Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007

Επικοινωνία μεταξύ...... ανθρώπων

Σήμερα ήμουν και απολάμβανα τον καφέ μου στήν καφετέρια που κάθομαι συνήθως.

Στό διπλανό τραπέζι κάθονταν δυό κοπελιές και συζητούσαν για διάφορα.

Κάποια στιγμή, πήρε το αυτί μου ένα κομμάτι της συζήτησής τους που μου φάνηκε περίεργο.

-Θα τα πούμε το Σαββατοκύριακο???
-Οχι, γιατί το Σαββατοκύριακο έχω να πάω σε ένα σεμινάριο

-Τι σεμινάριο είναι αυτό???

-Είναι ένα σεμινάριο για την επικοινωνία, το κάνει ένας πολύ καλός ψυχολόγος.

-Θα είναι και τις δυό μέρες???

-Ναι θα είναι όλο το Σαββατοκύριακο????

Σεμινάριο για την επικοινωνία????????

Μη χειρότερα τη άλλο θα ακούσω, σκέφτικα.

Ζούμε σέ έναν κόσμο που όλα τα έμβια όντα μπορούν να επικοινωνήσουν, μεταξύ τους.

Τα έντομα τα ζώα τα φυτά, όλα, αν παρατηρήσουμε την φύση, θα τα δούμε να επικοινωνούν για να καλύψουν όχι μόνο τις ατομικές τους ανάγκες, αλλά και τις ανάγκες της ομάδας μέσα στήν οποία είναι ενταγμένα, και μέσο της οποίας εξασφαλίζετε η επιβίωση τόσο της ομάδας όσο και του ατόμου.

Το χάρισμα της επικοινωνίας είναι έμφυτο στόν άνθρωπο, ακόμα και ένα μωρό λίγων ημερών μπορεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον και να δώσει να καταλάβουν οι άλλοι ότι έχει μια ανάγκη, πεινάει, λερώθηκε, πονάει, νυστάζει, και δεν μπορούν να το κάνουν δύο ενήλικες?????

Γύρισα σπίτι, έφτιαξα ένα τσάι και αφού έβαλα ένα cd να παίζει έκατσα στόν καναπέ μου.

Οι κουβέντα αυτή που άκουσα στριφογύριζε μές στό μυαλό μου.

Μα γιατί να συμβαίνει αυτό??? Μου φαινόταν αδύνατο, και θα έλεγα και επικίνδυνο να συμβαίνει.

Εψαξα λοιπών στίς δικές μου αναμνήσεις, σε όλα αυτά που μου έχουν συμβεί προσωπικά εμένα και σε ότι έχω ακούσει να βρώ μια απάντηση.

Τί πραγματικά συμβαίνει???

Οι άνθρωποι δεν ΜΠΟΡΟΥΝ η ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ να επικοινωνούν????

Έπιασα το ένα σκέλος. Δεν μπορούν.

Ήταν κάτι που το απέρριψα αμέσως, και ο λόγος είναι απλός.

Εκτώς από τα μέσα που μας προίκισε η φύση, τη γλώσσα, για την κατά πρόσωπο επικοινωνία,

έχουμε στήν διάθεσή μας τόσα άλλα τεχνικά μέσα που διευκολύνουν την επικοινωνία, έτσι ώστε ένας άνθρωπος να μπορεί να επικοινωνήσει με έναν άλλο από όποια απόσταση και από όποιο χώρο θέλει ανεμπόδιστα.

Άρα λοιπών κατέλιξα στό συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι δυστιχώς τελικά δεν θέλουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.

Το δυστύχημα είναι ότι βρήκα πολλά παραδείγματα που με οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα.

Θα παραθέσω εδώ κάποια για του λόγου το αληθές.

Θα θυμηθώ για αρχή, κάποιον γνωστό μου που κάναμε μαζί πολύ παρέα κατά το παρελθόν, τηλεφωνιόμασταν βγαίναμε, κτλ κτλ.

Όταν αυτός παντρεύτηκε και άνοιξε ένα μαγαζί, αρχίσαμε να χανόμαστε.

Λογικό θα μου πείτε, και συμφωνώ απολύτως, άλλαξε η ζωή του έπρεπε να δώσει χρόνο στην οικογένειά του, και στήν δουλειά του Φυσικά και καλά έκανε.

Όμως αυτός χανόταν όλο και περισσότερο, τα διαστήματα που μεσολαβούσαν μεταξύ των συναντήσεων ή των τηλεφωνημάτων συνεχώς μεγάλωναν μέχρι που χαθήκαμε τελείος, και αυτό δεν συνέβαινε μόνο με εμένα και αυτόν, αλλά και με άλλους πιο στενούς του φίλους.

Είναι όμως δυνατό μέσα σε 30 δεκαεξάωρα που που είναι ξύπνιος μέσα στόν μήνα να μην παίρνει ένα τηλέφωνο ούτε για τα τυπικά????

