ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΟΙΚΟΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ; 40 μεγαλουπόλεις του κόσμου θα εφαρμόσουν την Agenda 21
Επειδή ο δρόμος προς την κόλαση είναι “σπαρμένος με αγαθές
προθέσεις”, οι νεοταξίτες σκέφτηκαν το πρόσχημα της Οικολογίας, ποιός θα
αρνούνταν ένα καθαρό περιβάλλον; Με πρόσχημα την προστασία του
περιβάλλοντος έχει ξεκινήσει η εφαρμογή της Agenda 21 μέσω της οποίας θα
επέλθει ο πλήρης έλεγχος της ιδιωτικής ζωής αλλά και η δημιουργία ενός
Παγκόσμιου “πράσινου” φορολογικού συστήματος το οποίο φυσικά προϋποθέτει
τη δημιουργία ενός Παγκόσμιου Κράτους.
Σαράντα από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου προετοιμάζουν πλέον
τους κατοίκους τους για την υλοποίηση της Ατζέντας 21, υπό τη γνωστή
πλέον πρόφαση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και της διατήρησης των
οικοσυστημάτων.
Η Ομάδα Ηγεσίας των 40 Πόλεων για την Κλιματική Αλλαγή(C40) αποτελεί
μία αλληλοσυνδεόμενη ομάδα μεγαλουπόλεων οι οποίες δεσμεύτηκαν πλέον
ρητά να συμβιβαστούν με τις επιταγές των Ηνωμένων Εθνών για «την
αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής».
Το 2007, οι δήμαρχοι 40 μεγαλουπόλεων σε ολόκληρη την υφήλιο
αποφάσισαν από κοινού να αλλάξουν το τοπίο και το περιβάλλον των πόλεων
τους ώστε να δοθεί η «απάντηση στο ζήτημα της παγκόσμιας υπερθέρμανσης»
και να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των παγκοσμιοποιητών που προωθούν την
Ατζέντα 21.
Τον περασμένο Ιούλιο, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Michael Bloomberg
ανακοίνωσε ότι πρόκειται να κατασκευαστούν ειδικά μικρό-διαμερίσματα
στην ακτή Kips Bay με στόχο να πειστούν οι κάτοικοι της πόλης να
διαβιούν σε ειδικές «στενές» ζώνες περιβαλλοντικής και χωροταξικής
διάρθρωσης που «θα συμπλέει με τις επιταγές της περιβαλλοντικής
παγκοσμιοποίησης».
Στη πόλη Σαν Φρανσίσκο, έχουν ήδη ξεκινήσει οι ενοικιάσεις
διαμερισμάτων τόσο μικρής έκτασης όσο των 22 τετραγωνικών μέτρων
(“shoe-box apartments” ο αγγλικός όρος), με στόχο να πειστούν σταδιακά
οι κάτοικοι να συμμορφωθούν στον ελάχιστο χώρο διαβίωσης στο όνομα της
βιωσιμότητας και της οικονομικής προσιτότητας.
Η Ομάδα C40 έχει πλέον επεκταθεί σε 58 πόλεις οι οποίες χρησιμοποιούν
τις ρυθμίσεις της Ατζέντας 21 των Ηνωμένων Εθνών για την επιτήρηση και
τον έλεγχο των παγκόσμιων πληθυσμών, την μείωση των εκπομπών ρύπων CO2
και την άμεση επιρροή στο Παγκόσμιο Α.Ε.Π.
Οι πόλεις αυτές, εξαιτίας της έκτασής τους, μπορούν να αποτελέσουν
μία τεράστια πηγή επιρροής για τον καθορισμό προτύπων ευρείας αποδοχής:
των προτύπων της περιβαλλοντικής οικονομίας και της οικονομίας χαμηλών
ρύπων.
Η C40 επιδιώκει τον έλεγχο των πόλεων καθώς «καταναλώνουν παραπάνω
από τα δύο-τρίτα της παγκόσμιας ενέργειας και ευθύνονται για ποσοστό άνω
του 70% της παγκόσμιας εκπομπής αερίων CO2.” Η εφαρμογή στις μεγάλεις πόλεις και χώρες του κόσμου δεν
είναι τυχαία: η αποδοχή της Ατζέντας 21 στις μεγαλουπόλεις θα οδηγήσει
σε νέες περιβαλλοντικές τροποποιήσεις στις αγροτικές περιοχές…
Εάν τα σχέδια τους πετύχουν, τότε θα έχει έρθει το “λυκόφως” της
ανθρώπινης ελευθερίας, και μάλλιστα γιατί εμείς το δεχτήκαμε για το
“καλό” μας.
