Σάββατο, 31 Μαΐου 2008

Ηλιοβασίλεμα

Η μέρα μετρούσε τις τελευταίες της ώρες. Εκείνη κοιμόταν ακόμα, από το ανοιχτό παράθυρο ο Ζέφυρος, μπήκε στο δωμάτιο και άρχισε να χαϊδεύει το γυμνό αλαβάστρινο κορμί της.
Ξύπνησε, άνοιξε τα μάτια αλλά δέ κουνήθηκε, απολάμβανε το δροσερό αεράκι να της χαϊδεύει απαλά το κορμί.
Σηκώθηκε, στάθηκε όρθια πήρε το κόκκινο φόρεμα που ήταν ριγμένο στην διπλανή καρέκλα, το φόρεσε.
Πήγε στην κουζίνα γέμισε ένα ποτήρι νερό, έσβησε με αυτό την δίψα της, Γέμισε μια κανάτα νερό, πότισε τα λουλούδια του μπαλκονιού της, σβήνοντας και την δική τους δίψα. Αυτά για να την ευχαριστήσουν, της χάρισαν το άρωμά τους.
Με αργά νωχελικά βήματα κατέβηκε την πέτρινη σκάλα και βρέθηκε να περπατά στο στενό πλακόστρωτο δρόμο που οδηγούσε στην παραλία.
Δεξιά και αριστερά του δρόμου όμορφα μικρά πέτρινα σπίτια χαμένα μέσα σε υπέροχους κήπους γεμάτους πολύχρωμα λουλούδια. Τα προσπερνούσε χωρίς να τα βλέπει, τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο τέλος του δρόμου. Στο απέραντο γαλάζιο που απλωνόταν μπροστά της.
Χαμογελούσε σε όσους συναντούσε και την καλησπέριζαν.
Προχώρησε στην παραλία, έφτασε εκεί που σκάει το κύμα, στην γραμμή που ορίζει την στεριά από την θάλασσα. Κάθισε πάνω στην ξανθή άμμο, κάρφωσε το βλέμμα μακριά, εκεί που το γαλάζιο του ουρανού γίνετε ένα με το γαλάζιο της θάλασσας. Άρχισε με το δάχτυλο να φτιάχνει σχέδια στην άμμο, καρδιές ολόκληρες, καρδιές μισές, φτερά. Γρήγορα ο χώρος γύρω της γέμισε σχήματα, αισθήματα χαραγμένα στην άμμο. Ώρες χαράς, στιγμές που πετούσε που φωτιζόταν το πρόσωπό της, κάνοντας το πιο όμορφο από ποτέ, ώρες που η λύπη την πλησίαζε σαν μαυροφορεμένη γριά και έριχνε στους ώμους της το βαρύ μαύρο πέπλο, που την λύγιζε, και αυτή γονατιστή έριχνε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της, ώρες που το ιδρωμένο κορμί της λιγωνόταν τυλιγμένο στα πέπλα της θεάς του έρωτα, και ώρες που πεσμένη στα τέσσερα μάζευε τα κομμάτια της σπασμένης ψυχή της με το κορμί της γεμάτο πληγές από τις λέξεις που την μαστίγωσαν αλύπητα Αισθήματα, σχήματα στην άμμο, που όλο και πλήθαιναν. Ένα τραγούδι ήρθε στα χείλη της και άρχισε να σιγοψιθυρίζει τα λόγια του...Όταν μου δίνεις αγάπης φιλιά, όταν μου λες λόγια αγάπης τρελά....
Ο ήλιος είχε κατέβει πια χαμηλά, ήταν κόκκινος, όλα γύρω της είχαν πάρει αποχρώσεις του κόκκινου, εκείνη κάρφωσε πάλι το βλέμμα εκεί που το γαλάζιο του ουρανού συναντά το μπλε της θάλασσας, εκεί πού τα δυο χρώματα γίνονται ένα.
Ο ήλιος άγγιξε την θάλασσα, ένα κόκκινο ρυάκι απλώθηκε μέχρι την ακροθαλασσιά, ως εκεί που εκείνη καθόταν.
Κοίταξε στην άλλη άκρη του ρυακιού, ο ήλιος, ήταν τόσο κόκκινος, έμοιαζε να την καλεί να πάει κοντά του, λες και μαγεμένος από την ομορφιά της ποθούσε να γίνουν ένα. Ένοιωθε να την καλεί, να πάει εκεί, σε αυτόν.
Σηκώθηκε όρθια, έβγαλε το κόκκινο φόρεμα, το άφησε να πέσει πάνω στην ξανθή άμμο, στάθηκε στην άκρη του ρυακιού, του κόκκινου δρόμου που εκείνος που την καλούσε είχε ανοίξει για κείνη. Μόνο για κείνη.
Ο Ζέφυρος, δέν έχασε την ευκαιρία. Χάιδεψε για μια ακόμα φορά το γυμνό κορμί, έσβησε τα σχήματα από την άμμο, θέλοντας να κρύψει τα μυστικά της, σήκωσε το κόκκινο φόρεμα, ψηλά, πάνω μακριά κάνοντάς το δικό του ενθύμιο για πάντα.
Εκείνη ακολούθησε τον κόκκινο δρόμο, πηγαίνοντας να συναντήσει αυτόν που την καλούσε να πάει να γίνουν ένα. Τον ήλιο. Άφησε όμως κάτι πίσω της, ένα σημάδι ότι ήταν εκεί. Ένα δάκρυ πάνω σε ένα βότσαλο.....................................................................................................................
........................................................................................................................................................................
Η μέρα μετρούσε τις τελευταίες της ώρες. Εκείνη κοιμόταν ακόμα, από το ανοιχτό παράθυρο ο Ζέφυρος, μπήκε στο δωμάτιο και άρχισε να χαϊδεύει το γυμνό αλαβάστρινο κορμί της.
Ξύπνησε, άνοιξε τα μάτια αλλά δέ κουνήθηκε, απολάμβανε το δροσερό αεράκι να της χαϊδεύει απαλά το κορμί.
Σηκώθηκε, στάθηκε όρθια πήρε το κόκκινο φόρεμα που ήταν ριγμένο στην διπλανή καρέκλα, το φόρεσε.
Πήγε στην κουζίνα γέμισε ένα ποτήρι νερό, έσβησε με αυτό την δίψα της, Γέμισε μια κανάτα νερό και πότισε τα λουλούδια του μπαλκονιού της, σβήνοντας και την δική τους δίψα. Αυτά για να την ευχαριστήσουν, της χάρισαν το άρωμά τους.
Πήγε και κάθισε στην ψάθινη καρέκλα, δίπλα στο μικρό γαλάζιο στρογγυλό τραπεζάκι.
Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον ήλιο που κόκκινος πια άγγιζε την θάλασσα βάφοντας την φύση με αποχρώσεις του κόκκινου. Ένα ρυάκι από κόκκινο χρώμα είχε σχηματιστεί στην επιφάνεια του νερού, σαν δρόμος, που κατέληγε στην παραλία, μέσα σε αυτόν ένα δελφίνι κολυμπούσε πηγαίνοντας λες, να τον συναντήσει
Ένα τραγούδι ήρθε στα χείλη της και άρχισε να σιγοψιθυρίζει τα λόγια του... Όταν μου δίνεις αγάπης φιλιά, όταν μου λες λόγια αγάπης τρελά....
Ένα ελαφρύς ήχος σαν θρόισμα την διέκοψε, γύρισε προς το τραπέζι. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Το πήρε στα χέρια της, χάιδεψε τα πέταλά του, συνέχισε να τραγουδά ...Νιώθω πουλί με γαλάζια φτερά.....
Εκείνος άπλωσε το χέρι, της χάιδεψε το λαιμό και το σαγόνι, της φίλησε τα μαλλιά, της έπιασε τα χέρια με τα χέρια του και άρχισε να τραγουδά μαζί της...Πετώ μαζί σου για πρώτη φορά..... Δώσ' μου το χέρι σου...........
Ο ήλιος χάθηκε μέσα στο νερό, το δελφίνι βούτηξε στα βαθιά σηκώνοντας την ουρά του για λίγο στον αέρα ώσπου χάθηκε και αυτή μέσα στο απέραντο γαλάζιο

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Μ.Ε.Θ.