Μπορεί να μην έχει χρόνο να πάρει ένα τηλέφωνο να πει "Χρόνια πολλά για την γιορτή σου" σε κάποιον από τους φίλους του????

Πόσος χρόνος απαιτήτε πια για μια τέτοια κίνηση, που δεν μπορεί να τον εξοικονομήσει???

Αποτέλεσμα, όταν εγώ σταμάτησα να τον παίρνω τηλέφωνο, να χαθούμε τελείος, τόσο που αμφιβάλω και αν θυμάτε ότι υπάρχω κιόλας, και αυτό, όπως προείπα έχει γίνει και με άλλους πιο στενούς του φίλους.

Ένα δεύτερο πράγμα που συμβαίνει, είναι όταν συναντώ κάποιον στόν δρόμο και με ρωτά το, για εμένα, εξοργιστικό.

"Τον..... τον βλέπεις?? Τη κάνει αυτή ή ψυχή?????"

Τότε ακούει από εμένα τα εξείς.

"Τον.........???, Το τηλέφωνό του το έχεις?....Ε, πάρε τον ίδιο και ρώτα τον τί κάνει, αφού έχεις το τηλέφωνό του, γιατί δεν τον παίρνεις???"

Τότε ο συνομιλητής μου έρχετε σε αμηχανία, λες και του ζητώ να ζωγραφίσει την γκουέρνικα, και μου απαντά ότι έχω δίκαιο και πρέπει κάποια στιγμή να τον πάρω, αλλά....Και αρχίζει να μου δίνει φτηνές δικαιολογίες, γιατί έχει χαθεί από όλους, λόγο υποχρεώσεων, κτλ κτλ, και ότι φταίει αυτό ή εκείνο, και όχι ο ίδιος.

Ένα ακόμα παράδειγμα που έχω πρόχειρο αφορά έναν παλιό μου συμφοιτητή που και με αυτόν έχω πια χαθεί.

Όσο ήμασταν στήν σχολή ήμασταν μαζί σχεδόν συνέχεια, κάναμε πολύ και καλή παρέα.

Τον είχα φιλοξενήσει σπίτι μου τόσο στήν Αθήνα όσο και στήν Φλώρινα που σπουδάζαμε.

Απ' όταν πήραμε τα πτυχία μας και μετά ούτε φωνή ούτε ακρόαση.

Κάποια στιγμή μετά από χρόνια, συναντηθήκαμε στό κέντρο της Αθήνας.

"Εχασα την ατζέντα με τα τηλέφωνα μου" μου είπε.

Του ξαναέδωσα το τηλέφωνό μου, κινητό και σταθερό, μου έδωσε και αυτός το δικό του, χάρηκε(?) πολύ που με ξαναβρήκε και συμφωνήσαμε να τηλεφωνηθούμε την άλλη μέρα το πρωί για να κανονίσουμε να πάμε για κανένα καφέ και να τα πούμε με την ησυχία μας.

Τον πήρα όπως είχαμε συμφωνήσει, η απάντηση που μου ήρθε ήταν ότι η κλήση μου προωθούνταν. Του άφησα μήνυμα, ενώ λίγο αργότερα του έστειλα sms.

Εδώ και πέντε χρόνια "περιμένω" απάντηση.

Ένα τελευταίο παράδειγμα, για να μην σας κουράσω είναι από ένα φιλικό μου ζευγάρι που πρόσφατα χώρισε.

Η αιτία, “Δεν μπορούσαμε να συνενοηθούμε.”

Σοβαρά??? γιατί του μιλούσες ξαφνικά Κινέζικα και δεν σε καταλάβαινε????

Όχι βέβαια, και φυσικά ούτε αυτός σου μιλούσε Κινέζικα και δεν καταλάβαινες εσύ, κοπέλα μου.

Και πέντε και βάλε χρόνια που τα είχατε πώς συνενοούσασταν, πώς καταλαβαίνατε ο ένας τον άλλο και τώρα δεν μπορείτε, εκτώς αν δεν συζητούσατε σοβαρά, αν παίζατε μικρά μου.

Αν η σχέση σας μέσα στόν γάμο μετατράπηκε από συναγωνιστική σε ανταγωνιστική, και ο εγωισμός σας σας εμπόδιζε να ΑΚΟΥΣΕΤΕ ο ένας τον άλλο, δεν είναι αδυναμία επικοινωνίας, κάτι άλλο είναι.....

Αυτά τα παραπάνω παραδείγματα, που είναι απλά ένα δείγμα, μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε αδυναμία, η ΆΡΝΗΣΗ επικοινωνίας?????

Πραγματικά δεν ξέρω τον λόγο που οι άνθρωποι η δυσκολεύονται η δεν επικοινωνούν πια.

Ειλικρινά δύσκολα θα πειστώ, ότι δεν μπορούν με όλα αυτά τα μέσα στήν διάθεσή τους.