Τμήμα ειδήσεων defencencenet.gr
Όσοι
αμφιβάλλουν ακόμη για την ύπαρξη και την εφαρμογή της ατζέντας
απομείωσης του παγκόσμιου πληθυσμού, θα πρέπει να διαβάσουν οπωσδήποτε
τα ντοκουμέντα που ακολουθούν..
Το πρόγραμμα συνηγορίας που απορρέει από χρηματοδοτούμενο thinktankτης Ε.Ε., με την ονομασία Δίκτυο Οικονομίας του Ενός Πλανήτη (OnePlanetEconomyNetwork (OPEN:EU) δημοσίευσε το 2011 ένα πολύ σημαντικό έγγραφο που δεν έλαβε τη δέουσα προσοχή από τα μέσα ενημέρωσης...
Ας
δώσουμε λίγο έμφαση στον όρο 'σενάρια' καθώς αποποιείται τον άμεσο ρόλο
της επιρροής του εγγράφου με την πρόφαση της υποθετικής και θεωρητικής
οπτικής των πραγμάτων.
Το συγκεκριμένο projectχρηματοδοτήθηκε
από το Έβδομο Πρόγραμμα-Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και από το
Ταμείο για τη Παγκόσμια Άγρια Ζωή. Και, όπως αναμενόταν, ακολουθεί
'κατά γράμμα' τα σενάρια της Ατζέντας 21.
Το έγγραφο είναι γεμάτο με αναφορές στη 'βιωσιμότητα' και την
οικολογική κατεύθυνση, και ο συγγραφέας υπογραμμίζει τέσσερα διαφορετικά
μονοπάτια για την επίτευξη της πλανητικής-οικολογικής οικονομίας (“oneplaneteconomy”) έως το 2050:
Σύμφωνα
με την ''έκθεση'' τα τέσσερα κομβικά σημεία θα πρέπει να
πραγματοποιηθούν ώστε να μεταβληθεί ο τρόπος ζωής στην Ευρώπη έως το
2050, και να χρησιμοποιηθούν ως άξονες για τη διαμόρφωση πολιτικής (σ.σ.
pentapostagma.grοπότε δεν μιλάμε απλώς για "σενάρια'')...
Ας εξετάσουμε τις προτάσεις πολιτικής που εμπεριέχονται στο σενάριο του Κομβικού Σημείου Καμπής (“BreakingPoint”):
“Η
Ε.Ε. θα πρέπει να λάβει δραστικά μέτρα ώστε να ανακόψει την αύξηση του
πληθυσμού στην Ευρώπη, αλλά κυριότερα στον υπόλοιπο κόσμο, λαμβάνοντας
υπόψη την αυξημένη ζήτηση σε μία χρονική στιγμή όπου η τεχνολογική
καινοτομία παραμένει στάσιμη και οι παγκόσμιες ελλείψεις σε καύσιμα και
εκμεταλλεύσιμη γη πιέζουν ανοδικά τις τιμές. Σε ορισμένες χώρες της
Ευρώπης το προσδόκιμο ζωής παραμένει στάσιμο ενώ σε άλλες μειώνεται.”
Λίγο παρακάτω, στην ενότητα με τίτλο “Δημογραφικά” διαβάζουμε τα ακόλουθα:
“Ξεκινώντας από το 2012,
ένα από τα μέτρα που ελήφθησαν για να ελεγχθεί η αύξηση του πληθυσμού
ήταν η σταδιακή απόσυρση των επιδομάτων τέκνου για τις πολύτεκνες
οικογένειες. Μέχρι το 2020, τα επιδόματα θα παρέχονται μόνο για τις
οικογένειες που έχουν έως δύο παιδιά. Καθώς η
οικονομία εν γένει έχει μετατραπεί σε μία οικονομία εντάσεως εργασίας,
οι μεταναστευτικές πολιτικές έγιναν πιο 'χαλαρές' με στόχο να
προσελκύσουν εργατικό δυναμικό χαμηλής ειδίκευσης, ειδικότερα στον
αγροτικό τομέα. Οι διμερείς οικονομικές και εμπορικές συμφωνίες απαιτούν πλέον από τους εταίρους να εφαρμόσουν μέτρα ελέγχου του πληθυσμού.”