Ένιωθε μουδιασμένος. Όλο του το σώμα πονούσε. Μια γλυκιά ζαλάδα σαν μυρμήγκιασμα τριγυρνούσε μέσα στο κεφάλι του.
Άνοιξε τα μάτια του. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι, σκεπασμένος με ένα λευκό σεντόνι μέχρι τους ώμους. Από πάνω από το κεφάλι του υπήρχαν διάφορα μηχανήματα που ήταν συνδεδεμένος με αυτά, με καλώδια που κατέληγαν σε διάφορα σημεία πάνω στο σώμα του. Από το δεξί του χέρι ξεκινούσε ένα σωληνάκι που κατέληγε σε έναν ορό. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν ο αχός από χαμηλόφωνες ομιλίες ανθρώπων, και ένα ρυθμικό, μπιπ μπιπ από τα μηχανήματα πάνω από το κεφάλι του. Δεξιά του και αριστερά του δύο λευκές κουρτίνες που του επέτρεπαν να βλέπει μόνο μπροστά τον απέναντι λευκό τοίχο, και του ανθρώπους με τίς γαλάζιες φόρμες, να πηγαινοέρχονται. Κοίταξε το ταβάνι, το λευκό ταβάνι. Προσπάθησε να θυμηθεί
Περπατούσε στον δρόμο, όταν τον έπιασε εκείνος ο φοβερός πόνος στο στήθος και το μούδιασμα στο χέρι.
Ο κόσμος σκοτείνιασε γύρω του, οι φωνές, ακούγονταν όλο και πιο απόμακρες, μέχρι που σταμάτησαν, μετά εκείνο το φως. Εκείνο το δυνατό φως που άναψε ξαφνικά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που τον περιέβαλλε.
Δεν θυμόταν τίποτε άλλο.
Σήκωσε το χέρι του, έπιασε το κεφάλι του, ένας αναστεναγμός έφυγε, ίσως αθέλητα, από το στόμα του.
Μια νοσηλεύτρια φορώντας εκείνη την γαλάζια φόρμα, σαν χειρουργείου, ήρθε κοντά του χαμογελαστή.
-Συνήλθαμε???? Πώς νιώθουμε??? Καλά????
-Καλά, αλλά που είμαι??? Τι μου συνέβη??? Το Κεφάλι μου!!!!
-Μην ανησυχείτε, όλα πάνε καλά, θα μείνετε λίγες μέρες εδώ και μετά θα πάτε σε κανονικό κρεβάτι
-Μα εξηγήστε μου τι είναι εδώ???
-Νοσοκομείο είναι, ελάτε τώρα ηρεμήστε, έχουμε καιρό να τα πούμε αυτά, του είπε και του έπιασε το χέρι, Αν χρειαστείτε κάτι πιέστε αυτό το κουμπί.
Του πήρε το χέρι και τον έβαλε να αγγίξει σε ένα σημείο που με την αφή κατάλαβε ένα μπουτόν.
Η νοσοκόμα έφυγε, αυτός ξανάκλεισε τα μάτια. Τα φώτα, πόσο τον κούραζαν τα φώτα που δεν έκλειναν ποτέ.
Μία φωνή, από έναν άλλο άνδρα, ακούστηκε στα αριστερά του. Δεν μπορούσε να τον δει, εξ αιτίας της κουρτίνας, μόνο να τον ακούσει μπορούσε.
-Επιτέλους ξύπνησες, Καλημέρα.
Εκείνος γύρισε το κεφάλι προς τα αριστερά.
-Καλημέρα, είσαι καιρό εδώ???
-Μόλις μια μέρα πριν από εσένα, κοιμόσουν δυο μέρες, έλεγα πια δεν θα ξυπνήσεις.
-Πως σε λένε
-Γιάννη εσένα???
-Πέτρο, θα σου έδινα το χέρι αν μπορούσα.
-Και εγώ, Γέλασαν χαμηλόφωνα και οι δυο
Άρχισαν να μιλάνε, μιλούσαν για τα πάντα, για αυτούς, για τις οικογένειές τους, για τα παιδιά τους, τις δουλειές τους.
Οι ώρες του περνούσαν ευχάριστα, με την παρέα που βρήκε τόσο απρόσμενα σε εκείνο το μέρος.
-Ώρα να κοιμηθούμε, του είπε σε κάποια στιγμή, η φωνή του Γιάννη, που μόνο τον άκουγε πίσω από την λευκή κουρτίνα
-Γιατί??
-Μα νύχτωσε
-Και πως το ξέρεις???
-Είμαι δίπλα σε παράθυρο, του απάντησε.
Εκείνος γεμάτος λαχτάρα του ζήτησε να του περιγράψει τι βλέπει έξω από το παράθυρο.
-Είναι μια φωτεινή νύχτα με γεμάτο φεγγάρι, τόσο φωτεινή λες και είναι μέρα...
Ο Πέτρος ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν...κοιμήθηκε.
Οι μέρες περνούσαν, ο Πέτρος με τον Γιάννη συνέχισαν να μιλούν, πολύ λίγο όμως για εκείνους. Συνήθως ο Γιάννης περιέγραφε στον Πέτρο αυτά που έβλεπε έξω από το παράθυρο.
Του περιέγραφε το πάρκο που έβλεπε έξω, την λίμνη με τις πάπιες, τον κόσμο που τριγυρνούσε η καθόταν στο μικρό καφέ δίπλα στην λίμνη, τα παιδάκια που έπαιζαν τις μητέρες με τα μωρά τους, και τα ζευγαράκια που αντάλλασσαν φιλιά κάτω από τα δένδρα.
Όταν βράδιαζε του περιέγραφε τον νυχτερινό ουρανό τα αστέρια, το φεγγάρι τα παιχνίδια του φωτός μέσα στα ήρεμα νερά της λίμνης, όλα τα όμορφα πράγματα, έργα της φύσης και των ανθρώπων που φαίνονταν από το παράθυρο του νοσοκομείου.
Μέρες πέρασαν. Μία νύχτα ο Γιάννης είπε στον Πέτρο.
-Δεν μπορώ να σου μιλήσω άλλο, πρέπει να κοιμηθώ, αύριο φεύγω. Σε αποχαιρετώ λοιπόν από τώρα καλέ μου φίλε, να έχεις καλή ζωή. Να προσέχεις.
Ο Πέτρος τον αντιχαιρέτισε, “και εσύ να προσέχεις” είπε του Γιάννη, “ Σε ευχαριστώ για όλα”. Έκλεισε τα μάτια. Κοιμήθηκε.
Η άλλη μέρα ξημέρωσε, ο Γιάννης δεν ήταν πια στο διπλανό του κρεβάτι. Είχε φύγει, Έμεινε μόνος, σιωπηλός, με μόνο ήχο τον αχό από σιγανές ομιλίες και το ρυθμικό μπίπ μπίπ σημάδι ότι ήταν ακόμα στην ζωή. Μόνη του παρέα οι περιγραφές του Γιάννη από εκείνο το παράθυρο. Έκλεινε τα μάτια και έφτιαχνε εικόνες, από το πάρκο, τις μητέρες που έκαναν βόλτες τα μωρά τους, παιδάκια να παίζουν στο παχύ γρασίδι, αγκαλιασμένα ζευγαράκια να φιλιούνται και από ουρανούς, γεμάτους αστέρια, και λαμπερά ολόγεμα φεγγάρια.
Ένα πρωί είδε να τον πλησιάζουν άνθρωποι με γαλάζιες φόρμες, δυο άντρες που έσπρωχναν ένα φορείο και μια γυναίκα. Η γυναίκα ήρθε δίπλα του, άρχισε να τον αποσυνδέει από τα μηχανήματα, “Άντε σήμερα φεύγεις από εδώ, πας σε κανονικό δωμάτιο. Περαστικά”.
Τον πλησίασαν οι δυο νοσοκόμοι με το φορείο, τον έβαλαν επάνω. Δεν μπορούσε να φύγει όμως έτσι, χωρίς να ρίξει μια ματιά στην θέα του παραθύρου, που οι εικόνες της, του είχαν κρατήσει παρέα τόσες μέρες μέσα από τις περιγραφές του Γιάννη. Ήθελε να δει, με τα μάτια του, από το παράθυρο, έστω και για μια μόνο στιγμή. Να δει....
-Μια στιγμή, είπε στους νοσοκόμους, θέλω να δω το παράθυρο, τους είπε απλώνοντας το χέρι του και δείχνοντας αριστερά.
Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν, “Μα στις εντατικές μονάδες δεν υπάρχουν παράθυρα” του απάντησαν.
-Μα τότε, τι μου περιέγραφε ό διπλανός μου, ρώτησε με έκπληξη τον νοσοκόμο.
Οι άνδρες κοιτάχτηκαν για μια ακόμα φορά
-Ο διπλανός σας, αποκλείεται να σας περιέγραφε οτιδήποτε. Ήταν σε κώμα, από την ώρα πού τον έφεραν μέχρι προχθές που κατέληξε.......
-Άντε πάμε, είπε ο ένας νοσοκόμος στον άλλο και έσπρωξαν το φορείο προς την πόρτα πού οδηγούσε στον διάδρομο

Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

...Δια Χειρός....Αλεξίου...

Ξεχρεώνωντας μιά ακόμα πρόσκληση σε ένα blogoπαίχνιδο

Καταθέτω εδώ ένα ιδιόγραφο
Για το

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Ιστορία blogοπαίχνιδο

Λοιπόν, χρωστάω κάποιες συμμετοχές σε blogoπαίχνιδα που με έχουν καλέσει.
Ας αρχίσω να ξεχρεώνω, γιατί νοιώθω κάποιες να με κοιτούν κάπως (χιχιχιχιχιχιχιχι)
Θα ξεκινήσω λοιπόν με την ιστορία, αυτό το παιχνιδάκι που φτιάχνουμε μια ιστορία και συμπεριλαμβάνουμε σε αυτήν στοίχους ενός η περισσοτέρων τραγουδιών.

Άνοιξε τα μάτια του. Γύρω του ακόμα σκοτάδι, κοίταξε το ρολόι του, η ώρα ήταν τρεις και είκοσι. Ανασηκώθηκε με προσοχή στο κρεβάτι για να μην ξυπνήσει εκείνη που κοιμόταν δίπλα.
Είχαν τσακωθεί πάλι εκείνο το απόγευμα, και ο λόγος, το καινούργιο αυτοκίνητο που ήθελαν να αγοράσουν.
Κάθονταν στο σαλόνι, στον καναπέ, ξεφύλλιζαν ένα περιοδικό με αυτοκίνητα. Το μάτι εκείνου έπεσε στην φωτογραφία ενός ανοιχτού τζιπ.
-Πάντα ονειρευόμουνα εν' ανοιχτό τζιπάκι, είχε πει εκείνος.
Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με εκείνο το υποτιμητικό βλέμμα.....
-Μόνο αυτό μας έλειπε, τώρα τι να σου πω, του είχε απαντήσει.
Αυτή ήταν η αρχή του τσακωμού τους, ο ένας λόγος είχε φέρει τον άλλο.
Αντάλλαξαν λόγια όπως "πάντα ζηλιάρα ήσουνα και αγύριστο κεφάλι", με εκείνη να του απαντά, "και εσύ είχες την απαίτηση να σε υπηρετώ", μέχρι που κατέληξαν μουτρωμένοι σε διαφορετικά δωμάτια να βλέπουν τηλεόραση.
Γύρισε πάλι και την κοίταξε να κοιμάται
-Πόσο άλλαξες, πόσο άλλαξα, σκέφτηκε, πόσα σου χρωστάω και πόσα σου ζητάω, τα όνειρά σου κόκκινα, τα όνειρά μου άσπρα.
Αυτά σκεφτόταν, και κάθε λίγο γύριζε και την κοίταζε.
Τράβηξε τις κουβέρτες και σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε στην κουζίνα, πήρε ένα ποτήρι, το γέμισε νερό, με αργές κινήσεις, το κόλλησε στα χείλη του Ήπιε λίγο νερό, άφησε το ποτήρι μέσα στον νεροχύτη. Άναψε ένα τσιγάρο, στήριξε τα χέρια του στις άκρες του έσκυψε το κεφάλι, και κοιτούσε το νερό μέσα στο ποτήρι. Πότε πότε τραβούσε γερές ρουφηξιές από του τσιγάρο. Έβγαζε τον καπνό από μέσα του σχηματίζοντας κύκλους σημαδεύοντας το ποτήρι, αυτοί κατέβαιναν για λίγο, άλλαζαν πορεία, άρχιζαν να ανεβαίνουν, να μεγάλωνουν, κύκλωναν το πρόσωπό του και συνέχιζαν την πορεία τους προς το ταβάνι.
Σκεφτόταν εκείνη, εκείνον την σχέση τους, τις διαφωνίες τους, τους συνεχείς τσακωμούς τους τα όνειρα της τα δικά του. Ήταν αλλιώς όταν απλά τα είχαν.
Στο αίμα μου αλλάζει ο καιρός και όσο αλλάζει πονάω, ήταν η σκέψη που πέρασε από το μυαλό του.
Προσπάθησε να σκεφτεί την ζωή του χωρίς αυτή, δεν μπόρεσε.
Υπήρχε κάτι μέσα του πολύ σπουδαίο, μεγάλο σημαντικό. Την αγαπούσε.
Δεν μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Αυτός αυτός ήταν ο λόγος,
που δεν μπορούσε να σκεφτεί την ζωή του χωρίς αυτήν
-Μακάρι να μπορούσες να φανταστείς πόσο πολύ σε αγαπώ μουρμούρισε, κλείνοντας τα μάτια, μακάρι να μπορούσες, μακάρι.
Άκουσε έναν θόρυβο πίσω του, έναν ανεπαίσθητο θόρυβο, σαν θρόισμα.
Γύρισε, ήταν αυτή, στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας φορώντας τις άσπρες πιτζάμες με τα αρκουδάκια, στεκόταν εκεί και τον κοιτούσε.
-Σε αγαπάω, του είπε, και εγώ σε αγαπάω, σε αγαπάω
Έσβησε το τσιγάρο μέσα στον νεροχύτη την αγκάλιασε σφιχτά, τον αγκάλιασε σφικτά. Έδωσαν ένα φιλί που όμοιό του είχαν καιρό να δώσουν, ένα φιλί σαν αυτό, το πρώτο τους φιλί.
Την πήρε από το χέρι, πήγαν στο κρεβάτι, αυτή ξάπλωσε, αυτός την σκέπασε, την φίλησε πάλι στο πλάι του κεφαλιού της, ξάπλωσε και αυτός δίπλα της τις έπιασε το χέρι.
Ξαπλωμένοι τώρα πρόσωπο με πρόσωπο κοιτάζονταν στα μάτια
-Σε αγαπώ, της ξαναείπε
-Και εγώ σε αγαπώ του απάντησε
Έμειναν να κρατιούντε χέρι χέρι και να κοιτάζονταν ίσα στα μάτια, μέχρι που ο Μορφέας ήρθε και τους σκέπασε με τον μανδύα του.