Η δικές μου εμπειρίες είναι ότι δεν θέλουν.

Το γιατί, ας το ψάξει ο κάθε ένας μόνος του.

Δεν πιστεύω ότι δεν μπορεί κάποιος, εκεί που αναρωτιέτε "τη να κάνει ο ...." δεν μπορεί να βρεί ένα λεπτό να στείλει ένα sms, και να ρωτά "Που χάθηκες βρέ 'συ"

Λοιπάμε που το λέω αλλά δεν θέλει να το βρεί αυτό το λεπτό.

Η επικοινωνία, δέν θέλει κόπο ούτε έχει κάποια δυσκολία.

Θέλει ΘΕΛΗΣΗ και ΜΟΝΟ. Τίποτε άλλο.


Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2007

Μαγειρεύοντας 2

Λοιπών, επειδή έπεσε πείνα λέω να βάλω κατσαρόλα, να λιγδώσει και λίγο το αντεράκι μας.
Έχουμε λοιπών και λέμε.
Παίρνουμε ένα πακέτο έτοιμες καθαρισμένες γαρίδες, και τις βάζουμε σε τηγάνι που έχουμε πρώτα λαδώσει, σε μεσαία φωτιά. αφού αρχίσουν να ροδίζουν, προσθέτουμε σκόρδο κρεμμύδι, και τριμμένη στον τρίφτη ντομάτα , η εναλλακτικά έτοιμη τριμμένη ντομάτα, προσθέτουμε ελιές καλαμών κομμένες, στα τέσσερα, μερικές σταγόνες ταμπάσκο, (εγώ βάζω όλο το μπουκάλι, χιχιχιχιχιχι) τριμμένο τυρί φέτα, και δυόσμο
Αφήνουμε την σάλτσα να δέσει, και τη σερβίρουμε μαζί με ένα κάτασπρο σπυρωτό πιλαφάκι.
Προτείνετε να συνοδευτεί από σαλάτα μαρούλι και λευκό κρασί

Υλικά

500 γραμμάρια έτοιμη καθαρισμένη γαρίδα μεσαίο μέγεθος
250 γραμμάρια έτοιμη τριμμένη ντομάτα.
10-15 ελιές κομμένες στα τέσσερα
300 γραμμάρια τριμμένο τυρί φέτα
Ταμπάσκο.
Μερικά φυλλαράκια δυόσμο
Σκόρδο, κρεμμύδι, ανάλογα με το γούστο μας.

Καλή όρεξη.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2007

Η Νύχτα....Τό Ονειρο



Si je toublie pendant le jourJe passe mes nuits te maudireEt quand la lune se retireJai lme vide et le cur lourdLa nuit tu mapparais immenseJe tends les bras pour te saisirMais tu prends un malin plaisirA te jouer de mes avancesLa nuit, je deviens fou, je deviens fouEt puis ton rire fend le noirEt je ne sais plus o chercherQuand tout se tait revient lespoirEt je me reprends taimerTantt tu me reviens fugaceEt tu mappelles pour me narguerEt chaque fois mon sang se glaceTon rire vient tout effacerLa nuit, je deviens fou, je deviens fouLe jour dissipe ton imageEt tu repars je ne sais oVers celui qui te tient en cageCelui qui va me rendre fouLa nuit je deviens fou, je deviens fou


Ω νύχτα εσύ απέραντη, που τείνεις τα χέρια να αρπάξεις μέσα από το μυαλό μου το ωραίο μου όνειρο, με μια πονηρή ευχαρίστηση.
Εγώ αγωνίζομαι να το κρατήσω αλλά το νιώθω να χάνετε μαζί με την γλυκιά του θαλπωρή.
Σιγά σιγά μου το κλέβεις και το κάνεις δικό σου. Τότε το γέλιο σου αντηχεί και το όνειρο χάνετε, ολοκληρωτικά από εμένα.
Τρελαίνομαι. Αρχίζω να ψάχνω, θα σε βρώ, θα το βρώ όπου και να το έκρυψες νύχτα.
Ψαχνω παντού, σαν παράφρον, και εσύ πότε το κρύβεις και πότε το αφήνεις να επιστρέφει και να γεμίζει πάλι το μυαλό μου με την γλυκύτητα του
Παίζεις μαζί μου νύχτα.
Το αίμα μου παγώνει, όταν το γέλιο σου έρχεται να μου θυμίσει πώς εσύ το έχεις.
Παίζεις και γελάς μαζί μου, και εγώ ψάχνω
Πέφτω κατάκοπος από την προσπάθεια στο πάτωμα, ο ύπνος με κατακτά, ο σύμμαχός σου ύπνος, και εσύ συνεχίζεις να γελάς.
Ξυπνώ ο ήλιος μου θαμπώνει τα μάτια.
Η ημέρα σε έχει σκορπίσει και εγώ σαν τρελός ψάχνω το χαμένο μου όνειρο, που ξέρω ότι το κρατάς φυλακισμένο κάπου.
Το ξέρω είναι ζωντανό υπάρχει, και εγώ δεν θα σταματήσω ποτέ να σε ψάχνω χαμένο μου όνειρο....