Γίνεται
σαφές ότι δεν μιλάμε απλώς για 'υποθετικά σενάρια'. Τα μέτρα ελέγχου
της αύξησης του πληθυσμού είναι ήδη παρόντα και ισχύοντα για την
πραγματοποίηση των διμερών οικονομικών και εμπορικών συμφωνιών. Σε
έγγραφο διαβούλευσης της Παγκόσμιας Τράπεζας που χρονολογείται από το
2007 (“discussionpaper”), γίνεται φανερός ο ρόλος της Τράπεζας αναφορικά με τις συγκεκριμένες "απαιτήσεις":
“Η
(Παγκόσμια) Τράπεζα διαθέτει το πιθανά συγκριτικό πλεονέκτημα να
επιλαμβάνεται αυτών των θεμάτων στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο της
πολιτικής των χωρών, όχι μόνο με τους εταίρους στα υπουργεία υγείας,
αλλά και με αξιωματούχους οικονομικών και σχεδιασμού. Αυτό είναι πολύ
σημαντικό δοθείσης της αυξανόμενης αναγνώρισης του γεγονότος ότι
η πολιτική οικονομία αποτελεί έναν κρίσιμο παράγοντα για την εφαρμογή
προγραμμάτων μείωσης του πληθυσμού και αναπαραγωγικής υγείας, ειδικότερα
σε χώρες με υψηλούς ρυθμούς γεννήσεων και υψηλό δείκτη γονιμότητας.”
Το
έγγραφο αναφέρει δύο έθνη τα οποία βρίσκονται ξεκάθαρα υπό την
υποτέλεια της μείωση του πληθυσμού τους μέσω της συμφωνίας με την
Παγκόσμια Τράπεζα..
Η μία από αυτές είναι ο Νίγηρας.. Σε αυτή τη χώρα έχουν τεθεί ''όρια" (σ.σ. pentapostagma.grπληθυσμιακά
όρια) τα οποία δεν πρέπει να ξεπεραστούν ώστε η χώρα να συνεχίσει να
λαμβάνει οικονομική βοήθεια από την Παγκόσμια Τράπεζα. Η περίπτωση του
Νίγηρα είναι μία περίπτωση χώρας που το Δ.Ν.Τ θεωρεί ως Βαριά
Υπερχρεωμένη Φτωχή Χώρα και ως αποτέλεσμα τίθεται εύκολα υπό απάνθρωπους
ζυγούς.. Για τη περίπτωση του Νίγηρα το έγγραφο της Παγκόσμιας Τράπεζας
αναφέρει ότι:
“Η αύξηση του πληθυσμού καταγράφεται, και σχεδιάζεται ένας τομέας οικονομικών για το πληθυσμιακό ζήτημα -- ESW (EconomicandSectorWork).
Η εθνική Στρατηγική για τον Πληθυσμό και την Αναπαραγωγική Υγεία δεν
αποτελεί μόνο έναν στόχο που πρέπει να επιτευχθεί ώστε να συνεχίσει η
ροή της οικονομικής βοήθειας CAS (CountryAssistanceStrategy, αλλά και έναν άμεσο αυτοτελή σκοπό.”
Ας
επιστρέψουμε ξανά στο ανατριχιαστικό έγγραφο του 2011, που αφορά τη ζωή
στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 'Έως το 2050, οι Ευρωπαίοι είναι αναγκασμένοι να
υιοθετήσουν πράσινους τρόπους ζωής, ίσως και μέσω των απαγορεύσεων των
μη-απαραίτητων μακρινών ταξιδιών.. Το κράτος θα πρέπει μέσω όλων των
καναλιών διάδοσης να μεταφέρει το μήνυμα της 'βιωσιμότητας' σε όλους
τους πολίτες...
Η Ατζέντα 21 είναι πιο κοντά μας παρά ποτέ:
“Οι
περισσότεροι Ευρωπαίοι ζουν σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές σε
μικρά και οικονομικά διαμερίσματα. Τα περισσότερα νοικοκυριά
αποτελούνται από τρία ή λιγότερα οικογενειακά μέλη. Τα διαμερίσματα θα
γίνουν ολοένα και πιο ενεργειακά αποτελεσματικά και θα διαθέτουν
έξυπνους μετρητές που θα επιτρέπουν στους προμηθευτές ηλεκτρικής
ενέργειας να ελέγχουν τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας, να επιβάλλουν
πρόστιμα ακόμη και να διακόπτουν την ηλεκτροδότηση (!!!).”
Και
το πλέον απάνθρωπο και απαράδεκτο: “Έως το 2015, η εθελούσια και
υποβοηθούμενη αυτοκτονία θα πρέπει να γίνει νόμιμη σε όλες τις χώρες τις
Ε.Ε..”
