τέλος μια ακόμα πώληση ήταν γεγονός. Ετοιμαζόταν να τον ευχαριστήσει και να κλείσει το τηλέφωνο όταν αυτός της είπε.
-Μπορώ να σου επιστευθώ κάτι???
-Μα βεβαίος
-Να ξέρεις στήν πραγματικότητα δεν έχω αγοράσει τίποτε από την εταιρεία σας
-Τί εννοείτε, τον ρώτησε με έκπληξη.
-Αυτό που αγοράζω στην πραγματικότητα, είναι το τηλεφώνημά σου, η καλημέρα σου, αυτή την φωνή σου, που σπάει την μοναξιά μου, που διώχνει την σιωπή που με περιβάλλει, το κάτι διαφορετικό στην μονότονη μέρα μου, το λίγο χρώμα στο απέραντο μαύρο που έχω γύρο μου. Η φωνή του άρχισε να τρέμει, ενώ της μιλούσε, φανερό πια ότι αυτός είχε δακρύσει και με κόπο συγκρατούνταν να μήν κλάψει.
-Αυτή η μελωδική φωνή σου, η ευγένεια σου, η γλυκύτητα σου, είναι σαν της κορούλας που πάντα ονειρευόμουν να αποκτίσω άλλα ποτέ δεν τα κατάφερα. Και ξέρω πως κάθε φορά που κάνεις μια πώληση, και εσύ χαίρεσε, χαμογελάς, άρα λοιπών αυτό που αγοράζω στήν πραγματικότητα είναι λίγα γραμμάρια χαράς και για τους δυό μας. Καλή σου μέρα...........


Υ.Γ Η ιστορία αυτή μπορεί να τελειώσει με δυό τρόπους ανάλογα με το τι είδους άνθρωπος είναι η κοπέλα. Στο επόμενο ποστ θα παρουσιάσω το κάθε τέλος της ιστορίας.
Καλό υπόλοιπο Κυριακής και καλή εβδομάδα.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

Παράδοξη ένωση ??

.....Και βρείτε ένα αστέρι, το πιο όμορφο το πιο λαμπερό, και χαρίστε του την αγάπη σας, και αυτό θα σας χαρίσει την λάμψη του......Καληνύχτα..
Το τραγούδι δυνάμωσε, αυτός έκλεισε το μικρόφωνο, έβγαλε τα ακουστικά, και μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά του.
Η πόρτα άνοιξε και ο εκφωνητής των ειδήσεων μπήκε στον ραδιοθάλαμο.
-Καλησπέρα
-Καλησπέρα, πολύ ωραία η εκπομπή σου.
-Ευχαριστώ, τι καιρό έχει έξω???
-Χάλια, χιονίζει και θα χειροτερέψει, φύγε, μην μείνεις εδώ.
-Καληνύχτα, καλή βάρδια
-Καληνύχτα
Ο εκφωνητής πήρε την θέση του μπροστά στο μικρόφωνο, και περίμενε να πέσουν τα μπιπς για να αρχίσει την εκφώνηση των ειδήσεων.
Εκείνος πήγε στο κοντρόλ, πήρε το μπουφάν το κασκόλ του και κάθισε στην καρέκλα απέναντι από την τηλεφωνήτρια.
-Τα τηλέφωνα δεν σταμάτησαν να χτυπούν με χαιρετίσματα και καλά λόγια για την εκπομπή, του είπε.
-Εκείνος χαμογέλασε και άναψε ένα τσιγάρο
-Καλά ήταν, απάντησε, τακτοποίησε τα πράγματά του στην τσάντα του, και της έδωσε δύο βιβλία.
-Φρόντισε να ταχυδρομηθούν σε αυτούς που τα κέρδισαν
-Ο.Κ, θα το κανονίσω
Σηκώθηκε να φύγει, καληνύχτισε και κατέβηκε τις σκάλες του κτιρίου.
Βγήκε έξω και κατευθύνθηκε στο πάρκινγκ, μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο του, και άρχισε να οδηγεί, στους έρημους δρόμους της πόλης, προς το σπίτι του.
Είχε αρχίσει να χιονίζει από νωρίς και όσο περνούσε η ώρα το χιόνι δυνάμωνε, και η οδήγηση γινόταν δύσκολη.