Εμπνευσμένο από τους στοίχους του τραγουδιού του Sal. Adamo, La nuit που παραθέτω πιο πάνω.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

Μήπως κάτι σας θυμίζει???????

Η ζωή σώθηκε σαν από θαύμα

Εξετάζοντας τα στρώματα όπου υπάρχουν τα ίχνη των Πέντε Μεγάλων, οι ειδικοί έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι καμία από αυτές δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα μεμονωμένο αίτιο. Πάντα πρόκειται για πολλές ατυχείς συγκυρίες που, όλες μαζί συνδυασμένα, κατέστησαν ανέφικτη τη ζωή για τα ζώα της Γης. Η καταστροφή που έγινε κατά τη μετάβαση από το Πέρμιο στο Τριαδικό, πριν από 251 εκατομμύρια χρόνια, καταδεικνύει καλύτερα από κάθε άλλη το τι συνέβη πραγματικά. Η καταστροφή αυτή θεωρείται η μεγαλύτερη των Πέντε Μεγάλων και, σύμφωνα με κάποιον από τους επιστήμονες που μελέτησαν σε βάθος τα γεγονότα της περιόδου αυτής, δε θα πρέπει να αναρωτιόμαστε πώς έγινε και εξαφανίστηκαν τότε τόσο πολλά από τα είδη της Γης, αλλά μάλλον πώς υπήρξαν κάποια που επιβίωσαν. Τα περισσότερα είδη ζούσαν τότε στη θάλασσα, ιδιαίτερα στα ρηχά νερά, αλλά μετά την καταστροφή οι παλιές ακτογραμμές είχαν αλλάξει ολοκληρωτικά. Όλες οι ήπειροι είχαν συσπειρωθεί σε μία γιγάντια υπερήπείρο, την Παγγαίο, που απλωνόταν από ψηλά στο Βόρειο ημισφαίριο μέχρι το Νότιο Πόλο. Όλες οι παράκτιες ζώνες που υπήρχαν παλιότερα ανάμεσα στις μικρότερες ηπείρους είχαν τώρα συνενωθεί.
Ακολούθησε μία σειρά μεγάλων ηφαιστειακών εκρήξεων στη σημερινή Σιβηρία. Η τέφρα απέκλεισε αρχικά το φως του ήλιου και πάγωσε τη Γη, αλλά μαζί μ' αυτήν απελευθερώθηκε και διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο δημιούργησε ένα φαινόμενο θερμοκηπίου, με αποτέλεσμα τη σημαντική άνοδο της θερμοκρασίας. Οι κλιματικές μεταβολές αποτελούν γενικά, μαζί με τις αυξομειώσεις της θαλάσσιας στάθμης, δύο από τις σημαντικότερες αιτίες των μαζικών εξαφανίσεων στην ιστορία της Γης.
Τα μεγάλα δάση που κάλυπταν τη Γη κατά το Πέρμιο είχαν παραγάγει μεγάλες ποσότητες οξυγόνου, οι οποίες τώρα έρχονταν να παίξουν καταλυτικό ρόλο σε ένα επικίνδυνο κοκτέιλ. Το οξυγόνο αντέδρασε με το θειάφι των ηφαιστείων, δίνοντας κυριολεκτικά το έναυσμα για πυρκαγιές σε όλο τον πλανήτη, που τις τροφοδοτούσαν γενναιόδωρα οι τεράστιες ποσότητες ξυλείας.
Όταν κόπασε η καταστροφή, το οικοσύστημα έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή, με καινούργιους συντελεστές. Το 95% των ειδών που υπήρχαν πριν είχαν αφανιστεί. Η μετάβαση ήταν τόσο ραγδαία και η αλλαγή στα είδη της πανίδας τόσο μεγάλη, που τα γεγονότα της Πέρμιας-Τριαδικής αποτέλεσαν το όριο μεταξύ του Παλαιοζωικού και του Μεσοζωικού αιώνα, ο οποίος θα γινόταν η εποχή των δεινοσαύρων.
Στα γεωλογικά στρώματα των περιόδων που ακολουθούν αμέσως μετά από μία καταστροφή οι επιστήμονες ανακαλύπτουν συχνά απολιθώματα, τα οποία μαρτυρούν έντονους πειραματισμούς και ταχύτατη εξέλιξη. Με λίγη τύχη, κάθε φορά, μερικά από αυτά τα νέα είδη κατάφερναν να κρατηθούν στη ζωή και να προσαρμοστούν σε νέους τρόπους διαβίωσης, που προσφέρονταν μετά την εξαφάνιση των παλιών ειδών.
Μετά την καταστροφή της Πέρμιας-Τριαδικής, τα ηνία ανέλαβαν οι αρχαίοι προγονοί των θηλαστικών, τα θηραψιδωτά ερπετά, και αργότερα οι πρώτοι δεινόσαυροι, που διαδέχτηκαν πολλά μεγάλα αρπακτικά αμφίβια. Εάν είχαν επιβιώσει στο Τριαδικό τα περισσότερα από τα αμφίβια που ζούσαν μέχρι τότε, οι προγονοί μας θα είχαν ισχυρούς ανταγωνιστές και η ιστορία θα είχε, ίσως, ακολουθήσει εντελώς διαφορετική πορεία.