Τα τραγούδια: Ροζ - Γ Μηλιώκας, Α Μάνου.
Στο αίμα μου αλλάζει ο καιρός - Φ Πλιάτσικας, Θ Τσάτσου



Υ.Γ. Το τραγούδι το έβαλα επειδή μου άρεσε.

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Η Ντάλια

Μπήκε στον σταθμό του μετρό, στάθηκε στην ουρά να βγάλει εισιτήριο.
Μόλις είχε τελειώσει τις δουλειές που είχε στο κέντρο και γύριζε σπίτι. Ήταν χαλαρός και κοιτούσε νωχελικά τον κόσμο που περνούσε βιαστικός γύρω του.
Το μάτι του έπεσε, σε μια γυναίκα, που πέρασε δίπλα του, μαζί με την κόρη της και τον γιο της, προφανώς
Η φυσιογνωμία της του φάνηκε πολύ γνωστή. Ήταν ίδια θα έλεγε κανείς με εκείνο το παράξενο κορίτσι που είχε γνωρίσει στα φοιτητικά του χρόνια που το φώναζαν με το παρατσούκλι Ντάλια. Αυτό που του έκανε εντύπωση ήταν ότι στο ίδιο μάλιστα αυτί φορούσε ένα σκουλαρίκι σταυρό, ίδιο με εκείνο που φορούσε και εκείνη. Η Ντάλια
Ήρθε η σειρά του. Έριξε τα χρήματα στο μηχάνημα πήρε το εισιτήριο, το ακύρωσε και κατευθύνθηκε στην αποβάθρα.
Κάθισε σε μια από τις καρέκλες, καθώς περίμενε το μετρό, το μυαλό του γύρισε πολλά χρόνια πίσω, τότε που πρωτογνώρισε εκείνη την κοπέλα, την Ντάλια, που εκείνη η γυναίκα του θύμιζε έντονα.
Ήταν τότε που είχε πάει στήν σχολή για να γραφτεί. Στον χώρο μπροστά στην γραμματεία ήταν μαζεμένοι οι καινούριοι φοιτητές που συμπλήρωναν τα απαραίτητα χαρτιά για την εγγραφή τους, γίνονταν οι πρώτες επαφές μεταξύ τους, οι πρώτες φιλίες, συγκατοικήσεις στήνονταν, συνήθως με γνώμονα τον τόπο καταγωγής.
Εκείνη την στιγμή έκανε την εμφάνισή της εκείνη. Ήταν αδύνατο να μην την προσέξει κανείς. Ψιλή κοπέλα, αδύνατη, με κοντό μαλλί βαμμένο καροτί και δυο μικρά πράσινα κοτσιδάκια να πέφτουν δεξιά και αριστερά στα μάγουλά της.
Φορούσε ένα κόκκινο πουκάμισο, ένα πολύ κοντό σορτσάκι από κομμένο τζιν παντελόνι και καφέ δερμάτινα σανδάλια. Στο αριστερό της αυτί είχε για σκουλαρίκι ένα σταυρό.
Όλοι γύρισαν και την κοίταξαν. Αυτή χωρίς να δώσει σημασία, συμπλήρωσε τα χαρτιά έκανε την εγγραφή της και έφυγε, χωρίς να πει μια κουβέντα. Από πολλούς γονείς που ήταν εκεί άρχισαν οι χαρακτηρισμοί, “Είδες το τσουλί??”, και οι συμβουλές, προς τις κόρες ιδιαίτερα, να μην παρασυρθούν και γίνουν σαν αυτή την...........
Την επόμενη φορά που την είδε ήταν όταν άρχισαν τα μαθήματα. Καθόταν στο αμφιθέατρο μαζί με τα παιδιά που είχε γνωρίσει και έκαναν παρέα, τον Απόστολο τον Τάκη και τον Φώτη, αστειεύονταν με διάφορα μέχρι να αρχίσει το μάθημα, Αυτή χωρίς να πει κουβέντα ήρθε και κάθισε δίπλα του. Σταμάτησαν να μιλούν, και γύρισαν και οι τέσσερις και την κοίταζαν. Παρ' ότι είχαν αρχίσει τα πρώτα φθινοπωρινά κρύα αυτή ήταν ντυμένη με ένα ιδιαίτερα προκλητικό όσο και φανταχτερό ντύσιμο. Έμεινε αμίλητη σε όλη την διάρκεια του μαθήματος και όταν αυτό τελείωσε, μάζεψε τα πράγματά της και εξαφανίστηκε.
Την έβλεπαν συχνά στην σχολή όπου παρακολουθούσαν μαθήματα, χωρίς να της δίνουν ιδιαίτερη σημασία.
Κάποια ανύποπτη στιγμή που την είδαν να περνά, από μπροστά τους. Ο Τάκης δεν κρατήθηκε.
-Ρε παιδιά, αυτή έτσι όπως είναι μου θυμίζει τις ντάλιες που έχει η μάνα μου στον κήπο.
Όλοι στην παρέα γέλασαν, και της κόλλησαν το παρατσούκλι. “Ντάλια”
Όταν έβγαιναν έξω για κανένα καφέ η κανένα ποτάκι, την συναντούσαν, άλλες φορές να συνοδεύεται από κάποιον, μεγαλύτερό της, και άλλες φορές μόνη της.
Οι φορές που την συναντούσαν μόνη της όλο και πλήθαιναν, ώσπου τελικά όπου πήγαιναν, και την συναντούσαν, όλο μόνη της την έβλεπαν, να κάθετε σε ένα τραπεζάκι ή στο μπαρ, με ένα ποτήρι στο χέρι, και ένα τσιγάρο στο άλλο, πάντα ντυμένη φανταχτερά όσο και προκλητικά. Κατά καιρούς διάφοροι την γυρόφερναν αλλά αυτή φρόντιζε με τον ένα η τον άλλο τρόπο να τους αποφεύγει, και έμενε μόνη και σιωπηλή.
Ο καιρός περνούσε, η παρέα μεγάλωσε, ήρθε η Ζωή, Βούλα, και η Πέπη.
Μόνο ο Απόστολος έμεινε μόνος, άλλα η υπόλοιπη παρέα δεν τον άφηνε να πλήξη. Όπου και να πήγαιναν τον έπαιρναν μαζί τους, όλοι μαζί περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους ευχάριστα.
Πέρασε ο χειμώνας και μπήκε η άνοιξη, ο καιρός ζέστανε και, μια Κυριακή πρωί η παρέα απολάμβανε την πρωινή λιακάδα, συζητώντας για διάφορα, αστειευόταν, γελούσαν. Σε μια στιγμή την είδαν να έρχεται
Έψαξε για τραπεζάκι να καθίσει, αλλά δεν είδε κάποιο ελεύθερο.
Πλησίασε την παρέα.
-Μπορώ να καθίσω μαζί σας???