Το φανάρι μπροστά του άναψε κόκκινο, εκείνος σταμάτησε το αυτοκίνητο του.
Μια κοπέλα τυλιγμένη στο μπουφάν της κατέβηκε από το πεζοδρόμιο να περάσει απέναντι. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει δυο βήματα, γλίστρησε και σωριάστηκε μπροστά από το αυτοκίνητο του.
Εκείνος βγήκε έξω, την σήκωσε, της τίναξε το χιόνι πάνω από τα ρούχα της , την έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο του και δυνάμωσε το καλοριφέρ.
Εκείνη έτρεμε από το κρύο τόσο πολύ που της ήταν αδύνατο να πει η να κάνει το παραμικρό.
Οδήγησε το αυτοκίνητο του σε ένα μικρό μπαράκι εκεί κοντά. Μπήκαν μέσα, έβαλε την κοπέλα σε ένα τραπεζάκι κοντά στο καλοριφέρ και της παράγγειλε ένα τσάι με κονιάκ.
Πήρε τρέμοντας την κούπα στα χέρια της και τράβηξε μια γουλιά.
Το χρώμα της σιγά σιγά επανήλθε, έβγαλε το μπουφάν της και το σκουφί που φορούσε στο κεφάλι της
-Ελπίζω να είσαι καλύτερα
-Ναι ευχαριστώ πολύ για όλα
-Έλα τώρα, δεν έκανα και τίποτε
Εκείνη χαμογέλασε και ξανάφερε την κούπα στα χείλη της.
Αυτός άρχισε να την παρατηρεί
Το δέρμα της κατάλευκο, τα σκούρα καστανά μακριά μαλλιά της ανακατεμένα, ξεχύνονταν σαν χείμαρρος μέχρι την πλάτη της, τα χείλη της , κόκκινα καλοσχηματισμένα, και τα μάτια της, καταγάλανα, σαν θάλασσες, που μπορούσαν μέσα τους να ταξιδέψουν τα όνειρά του.
Ήταν τόσο όμορφη, λες και o Θεός είχε βάλει κάποιον μεγάλο της ζωγραφικής να του φτιάξει ένα αριστούργημα.
Την κοιτούσε σαν μαγεμένος και σκεφτόταν αν ήταν σίγουρα άνθρωπος ζωντανός ή κάποιος άγγελος που κόλλησε στην γη, η ίσως ακόμα και δημιούργημα της φαντασίας του.
Έμειναν να κοιτάζονται, για μερικά λεπτά, εκείνος της χαμογέλασε.
-Δεν συστηθήκαμε
Της είπε το όνομά του και εκείνη το δικό της, άπλωσαν τα χέρια
-Χαίρω πολύ, για την γνωριμία
-Και εγώ
Άγγιξε το λεπτό λευκό της χέρι και μια αίσθηση φίνου βελούδου, το δέρμα της, έμεινε στην αφή του.
Έπιασαν την κουβέντα για πολλά και διάφορα, κάποιες φορές γελούσαν, μα εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τα μάτια της, έμοιαζε να ταξιδεύει στο βαθύ τους γαλάζιο.
Εκείνη κοίταξε το ρολόι της.
-Είναι αργά, πήγε κιόλας μία, πρέπει να φύγω
Εκείνος προσφέρθηκε να την πάει με το αυτοκίνητο, σε όλο τον δρόμο, μιλούσαν, αστειεύονταν, γελούσαν, σε λίγο έφτασαν, στο σπίτι της.
Συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν Ξεκίνησε για το σπίτι του, μετά από λίγη ώρα έφτασε, μπήκε μέσα, κρέμασε το μπουφάν του στον καλόγερο, και πήγε στο σαλόνι, κάθισε στον καναπέ και άναψε ένα τσιγάρο.