Βιβλιογραφία
http://www.physics4u.gr/articles/2006/extictions.html

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2007

Ενδιαφέροντα links για τίς κλιματικές αλλαγές

Τα παρακάτω Link's αναφέρονται σε ότι νεότερο για τις κλιματικές αλλαγές και την συνάντηση στό Μπαλί για το περιβάλλον.
Τα links αναφέρονται σε άρθρα από το περιοδικό Der spiegel.
Δείτε τα.


http://www.spiegel.de/international/world/0,1518,522024,00.html

http://www.spiegel.de/international/world/0,1518,521810,00.html

http://www.spiegel.de/international/world/0,1518,521153,00.html

http://www.spiegel.de/international/world/0,1518,520633,00.html

http://www.spiegel.de/international/world/0,1518,521075,00.html

http://environment.independent.co.uk/climate_change/article3218026.ece

Και φυσικά ένα τραγουδάκι για να έχετε να ακούτε




Ελπίζω να τα βρείτε ενδιαφέροντα, και το τραγούδι να σας αρέσει.
Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007

Γεννηθήτω ΦΩΣ




Και είπε ο Θεός "Γεννηθήτω ΦΩΣ", και εγένετο φως.

Και μαζί γεννήθηκε και κάτι άλλο, ο χρόνος.

Και άρχισε η δημιουργία, και έφτιαξε ο Θεός τα δημιουργήματα του, και τέλος τον άνθρωπο.

Και άρχισε να τον παρατηρεί, μαζί με τον χρόνο, να εξελίσσετε, και να αυξάνει σε πληθυσμό.

Χαμογελούσε ο Θεός που τα δημιουργήματα του εξελίσσονταν κανονικά, και ο άνθρωπος άρχισε να ανακαλύπτει πράγματα και να λειτουργεί μέσα στην φύση αρμονικά. Όσπου κάποια στιγμή..........

Ένας άνθρωπος, ψαρεύει στήν όχθη ενός ποταμού, πιάνει ένα ακόμα ψάρι και το βάζει στό χορτάρι δίπλα του.

Έχει πιάσει και άλλα ψάρια, είναι αρκετά για να θρέψει την οικογένεια του, τα μαζεύει, μαζεύει και τα εργαλεία του και ξεκινά.

Βλέπει να τον πλησιάζουν κάποιοι άλλοι άνθρωποι, με ξύλα και πέτρες στά χέρια, απορεί, τί να θέλουν?

Τον πιάνουν και τον χτυπούν, τον αφήνουν νεκρό, παίρνουν τα ψάρια και τα εργαλεία και φεύγουν.

-Το είδες αυτό, λέει ο χρόνος στόν Θεό.

-Το είδα, απαντά ο Θεός

-Και δεν θα κάνεις κάτι?

-Θα καταλάβουν μονοί τους, είναι νωρίς ακόμα, θα καταλάβουν

-Καλά και αυτοί? ρωτά ο χρόνος τον Θεό, δείχνοντάς του ένα άλλο σημείο.

Εκεί, σε μια σπηλιά δίπλα σε μια φωτιά που σιγόκαιγε μια μητέρα τυλιγμένη σε μια γούνα με ένα μωρό στην αγκαλιά.

-Και αυτοί? επιμένει ο χρόνος, δεν θα κάνεις τίποτα? Τι θα γίνουν αυτοί?

-Τους έχω δώσει μυαλό, μπορούν να τα βγάλουν πέρα, αρκεί να προσπαθήσουν για να πετύχουν, να κερδίσουν την ζωή, απάντησε.

Ο χρόνος πέρασε, η ζωή άλλαξε ο άνθρωπος εξελίχτηκε, πλήθυνε.

Άρχισε να ζει ομαδικά, να καλλιεργεί την γή, εξημέρωσε ζώα.

Ένα χωριό, καμιά δεκαριά ξύλινες καλύβες αλυμένες με πηλό και χορταρένια σκεπή κοντά η μία στήν άλλη, γύρω γύρω χωράφια με σπαρτά, και στήν άκρη του χωριού, μέσα σε μια ξύλινη περίφραξη μερικά πρόβατα και κατσίκες.