Όποιον και αν ρωτήσεις, τι είπε ο Διογένης στον Μεγαλέξανδρο, θα σου απαντήσει εκείνο το χιλιοειπωμένο «μη μου κρύβεις τον ήλιο» ή «μη μου στερείς αυτό που δεν μπορείς να μου χαρίσεις». Οι
νεοέλληνες ειδικοί κατά έναν περίεργο τρόπο, σταματούν εδώ χωρίς να
επεκτείνονται στην υπόλοιπη συζήτηση του Αλεξάνδρου με τον Διογένη, η
οποία είναι πραγματική διάλεξη πολιτικής κοινωνιολογίας. Ο Διογένης
συμφωνεί με την Σωκρατική αντίληψη περί γνώσεως. Δηλαδή δεν μπορεί να
ασχοληθεί κάποιος επιτυχώς και επωφελώς με κάτι αν το αγνοεί.
Νομίζεις
λέει στον Μέγα Αλέξανδρο πως είναι ηνίοχος εκείνος που δεν μπορεί να
κρατήσει τα ηνία; Ή εκείνος που δεν ξέρει να κυβερνήσει είναι
κυβερνήτης; Ο Αλέξανδρος τότε, ανήσυχος μήπως θεωρηθεί ότι δεν γνωρίζει
να βασιλεύει, ρωτά πολύ εύστοχα: Ποιος διδάσκει την βασιλική τέχνη που
πρέπει να μεταβεί κανείς για να την μάθει; Στο ερώτημα ο
Διογένης απαντά, πως η μόρφωση είναι δυο ειδών. Εκείνη που διαθέτει ο
άνθρωπος από την φύση, την «θεία», και εκείνη που αποκτά από τους
ανθρώπους την «ανθρώπινη». Δηλαδή η έμφυτη και η επίκτητη. Για να
γίνει όμως κάποιος σωστά μορφωμένος, είναι απαραίτητο να προστεθεί η
ανθρώπινη στην θεία. Δηλαδή ο κυβερνήτης ο βασιλεύς ο ιατρός πρέπει να
έχει το ταλέντο, την έμφυτο κλίση να κυβερνήσει να βασιλεύει να ιατρεύει
κλπ. Η άποψη αυτή του Διογένους επικρατεί σήμερα στην παιδαγωγική
επιστήμη και αποτελεί την βάση του επαγγελματικού προσανατολισμού.
Ο
Διογένης βεβαιώνει τον Αλέξανδρο, ότι όποιος έχει την θεϊκή-έμφυτη
μόρφωση, εύκολα αποκτά και την άλλη, την ανθρώπινη, αφού ακούσει λίγα
και λίγες φορές. Απορίας άξιο είναι, γιατί περιορίζουν τον Διογένη
στα αστεία και στα πειράγματά του και «αγνοούν» την προσφορά του στην
επιστήμη της πολιτικής κοινωνιολογίας. Άλλωστε δεν είπε τυχαία στο τέλος
την κουβέντα ο Αλέξανδρος, πως, «Αν δεν ήμουν Αλέξανδρος θα ήθελα να
ήμουν Διογένης». Ολοκληρώνοντας τον διάλογό του ο Διογένης, με τον Μέγιστο της οικούμενης, λέει: «Ακόμη
κι αν κατακτήσεις όλον τον κόσμο, ακόμη κι αν περάσεις τις ηράκλειες
στήλες και κατακτήσεις την μεγάλη ήπειρο που βρίσκεται πέρα από τον
μεγάλο ωκεανό που είναι μεγαλύτερη από την Ασία, δεν θα είσαι μεγάλος
βασιλιάς, αν πρώτα δεν είσαι καλός άνθρωπος. «Μείζω της Ασίας ήπειρον,
τον Ωκεανόν διανηξάμενος».