-Πώς κάθισε, της απάντησε εκείνος, δείχνοντάς της μια κενή καρέκλα.
Έμειναν όλοι για λίγο σιωπηλοί, αλλά οι συζητήσεις ξανάρχισαν, στην αρχή δειλά, αλλά μετά από λίγο ξανά 'γιναν ζωηρές όπως και πριν.
Η Ντάλια, συμμετείχε στίς κουβέντες, χωρίς όμως να “ανοίγετε” ιδιαίτερα.
Σιγά σιγά έγινε μέλος της παρέας, την καλούσαν να βγει μαζί τους, να διαβάσουν μαζί, αλλά πάντα αυτή ολιγόλογη κάπως απόμακρη γελούσε σπάνια, σαν κάτι να την έτρωγε. 'Οταν την ρωτούσαν τι έχει αυτή απαντούσε “Έχω τα δικά μου” η “ Είμαι με τις μέρες μου”, χωρίς να τους δίνει περισσότερες εξηγήσεις
Ο Απόστολος άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για την Ντάλια.
Προθυμοποιόταν να την κεράσει, να την πάει σπίτι της, γενικά της έδειχνε ένα ενδιαφέρον χωρίς όμως αυτή να του δίνει θάρρος.
Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά, Πλησίαζε το Πάσχα, ένα απόγευμα που είχαν πάει για καφέ όλοι μαζί, ο Απόστολος τους ανακοίνωσε ότι θα ερχόταν η μητέρα του να μείνει μαζί του για Σαββατοκύριακο.
-Άντε επιτέλους να φάμε και ένα φαΐ της προκοπής, κοντεύουμε να λαλίσουμε με τους κροκόδειλους της λέσχης και τις λασπομακαρονάδες του Τάκη, είπε αυτός, και οι άλλοι της παρέας συμφώνησαν γελώντας.
Εκείνη η Κυριακή, που τους είχε καλέσει για φαγητό ο Απόστολος, έφτασε επιτέλους. Συναντήθηκαν όπως είχαν συμφωνήσει, στο σπίτι της Πέπης και ξεκίνησαν για του Απόστολου.
Τους υποδέχθηκε ο Απόστολος και τους σύστησε στην μητέρα του την κα Τασία, γυμνασιάρχης στο επάγγελμα, μια γυναίκα πρόσχαρη χαμογελαστή ευχάριστη και ιδιαίτερα περιποιητική.
Μετά το γεύμα έφτιαξαν καφέδες και άρχισαν να μιλούν για την φοιτητική ζωή, να γελούν με τα ευτράπελα που τους είχαν συμβεί.
Η κουβέντα σιγά σιγά ήρθε και στα παιδικά χρόνια, όπου η κα Τασία έλεγε διάφορα γεγονότα και έδειχνε φωτογραφίες του Απόστολου μικρού, μπροστά στο σπίτι τους στην παιδική χαρά, στο σχολείο.
Η παρέα συμμετείχε στη συζήτηση λέγοντας διάφορα γεγονότα από τα δικά του παιδικά χρόνια ο κάθε ένας, περίεργα ή αστεία. Όλοι έκτος της Ντάλιας, της Χριστίνας όπως ήταν το κανονικό της όνομα. Αυτή είχε σκύψει το κεφάλι κάπνιζε ρουφούσε γουλιές από τον καφέ της και δεν έλεγε λέξη.
Η κα Τασία την πρόσεξε.
-Γλυκό μου τι έχεις???
Εκείνη γύρισε και την κοίταξε.
-Τίποτε, απολυτός τίποτε
-Δεν μπορεί κάτι σου συμβαίνει, τι είναι???
-Ε.....να, σας ακούω να λέτε για τα παιδικά σας χρόνια, εγώ δεν έχω να θυμηθώ τίποτε γιατί δεν έχω τι να θυμηθώ
-Τι εννοείς, την ξαναρώτησε η κα Τασία.
Η Χριστίνα (Ντάλια) άρχισε να διηγείται την ζωή της, κάτι που θα άλλαζε τον τρόπο που την έβλεπαν οι άλλοι της παρέας. Όλα θα άλλαζαν, και κυρίως η ίδια.
-Εγώ μεγάλωσα σε ίδρυμα, δεν γνώρισα γονείς, τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα ωράρια και κανόνες, δεν θέλω να τα θυμάμαι, Κάποια στιγμή γύρω στα δέκα μου πήγα να μείνω με μια οικογένεια, τους θετούς μου γονείς.
Όλα έδειχναν ότι η ζωή μου θα άλλαζε και θα γινόταν μια φυσιολογική ζωή, όπως όλων των άλλων παιδιών. Τα πρώτα χρόνια όλα ήταν καλά, ήταν καλοί μαζί μου, ζούσα ωραία, όμως μετά λίγα χρόνια, τα πράγματα άλλαξαν.
Άρχισαν οι τσακωμοί, όλο και ποιο συχνοί μέχρι που οι θετοί μου γονείς από σύζυγοι έγιναν απλά συγκάτοικοι, όλο και πιο συχνά έλειπαν ακόμα και για μέρες και εγώ έμενα όλο και περισσότερο μόνη μου σε ένα άδειο σπίτι, είχα χρήματα, πότε η μητριά που και πότε ο πατριός μου μου άφηναν και είχαν πει και σε μια γειτόνισσα να μου φέρνει λίγο φαΐ. Έκανε ο κάθε ένας την ζωή του, και ήταν σαν να μην υπήρχα πλέων γι' αυτούς.
Κάποιες φορές η μητριά μου η ο πατριός μου έφερναν τους φίλους τους η τις φίλες τους σπίτι, και όταν γινόταν αυτό, η με έστελναν να μείνω στο σπίτι κάποιας φίλης μου η μου έλεγαν να μείνω στο δωμάτιο μου μέχρι να με φωνάξουν.
Δεν υπήρχα γι' αυτούς, κανείς τους δεν μου έδινε σημασία, κανείς τους δεν ενδιαφερόταν για εμένα, απλά δεν υπήρχα.
Για να με προσέξουν έφτιαξα τα μαλλιά μου έτσι άρχισα να βάφομαι άλλαξα ντύσιμο. Ήθελα να γυρίσουν να με δουν, να μου πουν “Πώς έγινες έτσι τι ντύσιμο είναι αυτό??”, να πουν κάτι, έστω να μου δώσουν ένα χαστούκι, να κάνουν κάτι, να με δουν ότι υπάρχω και εγώ. Αλλά το μόνο που έγινε ήταν ότι προσέλκυσα την “προσοχή” του πατριού μου που όταν ήμασταν σπίτι μόνοι μας την νύχτα, ερχόταν και κοιμόταν μαζί μου στο κρεβάτι μου, κάθε πρωί, όταν γινόταν αυτό, ένιωθα απαίσια, έκανα εμετούς. Άρχισα να ζώ με την αγωνία της νύχτας, αν θα έρθει σπίτι, στο δωμάτιο μου, να πέσει από πάνω μου και.....