Οι άνθρωποι του χωριού απασχολούνταν με διάφορες εργασίες ενώ τα παιδιά έπαιζαν χαρούμενα ανάμερα στίς καλύβες και μέσα στην φύση.

Μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων φάνικε από μακριά να πλησιάζει το χωριό, οι κάτοικοι του χωριού, σταμάτησαν και άρχισαν να κοιτούν προς τους νεοφερμένους?

Πλησίασαν το χωριό και μπήκαν μέσα, άρχισαν να σπάνε να καταστρέφουν και να σκοτώνουν τους κατοίκους του χωριού.

Σε λίγη ώρα όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ήταν νεκροί, και οι καλύβες όλες καίγονταν, οι άνθρωποι που το είχαν κάνει, απομακρύνονταν τώρα κουβαλώντας ότι μπορούσαν από το χωριό, παίρνοντας μαζί τους και όσα πρόβατα και κατσίκες βρήκαν.

Ο χρόνος κοίταξε τον Θεό.

-Θα μάθουν, θέλουν χρόνο. Θα μάθουν.

Ο καιρός πάλι πέρασε οι άνθρωποι εξελίχτηκαν, άλλαξαν και μαζί τους άλλαξε και ή ζωή.

Άρχισαν να ζουν σε μεγαλύτερες ομάδες, έχτιζαν πόλεις, περιτριγυρισμένες με τοίχοι, με όμορφα κτίρια με αγορές ναούς θέατρα, είχαν καράβια, ταξίδευαν στίς θάλασσες, άμαξες, ταξίδευαν στίς στεριές, έκαναν γιορτές, αγώνες.

Μία πόλη, με τα λαμπερά παλάτια της,το θέατρο της, την αγορά της, και σπίτια, πολλά λιθόχτιστα σπίτια, και όλα περιτριγυρισμένα από ένα ψηλό τοίχος.

Μέσα στην πόλη, άνθρωποι απασχολούνταν με διάφορα.

Άλλοι εργάζονται, σε εργαστήρια άλλοι περπατούν συζητώντας.

Έξω από τα τοίχοι της πόλης, άλλοι άνθρωποι απασχολούνται με τις εργασίες στά χωράφια, άλλοι με τα κοπάδια, κάποιοι επιστρέφουν από κυνήγι και κάποιοι άλλοι από ψάρεμα.

Μία μητέρα με το παιδί της σε μια πλευρά του τοίχους, αγναντεύουν τον ήλιο να βασιλεύει στήν θάλασσα, και θαυμάζουν τα χρώματα που κοσμούν τον ουρανό, και το θαλασσινό νερό.

-Μαμά κοίτα, ένα καράβι, να και άλλο, και άλλο, τί όμορφα που είναι.

-Και άλλο, και άλλο, γέμισε η θάλασσα καράβια, έκανε η μητέρα τρομαγμένη.

-Πάμε, είπε στόν γιό της και έτρεξαν στό σπίτι τους.

Τα καράβια ένα ένα στήν αρχή και μετά πολλά μαζί έφταναν στην στεριά, σιδερόφραχτοι άνθρωποι κρατώντας λογής λογής όπλα έβγαιναν από τα καράβια που έφταναν.

Οι άνθρωποι τής πόλης κυνηγημένοι από τους ανθρώπους των καραβιών έτρεχαν προς την πόλη τους να σωθούν, κάποιοι δεν πρόλαβαν, Οι πόρτες έκλεισαν, και έμειναν έξω, βορά των ανθρώπων που έφεραν τα καράβια.

Πάνω στα τοίχοι φάνηκαν άλλοι άνθρωποι, της πόλης άνθρωποι, και αυτοί σιδερόφραχτοι, κρατώντας λογιών λογιών όπλα.

Ο πόλεμος άρχισε, άνθρωποι έπεφταν νεκροί και από τις δύο πλευρές.

Πέρασαν οι μέρες, οι μήνες. Ο πόλεμος συνεχιζόταν, μέσα στήν πόλη η πείνα η δίψα και οι αρρώστιες θέριζαν τους κατοίκους, οι δρόμοι σπαρμένη με πτώματα.

Μία μητέρα με το νεκρό παιδί της στην αγκαλιά περπατά στους έρημους δρόμους, το βλέμμα της στό άπειρο, δεν έχει πια λογικά, Μονολογεί, "Τί όμορφα καράβια".

Ένα σφύριγμα ακούγετε και σταματά πάνω της. Πέφτει και αυτή νεκρή.

-Λοιπών, τα είδες, λέει ο χρόνος στόν Θεό

-Έχουν λογική θα καταλάβουν. Μόνοι τους θα τα σταματήσουν όλα αυτά. Μπορούν να καταλάβουν το παράλογο. Θέλουν χρόνο, θα καταλάβουν

Ο χρόνος γύρισε προς την πόλη, οι άνθρωποι που είχαν φέρει τα καράβια είχαν τώρα μπεί μέσα, σκότωναν κατέστρεφαν έκαιγαν.