Σε ποιά Ήπειρο αναφερόταν ο
Διογένης άραγε; Μα είναι πασιφανές πως μιλάει για την Αμερική ( καθότι η
Ατλαντίδα ήταν στον βυθό...). Είναι προφανές πως η μυστική ιστορία του
Γένους μας εξαπλώνεται σε μέρη και καταστάσεις που δεν έχουμε
αντιληφθεί. Η αρχαία Ελληνική πραγματεία και μυθολογία -
ιστορία μας μιλάει για υπερατλαντικά ταξίδια σε όλο τον κόσμο, για
υπερόπλα, ακόμα και για πτητικές μηχανές. Ως πότε θα κλείνουμε τα μάτια
σε κάτι που "βγάζει μάτι". Δεν νομίζω ότι είναι ούτε ντροπή, ούτε
φασιστικό να πούμε πως η Ελλάς είναι η γενέτειρα και ο ηνίοχος κάθε
ανθρώπινης γνώσης. [Πηγή: pisoapothnkoyrtina.blogspot.gr] Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr
Εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα, βγήκε την συνηθισμένη του βόλτα στον γνωστό κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. Πέρασε το πολύβουο κομμάτι που είναι οι καφετέριες, περπατώντας αργά χωρίς λόγο, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Τα ακουστικά του walkman τον απομόνωναν από τον θόρυβο, πλημμυρίζοντας τα αυτιά του με την μουσική που του άρεσε και ταίριαζε στην στιγμή. Συνέχισε να περπατά στον δρόμο, όπως και άλλοι αρκετοί μάλιστα. Διάφοροι άνθρωποι με ποικιλία ντυσιμάτων, χρωμάτων και λόγων που βρίσκονταν εκεί. Κάποιος με κουστούμι, μεσήλικα θα τον έλεγες, τον προσπέρασε βιαστικός. Λογικό. Συνήθως οι άνθρωποι που φορούν κοστούμια τρέχουν να προλάβουν, και τελικά κανένας δεν ξέρει, ούτε οι ίδιοι, αν πρόλαβαν η ακόμα αν αυτό που κυνηγούσαν ήταν αυτό που πραγματικά ποθούσαν, και έτσι συνεχίζουν να τρέχουν για να προλάβουν, να γεμίσουν την κενότητα τους. Λίγο πιο πέρα μια παρέα νεαρών περπατούσε γρήγορα. Αντάλλασσαν αστεία, καθώς πρόδιδαν οι γκριμάτσες των προσώπων και τα δυνατά γέλια που έφταναν στα αυτιά του από αυτούς, ανακατεμένα με την μουσική του walkman. Συνέχισε να περπατά χωρίς να αλλάζει τον αργό ρυθμό του. Παρατηρούσε τα χρώματα γύρω του να σκουραίνουν καθώς το φως λιγόστευε, τόσο περισσότερο όσο ο ήλιος έγερνε προς την δύση του σκορπώντας γύρω του όλο και πιο έντονο εκείνο το κόκκινο που σημαίνει ότι το τέλος την μέρας πλησιάζει. Ένιωσε ένα ελαφρό σκούντημα, την ώρα που μια κοπέλα τον προσπέρασε τρέχοντας αφήνοντας πίσω της ένα ανάλαφρο άρωμα. Το εμπριμέ φόρεμα ανέμιζε, αποκαλύπτοντας κάποιες φορές, ένοχα θαρρείς τα καλλίγραμμα πόδια της ενώ τα μαλλιά της, μακριά ριγμένα ελεύθερα στις πλάτες αναπηδούσαν ακολουθώντας τον βιαστικό ρυθμό της. Την κοίταξε. Πού να πηγαίνει τόσο βιαστική άραγε? Λίγο πιο κάτω έπεσε στην αγκαλιά του καλού της και χάθηκε μέσα της όπως τα δελφίνια στην αγκαλιά της θάλασσας. Αυτός ήταν ο επιθυμητός προορισμός της λοιπόν. Παρέες, αγόρια και κορίτσια καθόταν στην χαμηλή μάντρα, στο πλάι του πεζόδρομου, μιλώντας γελώντας. Κάποια ζευγαράκια φιλιούνταν λίγο πιο πέρα, και κάποια άλλα απλά κρατούνταν από το χέρι απολαμβάνοντας τις μελωδίες του πλανόδιου μουσικού. Ένα ζευγάρι με το μωρό στο καρότσι περπατούσε αργά δίπλα του. Εκείνο κοιμόταν ήρεμο γαλήνιο, εκείνη έσπρωχνε το καρότσι προσεκτικά να μην το τραντάξει και χαλάσει τον αγγελικό του