Όποτε αντιστεκόμουν και δεν τόν άφηνα, αυτός με χτυπούσε και με έβαζε κάτω με τό ζόρι.
Ζούσα μια κόλαση μόνη μου. Δεν είχα κανέναν. Άρχισα να βγαίνω να ξενυχτάω, μήπως καταφέρω να ξεφύγω, μήπως βρώ και έναν άνθρωπο..... αλλά και αυτοί μόνο για να κοιμηθούν μαζί μου μια βραδιά και μετά να με πετάξουν σαν σκουπίδι. Κλείστηκα μέσα και άρχισα πίνω, να μεθάω, γιατί μόνο έτσι μπορούσα να αντέξω.
Η μόνη λύση που έβλεπα για να γλιτώσω από το μαρτύριο μου ήταν να στρωθώ να διαβάσω να περάσω σε μια σχολή κάπου μακριά, να έχω λόγο να φύγω από εκεί, να φύγω.....να φύγω.....να φύγω.....
Τα τελευταία λόγια της διακόπτονταν από λυγμούς που την τράνταζαν, τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα.
Όλοι παρακολουθούσαν την διήγηση της Χριστίνας με ανοιχτό το στόμα ανίκανοι να κουνηθούν ή πουν οτιδήποτε. Καταλάβαιναν, όλο αυτό τον καιρό που έκαναν παρέα ότι κάτι είχε, αλλά όχι κάτι τόσο τρομερό.
Η κα Τασία σηκώθηκε και πήγε κοντά της.
-Έλα εδώ γλυκιά μου, της είπε. Άπλωσε τα χέρια της προς αυτή και έκανε να την πάρει αγκαλιά. Η Χριστίνα πετάχτηκε όρθια από την καρέκλα που καθόταν, όρμισε στην ανοιχτή αγκαλιά χώθηκε όσο πιο βαθιά γινόταν και άρχισε να αδειάζει από μέσα της με μιας, δάκρυα για καιρό μαζεμένα, με ένα δυνατό κλάμα.
Η υπόλοιπη παρέα είχε πάει κοντά της, της χάιδευαν τα μαλλιά ανίκανοι να αρθρώσουν λέξη από την έκπληξη.
Μετά από ώρα, σταμάτησε πια να κλαίει, τα τελευταία δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. Έμενε μέσα στην αγκαλιά που την είχε δεχθεί γεμάτη αγάπη, από μια, μέχρι πριν από λίγο, άγνωστη της κυρία.
Η κα Τασία την έπιασε από τα μπράτσα και την έστισε όρθια μπροστά της, της σκούπισε τα μάτια και την ρώτησε.
-Δεν μου λες γλυκιά μου, που θα κάνεις Πάσχα???
-Δεν ξέρω.
-Ωραία, είσαι καλεσμένη να κάνεις Πάσχα μαζί μας
-Ευχαριστώ είπε εκείνη, και σκούπισε με το χέρι τα κατακόκκινα από το κλάμα μάτια της.
Ήρθε η σειρά της υπόλοιπης παρέας, δεν ήταν πια, για αυτούς, η απόμακρη λιγομίλητη Ντάλια που πολλές φορές τους είχε κάνει να νιώσουν περίεργα, με την παρουσία της, που κάποιες φορές είχε ακουστεί “γιατί την κουβαλάμε αυτήν μαζί μας???”, αλλά πλέων ήταν η φίλη τους η Χριστίνα.
Τα παιδιά άρχισαν να την αγκαλιάζουν, σε αγκαλιές πραγματικής αγάπης, και να της ζητούν συγγνώμη για όσες φορές είπαν γι' αυτήν κάποια κακία.
Όλα είχαν αλλάξει μεταξύ τους και κυρίως αυτή. Είχε πλέων απελευθερωθεί από το βάρος που είχε μέσα της, είχε πια πραγματικούς φίλους που την αγαπούσαν, το καταλάβαινε το ένοιωθε. Το χαμόγελο πήρε την θέση του στα χείλη της, και το γέλιο στην ζωή της.
Οι μέρες πέρασαν και οι διακοπές του Πάσχα ήρθαν, όλοι πήγαν να γιορτάσουν στα σπίτια τους. Η Χριστίνα πέρασε τις μέρες αυτές μαζί με την οικογένεια του Απόστολου.
Οι γιορτές πέρασαν, Η παρέα γύρισε στην μικρή πόλη και στις σπουδές της, κάτι όμως ακόμα είχε αλλάξει. Ο Απόστολος και η Χριστίνα είχαν ενώσει τα χέρια σε έναν δυνατό κόμπο που κανένας ποτέ δεν θα μπορούσε να λύσει.
Τα χρόνια πέρασαν. Αποφοίτησαν έφυγαν, χάθηκαν οι άνθρωποι, σχέσεις, φιλίες διαλύθηκαν Τα ρούφηξε όλα η ρουτίνα της ζωής, τα άνχοι της οι αγωνίες της, το μόνο που έμεινε ήταν θολές αναμνήσεις στον νου και παλιές φωτογραφίες σε κάποιο σκονισμένο άλμπουμ
Η Τελευταία φορά, που είχε δει τον Απόστολο και την Χριστίνα ήταν όταν είχε πάει να τους αποχαιρετίσει στον Σταθμό Πελοποννήσου, όπου περίμεναν το τρένο.
Αυτός καθησμένος σε ένα παγκάκι στήν άδεια αποβάθρα, με αυτή καθισμένη στά πόδια του να κοιμάτε.
Τους πλησίασε, ο Απόστολος έφερε τό δάχτιλό του κάθετα στά χείλη του.
-Σσσσσ σιγά, θα μου την ξυπνήσεις........
Επέστεψε πίσω από το ταξίδι στο παρελθόν, στήν πολύβοη, γεμάτη κόσμο αποβάθρα του μετρό.
Γύρισε και κοίταξε για μια ακόμα φορά προς την μεριά που καθόταν εκείνη η κυρία με τα παιδιά της.
Σηκώθηκε από την θέση του και πλησίασε.
-Χριστίνα....
Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε....Χαμογέλασε με έκπληξη.
-Δεν το πιστεύω, μετά από τόσα χρόνια....
Αγκαλιάστηκαν, έφυγαν όλοι μαζί από τον σταθμό για ένα κοντινό καφέ.
Είχαν τόσα πολλά να πουν.............