Ένας μεγάλος γκρίζος γάτος Περσίας, ήρθε στο σαλόνι, με γοργά βήματα, ανέβηκε στον καναπέ και θρονιάστηκε δίπλα του, εκείνος άπλωσε το χέρι και τον χάιδεψε στο κεφάλι. [Καλός τον τι θα γίνει θα φάμε??? Άσε τα χάδια ΠΕΙΝΆΩ], εκείνος σηκώθηκε, “Έλα να φας και εσύ”, είπε του γάτου, και πήγε στην κουζίνα, γέμισε το πιατάκι του γάτου κροκέτες και γύρισε στον καναπέ που καθόταν, και συνέχισε να καπνίζει. [Λοιπόν έχουμε και λέμε, α) Άργησες 4 ώρες, χλαπ χλουπ β) Δεν τρως, μιαμ κρατσ, χλουπ, γ) Στο μπουφάν έχεις μακριές τρίχες, μιαμ σλουρπ γκλάπ, δ) μυρίζω Σανέλ Νο5, μιαμ, με γυναίκα ήσουν, χλούπ χλάπ]. Το τσιγάρο του τελείωσε, έπιασε το κινητό του, σκέφτηκε να της στείλει ένα μήνυμα, αλλά όχι, θα κοιμάται σκέφτηκε, άφησε το κινητό και πήγε για ύπνο, ακολουθούμενος από τον γάτο [ Αουανχ!!!! Νύχτααααα].
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε, εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι του έφτιαξε καφέ γέμισε κροκέτες στο πιατάκι του γάτου [Πάλι καλά που μας θυμήθηκες Τι έχει τό menu??? πάλι σολομό???? τέλος πάντων κρατς μανχ χλουπ] και πήγε στο παράθυρο. Η κακοκαιρία είχε περάσει, έκανε βέβαια τσουχτερό κρύο, άλλα στον καταγάλανο ουρανό υπήρχε ένας λαμπρός ήλιος, στο στον δρόμο το χιόνι είχε λιώσει από το πέρασμα των αυτοκινήτων αλλά οι ταράτσες και οι αυλές των σπιτιών ήταν ακόμα κάτασπρες.
Με την κούπα τον καφέ στο χέρι κάθισε στον καναπέ.
Πήρε το κινητό του, και έστειλε ένα μήνυμα, μια απλή καλημέρα στην κοπέλα που με τόσο περίεργο τρόπο είχε γνωρίσει την προηγούμενη νύχτα.
Πολύ γρήγορα του ήρθε η απάντηση, και σε λίγο βρέθηκαν να μιλάνε.
Συμφώνησαν το επόμενο βράδυ που δεν είχε εκπομπή στον σταθμό να βγουν, έτσι και έγινε.
Στην αρχή πήγαν και είδαν μια θεατρική παράσταση, μετά πήγαν να τσιμπήσουν κάτι και αργότερα, βρέθηκαν σε ένα μπαράκι, να πίνουν ποτάκι και να μιλάνε.
Βρέθηκαν και άλλες φορές, αυτός δεν έχανε την ευκαιρία να την αγγίξει, να νιώσει στα ακροδάχτυλα του το βελούδινο δέρμα της, τα μεταξένια μαλλιά της, μέχρι που τέλος από την ώρα που βρίσκονταν μέχρι την ώρα που χώριζαν αυτός την κρατούσε από το χέρι, την έπαιρνε αγκαλιά με κάθε ευκαιρία και συχνά πυκνά της χάιδευε τα μαλλιά, ένιωθε την ανάγκη να το κάνει αυτό, κάτι σαν γλυκό ναρκωτικό που έπρεπε να πάρει για να μπορεί να ζει.
[Α!!!! κάθε φορά που έρχεσαι σπίτι έχεις επάνω σου ένα μάτσο τρίχες, για πρόσεχε γιατί η τύπισσα μαδάει και για να σου πω, αν την φέρεις στο σπίτι να κοιμηθεί μαζί σου, να πάτε να κοιμηθείτε στο καλαθάκι, εγώ από το κρεβάτι ΔΕΝ ΤΟ ΚΟΥΝΆΩ].
Πλησίαζε η μέρα ποίησης, σκέφτηκε να κάνει από την εκπομπή του ένα αφιέρωμα στην ερωτική ποίηση, Κάθισε στην πολυθρόνα του γραφείου του, έκλεισε τα μάτια, έφερε στο μυαλό του, την μορφή της, την αίσθηση από το άγγιγμα της την ζεστασιά, την γλυκύτητα που ένιωθε όταν ήταν αγκαλιά, την φωνή της, τα καταγάλανα μαγικά της μάτια, [σιγά θα πέσεις από την καρέκλα, ΕΕΕΕΕ!!!!! ισαααααα] με αυτά στο μυαλό του διάλεξε τα ποιήματα που θα διάβαζε [Πω πώώώώ!!! Γέμισε ο τόπος μέλια όπου και να πατήσω κολλάω, ουφ μπελάς που με βρήκε με αυτόν] βρήκε και τα ανάλογα τραγούδια, λες και θα έκανε εκπομπή μόνο για εκείνη [Σιγά τα ωά!!!!!!]