ύπνο, με εκείνον να περπατά δίπλα της κρατώντας την μαλακά από την μέση. Ωραία εικόνα, σκέφτηκε. Συνέχισε να περπατάει, να προσπερνιέται, να προσπερνά ποικιλία ανθρώπων με η χωρίς προορισμό. Σταμάτησε. Αυτό πάνω στο πλακόστρωτο. Έσκυψε, το σήκωσε από κάτω πιάνοντας το προσεκτικά με τα δυο δάχτυλα. Ένα λουλούδι. Ένα από εκείνα τα λουλούδια με τα ολόλευκα πέταλα και τους πολλούς μοβ μεγάλους στήμονες. Ωραίο είναι. Έσκυψε να μυρίσει το άρωμά του, δεν υπήρχε τίποτε που να μυρίζει όμως. Άρχισε να το περιεργάζεται. Κάποια από τα φύλλα ήταν τσαλακωμένα με σημάδια από πάτημα παπουτσιού πάνω τους, που όμως δεν μείωναν ούτε την ομορφιά ούτε την λάμψη του. Να έγινε κατά λάθος άραγε?? Δεν το είδε και το πάτησε, η το είδε......?? Άγγιξε με τα ακροδάχτυλα του τα πέταλα τους στήμονες θαρρείς σε ένα ιδιόμορφο χάδι. Πώς να βρέθηκες εδώ άραγε. Σε κρατούσε κάποιο παιδάκι, που ζήλεψε την ομορφιά σου και σε πήρε?? Τού έπεσες άραγε κατά λάθος, από το τρυφερό χεράκι η, όπως κάνουν τα παιδάκια συχνά, σε βαρέθηκε και σε πέταξε έρμαιο της μοίρας σου. Προσφέρθηκες άραγε σε κάποια κοπέλα από κάποιον που ήθελε να υμνήσει την ομορφιά της?? Αν είναι έτσι τότε αυτή γιατί δεν σε πρόσεξε και σε άφησε να χαθείς?? Εκτός αν επιθυμούσε τον χαμό σου. Όπως και να έχει ψυχούλα έχεις και εσύ. Και μοιάζεις στην μοίρα με ψυχούλα. Ταλαιπωρήθηκες και εσύ όπως και αυτές από τον εγωισμό την μισαλλοδοξία και την αδιαφορία, γνωρίσματα των ανθρώπων, θύμα και εσύ της πρόσκαιρης επιθυμίας, όπως τόσα άλλα έμψυχα και άψυχα, όλα πράγματα, όλα ίδια, αντικείμενα προς εκμετάλλευση θυσία στον βωμό της πρόσκαιρης προσωπικής τέρψης. Κρατώντας το λουλούδι στο χέρι κοίταξε γύρω του. Βράδιασε πια. Πίσω στο σπίτι του καθισμένος στον καναπέ με ένα ποτήρι χυμό στο χέρι παρακολουθούσε την διαδοχή των εικόνων πάνω στο φωτισμένο γυαλί. Λίγο πιο πέρα το λουλούδι μέσα σε ένα μικρό ποτήρι γεμάτο νερό αναπαυόταν κατάκοπο από τις κακουχίες. Εκείνος γύρισε ρίχνοντάς του μια ακόμα ματιά. Άπλωσε το χέρι αγγίζοντας μαλακά τα πέταλα και τους στήμονες. Να είναι αυτό άραγε το μοναδικό χάδι που παίρνεις?? σκέφτηκε. Μα τι σημασία έχει τώρα πια το παρελθών. Πριν λίγο ήσουν σκουπίδι, τώρα είσαι στολίδι. Τράβηξε την τελευταία γουλιά από τον χυμό. Είναι αργά πια. Ώρα για καληνύχτα
Μόλις είχε σχολάσει από την δουλειά του. Παρ ότι κόντευε καλοκαίρι στον ουρανό μαζεύονταν μαύρα σύννεφα σημάδι ότι πλησίαζε βροχή. Ότι είχε μπει στο λεωφορείο όταν οι πρώτες σταγόνες σημάδεψαν τα τζάμια, και η πρώτη αστραπή έσκισε με την λάμψη της το βαρύ γκρίζο ουρανό. -Αυτό μας έλειπε τώρα, σιγομουρμούρισε, κοιτώντας έξω από το παράθυρο την βροχή να δυναμώνει. Το καλοκαιρινό μπουρίνι που είχε ξεσπάσει είχε μετατρέψει τους δρόμους σε ρυάκια ενώ οι περαστικοί έτρεχαν να προφυλαχθούν από τις χοντρές σταγόνες. Όσο περνούσε η ώρα και το λεωφορείο πλησίαζε προς το τέρμα, εκείνος, βλέποντας την βροχή να μην σταματά αλλά να παραμένει στον ίδιο δυνατό ρυθμό άρχισε να ανησυχεί. Έπρεπε να περπατήσει ως τον σταθμό του μετρό. Αν ο καιρός ήταν καλός δεν θα τον ένοιαζε, αφού κάθε μέρα έκανε την ίδια διαδρομή δυο