Γύρισαν στά καράβια κουβαλώντας ότι πολύτιμο υπήρχε σε αυτήν.

Η πόλη πια δεν υπήρχε, ότι είχε απομείνει όρθιο καιγώταν. και τίποτε δεν είχε απομείνει ζωντανό πια εκεί.

Άνθρωποι της πόλης που είχαν γλιτώσει σέρνονταν δεμένοι σε μακριές σειρές και στοιβάζονταν στά αμπάρια των καραβιών.

Τα καράβια έφυγαν και στόν ορίζοντα έβλεπες στήλες καπνού να υψώνονται εκεί που άλλοτε ήταν η πόλη.

Ο χρόνος κούνησε το κεφάλι.

Ο Θεός λέει ότι θέλουν χρόνο, ότι θα μάθουν, θα μάθουν όμως? θα καταλάβουν?

Πλησίασε τον Θεό.

-Θα μάθουν? Θα καταλάβουν? Μπορούν?

-Ναι μπορούν. Τους έχω χαρίσει την σκέψη. Μπορούν να καταλάβουν ότι η γή είναι αρκετά μεγάλη, μπορεί να τους θρέψει όλους, τους χωρά όλους, αρκεί να μοιραστούν δίκαια τα αγαθά της. Μπορούν να σκεφτούν τί είναι δίκαιο, να καταλάβουν τον παραλογισμό του πολέμου, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, να ζήσουν ειρηνικά, ευτυχισμένα, να κάνουν την γή έναν παράδεισο, αυτό που πρέπει να είναι η γή. Ένας παράδεισος.

-Έχουν αρχίσει να καταλαβαίνουν, συνέχισε ο Θεός, ανακάλυψαν το θέατρο, την ζωγραφική, την μουσική, την φιλοσοφία, την αστρονομία, ανακαλύπτουν συνέχεια, τα θαυμάσια πράγματα που έχω ετοιμάσει για αυτούς.

-Αμφισβήτησαν το ότι η γή είναι επίπεδη αλλά δεν αμφισβήτησαν την δουλεία, απάντησε ο χρόνος.

-Ο άνθρωπος μαθαίνει σιγά σιγά, θα το καταλάβει ότι αυτό είναι λάθος. Θυμάσαι τη ήταν στήν αρχή ο άνθρωπος, ένα ζώο, ίδιο με τα άλλα, τώρα είναι εντελώς διαφορετικός, θυμίσου και σύγκρινε, υπάρχει τεράστια διαφορά, τεράστια εξέλιξη.

-Μακάρι, μακάρι ο άνθρωπος να φανεί αντάξιος των προσδοκιών μας και να φτιάξει έναν παράδεισο εδώ, σε τούτη την γωνιά του σύμπαντος. Αλλά φοβάμαι, ότι δεν θα γίνει έτσι. μακάρι να βγω ψεύτης αλλά δεν νομίζω να γίνει.

-Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με σπάνια χαρίσματα, μπορεί να καταλάβει θα δεις θα καταλάβει.

-Μα γιατί δεν επεμβαίνεις για να διορθώσεις τα πράγματα?

-Είναι προτιμότερο να γίνει κάτι έστω και αργά, και να γίνει συνειδητά από τους ίδιους τους ανθρώπους παρά να τους το επιβάλω εγώ. Πρέπει να γίνει συνειδητά, πρέπει να καταλάβουν γιατί πρέπει να το κάνουν.

Ο Θεός και ο χρόνος γύρισαν τα μάτια τους προς την γή.

Είχε περάσει καιρός και ο άνθρωπος είχε αλλάξει, είχε εξελιχτεί.

Δεν ζούσα πια σε χωριά η πόλεις, αλλά έφτιαχνε μεγάλα κουτιά περίκλειστα που από το πάνω μέρος τους είχαν μια μεγάλη καμινάδα από την οποία έβγαινε πυκνός μαύρος καπνός

Αυτά τα κουτιά κινούνταν, και άφηναν πίσω τους μια μαύρη σκόνη που σκέπαζε τα πάντα.

Μέσα σε αυτά τα κουτιά ζούσαν τώρα οι άνθρωποι.

Ο χρόνος και ο Θεός κοιτάχτηκαν μεταξύ τους χωρίς να πουν κουβέντα, γύρισαν πάλι και κοιτούσαν τα κουτιά.

Σε κάποια σημεία άνθρωποι έφτιαχναν νέα κουτιά έμπαιναν μέσα και το νέο κουτί ξεκινούσε και κινούταν ανάμεσα στά άλλα.

Η ατμόσφαιρα άρχισε να μαυρίζει από τον καπνό που έβγαινε από τις καμινάδες των κουτιών, ενώ και η γή ήταν μαύρη από τη σκόνη που σκορπούσαν τα κουτιά ολόγυρα.