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Τυχαία συνάντηση

Η μέρα είχε προχωρήσει αρκετά, Σάββατο, εκείνος είχε ρεπό, αυτή την μέρα. Όλο το πρωί είχε ασχοληθεί με διάφορα που έπρεπε να γίνουν μέσα στην εβδομάδα και εκκρεμούσαν. Μετά το μεσημεριανό του φαγητό κάθισε να πιει τον απογευματινό του καφέ και να χαλαρώσει στο μπαλκόνι του, απολαμβάνοντας τον ήλιο που έριχνε τις τελευταίες ακτίνες του στην γη.
Σκεφτόταν τι να κάνει, πως να περάσει τις ώρες χαλάρωσης που του έμεναν, οι γνωστοί και οι φίλοι του ακόμα δεν είχαν επιστρέψει από τις διακοπές του Πάσχα.
Αυτό που πέρασε από το μυαλό του ήταν να πάει να φάει έξω, Δεν του ερχόταν καλά να μείνει μέσα.
Θα πήγαινε στο γνωστό ταβερνάκι, όπου το επισκεπτόταν συχνά, όταν ήθελε να φάει κάτι έξω.
Είχε βραδιάσει πια όταν πήγε.
Το ταβερνάκι δεν είχε καθόλου κόσμο, δύο τρεις παρέες κάθονταν και έτρωγαν και τα περισσότερα τραπέζια ήταν άδεια.
Διάλεξε ένα, άφησε τα πράγματά του, και κάθισε σε μια καρέκλα, τράβηξε το τασάκι προς την μεριά του και άναψε ένα τσιγάρο.
Μέχρι να έρθει ο σερβιτόρος έριξε μια ματιά στις παρέες που κάθονταν στα άλλα τραπέζια μήπως δει και κανένα γνωστό του. Τα μάτια του σταμάτησαν πάνω σε μια παρέα.
Στις καρέκλες που βρίσκονταν απέναντί του καθόταν ένα ζευγάρι με το παιδί τους. Αυτός επικεντρώθηκε στην γυναίκα που μαζί με τον σύζυγο της κοιτούσαν τον κατάλογο.
Αυτή, η καστανή με τα κοντά μαλλιά χτενισμένα χωρίστρα στην μέση, με τα γυαλιά με τον λεπτό οβάλ συρμάτινο σκελετό και τα καστανά μάτια ήταν εκείνη.
Την αναγνώρισε σχεδόν αμέσως. Αν εξαιρέσει κανείς τα λίγα κιλάκια που είχε πάρει, δεν είχε αλλάξει καθόλου.
Ήταν αυτή, ή ίδια κοπέλα, που πριν πέντε χρόνια την κρατούσε από το χέρι όταν έβγαιναν βόλτα, ήταν αυτή η ίδια που είχαν αλλάξει λόγια αγάπης, είχαν κάνει σχέδια για το μέλλον, το δικό τους μέλλον, είχαν δει υπέροχα ηλιοβασιλέματα αγκαλιά, ανταλλάσσοντας ζεστά φιλιά.
Η κοπέλα που τότε αγαπούσε όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, που ήταν γι' αυτόν το πολυτιμότερο πράγμα που είχε, η κοπέλα που τόσο ξαφνικά είχε φύγει από την ζωή του, αφήνοντας του ένα τεράστιο κενό που τόσο δύσκολα είχε καταφέρει να κλείσει.
Αυτή η ίδια κοπέλα καθόταν τώρα λίγα μέτρα μακριά του, με τον σύζυγο της, έναν μελαχρινό γεματούλη, και το παιδί της, ένα πανέμορφο ξανθό κοριτσάκι, με δυο πεταχτά κοτσιδάκια δεξιά και αριστερά πάνω από τα αυτάκια, να πίνει λαίμαργα τον χυμό της από το κουτάκι, που κρατούσε με τα δυο της μικρά χεράκια, με ένα καλαμάκι.
Εκείνος γύρισε στο τραπέζι του, γι' αυτόν εκείνη ήταν πια παρελθόν, ένα μακρινό παρελθόν.
Τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του, το άφησε στο τασάκι, πήρε τον κατάλογο, διάλεξε το γεύμα του, και παράγγειλε στον σερβιτόρο που στο μεταξύ είχε έρθει.
Έριξε μια κλεφτή ματιά ακόμα στο ζευγάρι, αυτός και αυτή κάτι συζητούσαν ενώ το κοριτσάκι τους με ρουφηγμένα τα μαγουλάκια ρουφούσε από το κουτάκι τον χυμό, κοιτώντας με περιέργεια ότι συνέβαινε γύρο του.
Αυτή δεν τον είχε δει ακόμα, να κάθετε μόνος του στο τραπεζάκι της γωνίας, η δεν τον είχε αναγνωρίσει.
Γύρισε πάλι στο τραπέζι του, πήρε το περιοδικό που μόλις πριν λίγο είχε αγοράσει από το περίπτερο και άρχισε να το ξεφυλλίζει.
Σε λίγο τα “πρώτα” ήρθαν, οι τηγανητές πατάτες, η σαλάτα και η μπύρα βρίσκονταν μπροστά του, αυτός άφησε το περιοδικό στην πλαϊνή καρέκλα και άρχισε να τσιμπολογάει μέχρι να έρθει το κυρίως πιάτο.
Γύρισε προς το μέρος που καθόταν εκείνη, είδε πως τον κοιτούσε με έναν τρόπο, που έδειχνε πως τον είχε δει και τον είχε αναγνωρίσει. Μόλις τα μάτια τους συναντήθηκαν αυτή γύρισε αμήχανα, άνοιξε την τσάντα της έβγαλε ένα χαρτομάντιλο και σκούπισε τα χειλάκια του παιδιού.
Στο μεταξύ τα φαγητά τους είχαν έρθει, άρχισαν να τρώνε, αυτή σε κάθε ευκαιρία, του έριχνε κλεφτές ματιές. Αυτός τσιμπολογούσε, περιμένοντας το κυρίως πιάτο, παρακολουθώντας την όμως διακριτικά.
-Έφτασε και το μοσχαράκι, ο σερβιτόρος πήρε το πιάτο με το αχνιστό φαγητό από τον δίσκο του και το άφησε μπροστά του.
-Καλή σας όρεξη.
-Ευχαριστώ, απάντησε εκείνος στον σερβιτόρο, πήρε το σερβίτσιο και άρχισε να τρώει.
Όση ώρα έτρωγαν, έριχναν ματιές ο ένας στον άλλο, άλλες φορές περαστικές γρήγορες και άλλες φορές, με πολύ προσοχή, έμεναν να κοιτάζουν για λίγα δευτερόλεπτα. Κάποιες στιγμές, που οι ματιές τους συναντιόνταν, κοιτάζονταν ίσα στα μάτια, όπως τότε που, πρωτοείδε ό ένας τον άλλο, καλεσμένοι και οι δυο στην ίδια παρέα, τότε που αντάλλαξαν την πρώτη τους “καλησπέρα”, τότε που πρωτοαγκίχτηκαν σε εκείνη την τόσο τυπική χειραψία που έμελλε να τους ενώσει για τους επόμενους είκοσι μήνες, σε κάτι τόσο μοναδικά υπέροχο.
Τελείωσε το φαγητό του, έσπρωξε τα άδεια πιάτα πιο πέρα, πήρε το περιοδικό από την διπλανή καρέκλα που το είχε αφήσει και άρχισε να διαβάζει ένα άρθρο , άναψε ένα τσιγάρο και τράβηξε πάλι το τασάκι προς την μεριά του.