φορές και την είχε μάθει πια, αλλά τώρα σκεφτόταν ότι θα γινόταν μούσκεμα και έπρεπε να βρει ένα μέρος για να προφυλαχθεί μέχρι να σταματήσει η μπόρα. Βυθισμένος μέσα σε αυτές τις σκέψεις και με την κούραση να του φέρνει μια γλυκιά ζαλάδα, ούτε κατάλαβε για πότε το λεωφορείο έφτασε στο τέρμα και βρέθηκε στον δρόμο μαζί με άλλους διαβάτες να τρέχει να βρει ένα μέρος να προφυλαχθεί. Χώθηκε βιαστικά κάτω από ένα μπαλκόνι που εξείχε στον δρόμο έξω από ένα τυροπιτάδικο, πού ο ιδιοκτήτης του ευχαριστούσε τον θεό γι' αυτήν την απρόσμενη νεροποντή που του γέμισε το μαγαζί πελάτες. Ένιωθε ότι πεινούσε. Αγόρασε μια τυρόπιτα με ένα χυμό και άρχισε να περπατά κάτω από το μπαλκόνι κοιτάζοντας τις βιτρίνες των καταστημάτων που βρίσκονταν εκεί για να του περάσει η ώρα. Αδιάφορα έριξε μια ματιά σε μια βιτρίνα με γυναικεία ρούχα. Η ματιά του όμως ξαναγύρισε μένοντας να κοιτάζει ένα γαλάζιο φουστάνι που βρισκόταν εκεί φορεμένο σε μια κούκλα. Ήταν ένα από αυτά με τα τιραντάκια μακριά μέχρι το γόνατο με διάφορες αποχρώσεις του γαλάζιου να κάνουν κυκλικά σχέδια σε όλη την επιφάνεια του υφάσματος. Ήταν ολόιδιο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια με εκείνο, που είχε δει εκείνη σε μια βιτρίνα πριν αρκετό καιρό. Εκείνη, ήταν μια αδύνατη κοπέλα περίπου στο 1,60 με κοντά καστανόξανθα μαλλιά, αδύνατη, σκάρτα 50 κιλά, με αναλογίες καλές για το τύπο του σώματός της που στο λευκό της πρόσωπο υπήρχε ένα υπέροχο χαμόγελο και τα μάτια της. Αυτά τα υπέροχα σκούρα πράσινα μάτια, με την λεπτή μαύρη γραμμή να ορίζει το τέλος της κόρης τόσο προς την εσωτερική όσο και προς την εξωτερική πλευρά, που τα συνόδευαν μαύρες φυσικές μακριές βλεφαρίδες και τα έκαναν ακόμα πιο εντυπωσιακά. Είχαν βγει για ψώνια εκείνη την ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα. Πλησίαζε μεσημέρι και οι δυο από το ένα χέρι κρατούσαν σακούλες με τα ψώνια που είχαν είδη κάνει, και από το άλλο κρατούνταν μεταξύ τους, όπως κάθε φορά που ήταν μαζί, και για όσο ήταν μαζί. Αυτός είχε ολοκληρώσει τα ψώνια, εκείνη όμως ήθελε ένα φουστάνι ακόμα να αγοράσει. Πήγαιναν σε μαγαζιά κοιτούσαν βιτρίνες, δοκίμαζε διάφορα φορέματα αλλά δεν έβρισκε κάτι που να της αρέσει. Εκείνος υπομονετικά την συνόδευε από μαγαζί σε μαγαζί αδιαμαρτύρητα, και της έλεγε την γνώμη του κάθε φορά που εκείνη του την ζητούσε. -Δεν βρίσκω κάτι που να μου αρέσει. Δεν πειράζει όμως θα κατέβουμε κάποια άλλη φορά και βλέπουμε. -Ωραία. Πάμε και για εκείνον τον καφέ τώρα?? -Πάμε. Τράβηξαν για την υπαίθρια καφετέρια μέσα στο πάρκο που συνήθιζαν να πηγαίνουν όταν βρίσκονταν εκεί. Καθώς περπατούσαν ανταλλάσσοντας πειράγματα και γελώντας εκείνος πρόσεξε ένα μαγαζί με γυναικεία ρούχα που δεν είχαν πάει. -Κοίτα, της είπε, πάμε να δούμε τι έχει και εκεί. -Αυτό είναι ακριβό μαγαζί, έχει ωραία πράγματα αλλά.... -Δεν πειράζει πάμε. Πήγαν και στάθηκαν μπροστά στην βιτρίνα. Εκείνη βλέποντας το γαλάζιο φουστάνι, φορεμένο σε μια πλαστική κούκλα, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Εκείνος βλέποντάς την κατάλαβε. Της άρεσε, πάρα πολύ. -Είναι πολύ ωραίο, σχολίασε εκείνος, και