Ζώα και δένδρα δεν υπήρχαν πια, ποταμοί θάλασσες, όλα μαύρα και δύσοσμα, και παντού κουτιά να κινούνται σε ένα παράξενο ατέλειωτο χορό.

Πολλές φορές μεγάλα κουτιά πλησίαζαν μικρότερα και τα κατάπιναν, και τα κουτιά αυτά μεγάλωναν, η άλλες φορές, τα μεγαλύτερα κουτιά, χτυπούσαν και κατέστρεφαν τα μικρότερα, και οι άνθρωποι που ζούσαν στά κατεστραμένα κουτιά έτρεχαν και ζητούσαν να μπούν σε άλλα κουτιά, αλλά σπάνια τους άνοιγαν και τους άφηναν να μπούν.

Αυτό πού συχνότερα γινόταν, ήταν ότι τα κουτιά περνούσαν πάνω από τους ανυπεράσπιστους ανθρώπους που ζητούσαν να μπουν, αφήνοντας στήν μαύρη γή μια κόκκινη κηλίδα.

Η ατμόσφαιρα όλο και μαύριζε, ο ήλιος φαινόταν κόκκινος πιά από τόν καπνό και δεν μπορούσε να φωτίσει με τις ακτίνες του την γή, αλλά τα κουτιά δεν σταματούσαν, να βγάζουν πυκνό μαύρο καπνό από τίς καμινάδες τους, να τρώνε, να χτυπούν το ένα το άλλο, σε έναν ανατριχιαστικό χορό, ώσπου μια ατελείωτη νύχτα σκέπασε τα πάντα.

-Και τώρα? τί θα γίνει τώρα? τί θα κάνεις? Ρώτησε ό χρόνος.

-Τίποτε, απάντησε ο Θεός

-Γιατί τίποτε?

-Χάρισα στούς ανθρώπους ξεχωριστά χαρίσματα, είναι αρκετά έξυπνοι, για να καταστραφούν μόνοι τους, εμένα δεν με χρειάζονται.

Ο Θεός κούνησε το κεφάλι του και άρχισε να απομακρύνετε από εκείνη την γωνιά του σύμπαντος.

Ο χρόνος κοίταξε προς την γή μια τελευταία φορά.

Ένα μεγάλο κουτί κινήτε αργά. κάποιοι άνθρωποι το πλησιάζουν χτυπώντας με τα δυό τους χέρια το εξωτερικό τοίχωμα, φωνάζοντας να τούς ανοίξουν να μπούν.

Το κουτί γύρισε και άρχισε να πατά έναν έναν τους ανθρώπους, αφήνοντας πίσω του κόκκινες κηλίδες, οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν να σωθούν, ένα δεύτερο κουτί φάνηκε μεγαλύτερο από το πρώτο, που αφού πάτησε όσους ανθρώπους είχαν γλιτώσει, μετατρεποντάς τους σε μικρούς κόκκινους λεκέδες στήν μαύρη γή, γύρισε και κατάπιε το άλλο κουτί.

Ο χρόνος κούνησε το κεφάλι του και άρχισε να απομακρύνετε γρήγορα προς το μέρος που πήγαινε ο Θεός, ο δημιουργός και του ίδιου.

Καθώς απομακρυνόταν άκουσε έναν μακρινό θόρυβο, γύρισε και είδε τον πλανήτη των κουτιών να διαλύεται σε κομμάτια και να σκορπίζετε στόν γύρω χώρο.

Γύρισε και συνέχισε τόν δρόμο του, όσπου έφτασε στό μέρος που είχε σταματήσει ο Θεός.

Εμεινε να κοιτάζει.

Ο Θεός γύρισε προς το μέρος του, τον κοίταξε και μετά άπλωσε το χέρι του σε μια σκοτεινή γωνιά του χώρου.

Γεννηθήτω φως. είπε, και εγένετο φως .............

http://www.spiegel.de/international/world/0,1518,521153,00.html

http://environment.independent.co.uk/climate_change/article3218026.ece


Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007

Κυριακή

Σήμερα Κυριακή.
Ξύπνησα το πρωί, και αφού έκανα, κάποιες δουλειές που μου είχαν απομείνει, μαγείρεψα και τέλος κάθισα στόν καναπέ μου με μία κούπα καφέ στο χέρι.
Άναψα ένα τσιγάρο.
Ήμουν μόνος, έβαλα ένα CD και με τους ήχους της μουσικής για μεταφορικό μέσο άρχισα να ταξιδεύω στις αναμνήσεις μου, σε ένα κόσμο χαράς και λύπης.
Έναν κόσμο πού όλοι κουβαλάμε μέσα μας, έναν κόσμο εικόνων, ήχων, και αισθημάτων.











Μελαγχόλησα