Προσηλωμένος στο διάβασμα του, σταμάτησε να κοιτάζει προς αυτή, τι νόημα είχε πια άλλωστε, τι τον ενδιέφερε, γιατί να κοιτάζει, ποιος ο λόγος?
Μετά από λίγο κοίταξε το ρολόι του, ζήτησε λογαριασμό, και σηκώθηκε να πάει μέχρι την τουαλέτα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στο τραπέζι που καθόταν εκείνη.
Ακουμπώντας τα χέρια του στις άκρες του νιπτήρα κοιτάχθηκε στον καθρέφτη για μερικά δευτερόλεπτα, άνοιξε την βρύση έβαλε τα χέρια του κάτω από το νερό και άρχισε να τα τρίβει μεταξύ τους, τέλος τράβηξε μια χάρτινη πετσέτα από μια θήκη στον τοίχο και τα σκούπισε.
Γύρισε να φύγει, αυτή στεκόταν μπροστά του.
-Καλησπέρα, είσαι καλά?? του είπε
-Μια χαρά, απάντησε εκείνος
-Ξέρεις αισθάνομαι την ανάγκη να σου ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη.
-Γιατί??
-Να για τότε, να σου ζητήσω συγγνώμη που σε πλήγωσα, άλλα πίστεψε με δεν γινόταν αλλιώς
-Τι εννοείς???
-Να, όταν ήρθες στο σπίτι να γνωρίσεις τους δικούς μου, όταν έφυγες, οι δικοί μου με πίεσαν πάρα πολύ να σε αφήσω. Μου έλεγαν ότι είναι αδύνατο να είμαι ευτυχισμένη με έναν άντρα δέκα χρόνια μεγαλήτερό μου, ότι με κοροιδεύεις και ότι θα με αφήσεις. Μου ήταν πολύ δύσκολο, γιατί και εγώ σε αγαπούσα αλλά δεν μπορούσα να τα χαλάσω με τους γονείς μου, δεν γινόταν. Φοβόμουν, φοβόμουν τόσο πολύ. Αλλά δεν μπορούσα πίστεψέ με. Ελπίζω να με συγχωρέσεις που σε πλήγωσα.
-Ναι, όντος, δεν μπορώ να πω ότι ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής μου, αλλά πάνε τώρα αυτά περάσανε, πες μου τα νέα σου, είδα παντρεύτηκες έχεις και ένα πανέμορφο κοριτσάκι, μπράβο, να σου ζήσει η κουκλίτσα, αλλά πες μου περνάς καλά????
-Τι καλά, αυτόν μου τον γνώρισαν οι γονείς μου λίγους μήνες μετά που χωρίσαμε, τον παντρεύτηκα χωρίς να καταλάβω πως και τι, και από ζωή, τι να σου πω, για να τα βγάλουμε πέρα, εγώ έχω πιάσει δουλειά σε ένα μεγάλο super market, και αυτός μετά το εργοστάσιο, που δουλεύει, πάει και δουλεύει και το ταξί του αδερφού του, πως να βγούνε αλλιώς τόσα έξοδα, νοίκια, κοινόχρηστα, λογαριασμοί, άστα. Ξέρεις ότι, η μοναδική μου έξοδος είναι η παιδική χαρά όταν πάω την μικρή??? Έχω να πάω ένα σινεμά, ένα θέατρο χρόνια. Η τελευταία φορά που βγήκαμε έτσι κάπου έξω να φάμε και να πάρουμε λίγο αέρα ήταν πριν δυο χρόνια, κατά τα άλλα η ζωή μου δουλειά, σπίτι και τίποτε άλλο, αισθάνομαι σαν φυλακισμένη, δεν αντέχω πια. Είμαι σίγουρη ότι μαζί σου, θα ήταν διαφορετικά
Έσκυψε το κεφάλι και κοιτούσε το πάτωμα.
-Δεν μπορείς να ξέρεις πως θα ήταν μαζί μου, διάλεξες έναν δρόμο, και άφησες έναν άλλο, όμως ποτέ δεν μπορεί κανένας να είναι σίγουρος, ότι αυτός ο δρόμος που άφησε είναι καλύτερος από αυτόν που προτίμησε να ακολουθήσει, γι' αυτό μην σκέφτεσαι έτσι. Πες μου όμως κάτι. Σε αγαπάει???
-Ναι, όσο γι' αυτό, είμαι σίγουρη, με προσέχει σαν τα μάτια του, είμαι σίγουρη ότι με αγαπάει.
-Εσύ??? Τον αγαπάς???
-Δεν ξέρω, δεν ξέρω τι να σου απαντήσω, δεν ξέρω, νιώθω τόσο πιεσμένη τόσο αγχωμένη που...... δεν ξέρω.
-Άκου με τι θα σου πω, Πλήγωσες εμένα κάποτε, μην το ξανακάνεις, μην διαλύσεις αυτό που έχει φτιαχτεί, όπως και να έχει φτιαχτεί είναι όμορφο, μην το χαλάσεις. Μην πληγώσεις και αυτόν. Αγάπησε τον, αφού σε αγαπάει, δες την ομορφιά αυτού που έχεις, δες τα καλά της ζωής που κάνεις, δες την αγάπη του ανθρώπου σου, και δέξου την, Δες τον αγώνα του, να μην σας λείψει τίποτε, σε εσένα και στο αγγελούδι σας, στήριξε τον να αντέξει, και αν θες να αλλάξει κάτι στην ζωή σου άλλαξε το ξεκινώντας από εσένα, πάψε πια να είσαι έτσι και φόρεσε εκείνο το χαμόγελο που έφερνε την άνοιξη και χάρισε το του, χάρισε του την αγκαλιά σου, την ζεστασιά της ψυχής σου, και κάνε μου την χάρη να το δω αυτό το καινούργιο πριν φύγω να αρχίζει. Ετσι!!!
Σήκωσε το χέρι και την χάιδεψε απαλά στα μαλλιά της. Εμειναν γιά λίγο να κοιτάζοντε, ίσα στα μάτια όπως τότε......
-Άντε πήγαινε τώρα, άντε άντε......
Έφυγε.
Εκείνος έμεινε μόνος πάλι, να κοιτάζετε στον καθρέφτη της τουαλέτας.
Άνοιξε την βρύση πήρε σαπούνι από την σαπουνοθήκη και άρχισε να πλένει τα χέρια του.....
Βγήκε από την τουαλέτα και πήγε στο τραπέζι που καθόταν, χωρίς να καθίσει είδε τον λογαριασμό που ο σερβιτόρος του είχε αφήσει, άφησε τα χρήματα πάνω στο τραπέζι, κάνοντας και το σχετικό νόημα πήρε τα πράγματά του, έριξε μια ματιά στο τραπέζι που καθόταν εκείνη με την οικογένειά της. Άδειο, είχαν φύγει.
Γύρισε και έφυγε, περπατώντας στον δρόμο για το σπίτι του στάθηκε και άναψε ένα τσιγάρο, γύρισε και κοίταξε, τον δρόμο πίσω του.
-Ας έχεις καλή ζωή.
Γύρισε και κοίταξε τον ουρανό, έναν ουρανό κατακάθαρο χωρίς ίχνος σύννεφου, γεμάτο αστέρια.
-Ας έχει καλή ζωή.
Γύρισε, τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του, και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Το σπίτι μου