Ξεκίνησε για τον σταθμό. Όταν η εκπομπή τελείωσε, όλοι του έλεγαν ότι θα πρέπει να ήταν ότι καλύτερο είχε ακουστεί εκείνη την βραδιά, έπαιρνε συγχαρητήρια και μπράβο από όλους, κατέβηκε τις σκάλες γρήγορα, είχε ραντεβού με εκείνη σε μια ώρα και δεν έπρεπε να αργήσει, ανυπομονούσε να την συναντήσει , να την δει να την νιώσει, λίγο πριν ξεκινήσει το αυτοκίνητο του σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραίο να της αφιέρωνε την εκπομπή, να της πει ότι ήταν φτιαγμένη μόνο για εκείνη. Της έστειλε το σχετικό μήνυμα και ξεκίνησε για το σημείο του ραντεβού. Το κινητό του χτύπησε σημάδι ότι είχε έρθει ένα μήνυμα. Στο πρώτο φανάρι που σταμάτησε, έπιασε το κινητό του και διάβασε το μήνυμα: “ Σου είχα πει, τα εν οίκο μη εν δήμο, αν ήθελες να μου πεις κάτι σου είχα ζητήσει να μου στείλεις Email και εσύ, απλά δεν με σεβάστηκες. Δεν θέλω να σε δω, δεν θέλω να σου μιλήσω”.
Το μήνυμα του ήρθε ξαφνικό, αλλά την δικαιολόγησε, “απ΄ότι φαίνεται δεν άκουσε την εκπομπή, και εγώ δεν της έδωσα να καταλάβει ότι δεν είπα τίποτε για εμάς στον αέρα αλλά και πουθενά αλλού”, σκέφτηκε. Της έστειλε ένα άλλο μήνυμα που της εξηγούσε, χωρίς να πάρει απάντηση, της έστειλε και άλλο τίποτα, στο τέλος σταμάτησε δεξιά το αυτοκίνητο, περίμενε μήπως του στείλει κάτι, τέλος την κάλεσε, αυτή του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Εξαγριώθηκε της έγραψε ένα μήνυμα, που τελείωνε τα πάντα, έβαζε τέλος σε ότι πήγαινε να αρχίσει. Έκανε στροφή και γύρισε σπίτι του.
-Τι είμαι εγώ το παιχνιδάκι σου??? Ως εδώ, μουρμούριζε καθώς οδηγούσε.
[Α! Ωραία γύρισες? Πάνω που τελείωσε το φαγητό], κάθισε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση, ένα μήνυμα του ήρθε, πήρε το κινητό του, ήταν από εκείνη, του έχε στείλει ένα μήνυμα, που ήταν στην ουσία κάτι που της είχε στείλει αυτός, που της έλεγε αυτό που ένιωθε για αυτή και τελείωνε στο μήνυμά της “σιγά μη με αγάπησες...”. Δεν της απάντησε, άφησε το κινητό στην άκρη και πήρε τον γάτο του αγκαλιά [Σιγάάάάάά Μαινάάάάάά!!!! Α! Αρχίσαμε τα χάδια? Άρα χωρίσατε με την τύπισσα? Τι καλά, πάνω που ένιωθα να χάνω τα κεκτημένα μου όχι τίποτε άλλο, αλλά αυτή μάδαγε κι' όλας, αν την έφερνες εδώ θα μας γέμιζε τρίχες και άντε να καθαρίσεις. Άσε που μπορεί να είχε και ψύλλους. Θα βρείς άλλη αρκεί να μην μαδάει και να μην φορά αυτό το απαίσιο sanel no5, εντάξει???].
Την άλλη μέρα το πρωί την ώρα που ετοίμαζε τον πρωινό του καφέ, έπιασε το κινητό του. Ήλπιζε να βρει ένα μήνυμα από εκείνη που να του λέει απλά, δυο λέξεις “Ξεθύμωσες??? Εγώ ναι. Καλημέρα” ένα τόσο απλό μήνυμα, να του ανοίξει ένα δίαυλο επικοινωνίας πάλι, τίποτε όμως δεν υπήρχε, κάθε τόσο κοιτούσε το κινητό, τίποτα, τίποτα, τίποτα, [Τι το κοιτάς καλέ κάθε τόσο??? Αυτό είναι το κινητό που πήραμε τα Χριστούγεννα, ρε μπας και είσαι ερωτευμένος με το κινητό???? Έχω δει και έχω ακούσει ανωμαλίες, αλλά αυτό ξεπερνά τα όρια!!!! Μη χειρότερα!!!!].
Ο καιρός πέρασε, η εικόνα της κοπέλας όλο και θόλωνε, χανόταν από το μυαλό του, πράγματα που την χαρακτήριζαν δυσκολευόταν να τα θυμηθεί όλο και περισσότερο, η αίσθηση του αγγίγματος της είχε φύγει πια από τα δάχτυλά του, η γλυκύτητα που ένιωθε όσο ήταν μαζί είχε χαθεί και αυτή. Είχε γίνει τόσο ξένη γι' αυτόν που θα μπορούσαν να συναντηθούν κάπου και να μην την γνωρίσει. [Ωραία. Του πέρασε. Όχι τίποτε άλλο ησυχάσαμε βρε αδερφέ. Τα κεκτημένα μου δεν κινδυνεύουν πια. Θαύμα!!!!]
Ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες και αυτή, η εκπομπή του τελείωνε, ακουγόταν ένα από τα τελευταία τραγούδια. Η κοπέλα που κρατούσε τα τηλέφωνα απάντησε στην γραμμή που χτύπησε, σημείωσε κάτι σε ένα χαρτί και του το πήγε μέσα στο στούντιο.
-Είναι μια έκκληση για αίμα, του είπε, δώσε την στον εκφωνητή των ειδήσεων.
Αυτός ξετύλιξε το χαρτί και διάβασε: “ Η ............που βρίσκετε στο νοσοκομείο .....έχει ανάγκη......”
Πετάχτηκε από την καρέκλα του. Το όνομα. Το όνομά της, ήταν εκείνη.
Η εκπομπή τελείωσε, αυτός πήρε το αυτοκίνητό του, και άρχισε να οδηγεί για το σπίτι του, όμως κάποιες λέξεις άρχισαν να τριγυρνούν στο μυαλό του όλο και πιο έντονα, κάποιες λέξεις που της είχε πει, κρατώντας της τα χέρια, όταν ακόμα βλέπονταν “Θα είμαι κοντά σου. Σε ότι χρειαστείς θα είμαι εκεί, δίπλα σου. Ότι και να είναι αυτό....Εγώ θα είμαι εκεί”.
Έστριψε το αυτοκίνητο του, σε λίγο βρισκόταν στο νοσοκομείο, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του αιμοληπτικού, γεμίζοντας μια φιάλη από το πολύτιμο για αυτήν αίμα.[Τι έκανες???? πώώώώώώς???? Πάρτα Βλάκα άμα το μάθει και μας κουβαληθεί σπίτι θα την κάνω εγώ λωρίδες και εσένα θα σε αποκλειρώσω] Έφυγε από το νοσοκομείο χωρίς να μιλήσει καθόλου, σε λίγο αυτό το αίμα θα βρισκόταν μέσα της, ένα κομμάτι από αυτόν θα κυκλοφορούσε στις φλέβες της γεμίζοντάς την με ζωή.
Και όχι, αυτή δεν έπρεπε να μάθει...Όχι δεν έπρεπε να ξέρει.....
[Πάλι καλά, μη και το μάθει και αλλάξει γνώμη και μας κουβαληθεί εδώ μέσα, όχι τίποτε άλλο αλλά μην χάσω και την καλοπέρασή μου....Ααααααααχχχχχχ....Γατήσια ζωή.....
.....Αουαααααααααανχχχχχχχχ..... καλό μου ύπνο χρρρρρρρ φσσσσσσσσσ.........]