θα πρέπει να σού πηγαίνει πολύ. -Υπέροχο, είπε εκείνη, μου αρέσει πολύ. Αμέσως ξεκρέμασε το σακιδιάκι που ήταν κρεμασμένο στην πλάτη της, με όλα τα πράγματά της μέσα, έβγαλε το πορτοφόλι της και μέτρησε τα χρήματά που της είχαν μείνει. -Αχ δεν φτάνουν, είπε παραπονεμένα. -Δεν πειράζει πάμε μέσα να το δοκιμάσεις. Μπήκαν μέσα στο κατάστημα, η πωλήτρια βρήκε το νούμερο της και σε λίγο εκείνη, βγήκε από το δοκιμαστήριο φορώντας το φόρεμα. Ήταν πραγματικά σαν να είχε ραφτεί για εκείνη, με λίγα λόγια τέλειο. Εκείνη το θαύμαζε στον καθρέφτη του καταστήματος και εκείνος θαύμαζε εκείνη. Ήταν πραγματικά υπέροχη με αυτό το ρούχο. Μετά από λίγο καθισμένοι σε ένα τραπεζάκι του καφέ συζητούσαν για τα ψώνια τους. Εκείνη μάταια προσπαθούσε να κρύψει το πόσο της άρεσε εκείνο το ρούχο και την απογοήτευσή της που δεν μπόρεσε να το αγοράσει. Έβλεπε τα ψώνια που είχε κάνει εντελώς άκεφη και όλο το βλέμμα της πλανιόταν προς την πλευρά εκείνου του καταστήματος. Φεύγοντας την συνόδεψε μέχρι το σπίτι της και μετά την καθιερωμένη πια αγκαλιά και το φιλί χώρισαν. Εκείνος όμως δεν πήγε σπίτι του. Του είχε έρθει μια ιδέα που θα έκανε την καλή του να πετάξει από την χαρά της. Θα της αγόραζε εκείνος το φουστάνι και θα της έκανε έκπληξη. Η επόμενη μέρα ήταν Κυριακή. Οι δικοί της θα έλειπαν στο εξοχικό, και συμφώνησαν να περάσει από το σπίτι της, όπου θα μπορούσαν αν ήθελαν να μείνουν με την ησυχία τους. Εκείνος επίτηδες φόρεσε ένα ελαφρύ μπουφάν για να κρύψει μέσα την σακούλα με το ρούχο και το κόκκινο τριαντάφυλλο που για εκείνη είχε αγοράσει και πήγε πιο νωρίς σπίτι της. Εκείνη ετοιμαζόταν για μπάνιο. -Θα τελειώσω σε δυο λεπτάκια του είπε. Εκείνος έμεινε μόνος. Πήγε στο δωμάτιό της, άνοιξε την ντουλάπα, κρέμασε το φόρεμα σε μια άδεια κρεμάστρα, στερέωσε με σελοτέιπ το τριαντάφυλλο πάνω στην κρεμάστρα και κάθισε στον καναπέ του σαλονιού με ένα ποτήρι χυμό στο χέρι, σαν να μην συμβαίνει τίποτε, περιμένοντας την να τελείωση. Βγήκε φορώντας το ροζ μπουρνούζι της και πήγε στο δωμάτιο της να ετοιμαστεί. Μετά από λίγο ακούστηκε να ανοίγει η πόρτα της ντουλάπας και σε λίγα δευτερόλεπτα εκείνη να φωνάζει. -Χριστέ μου. Δεν το πιστεύω. Γύρισε στο σαλόνι φορώντας μόνο τα εσώρουχά της κρατώντας στην αγκαλιά της το ρούχο και το τριαντάφυλλο. -Μου αγόρασες το φουστάνι. Δεν το πιστεύω. Πες μου ότι δεν ονειρεύομαι. Είσαι απίστευτος. Και το λουλούδι. Υπέροχο. Είσαι απίστευτος. Είσαι... Είσαι.... Εκείνος την κοιτούσε χαμογελώντας. Έλαμπε από χαρά. Εκείνη την στιγμή ήταν πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Δεν χόρταινε να την βλέπει να κάνει σαν παιδί. Αυτό το φόρεμα θα έλεγε κανένας ότι έγινε δεύτερο δέρμα της. Δεν έχανε την ευκαιρία να το φορά. Το φορούσε ακόμα και όταν αντάλλαξαν την τελευταία αγκαλιά, το τελευταίο φιλί. Η βροχή δεν είχε σταματήσει. Οι αστραπές ακόμα έσκιζαν τον μολυβί ουρανό και τα μπουμπουνητά δήλωναν την δύναμη της φύσης, καλύπτοντας κάθε λίγο την μονότονη βουή της πόλης. Εκείνος στεκόταν ακόμα μπροστά στην βιτρίνα με το γαλάζιο φουστάνι, και σαν να ξύπνησε από λήθαργο, με, ποιος ξέρει γιατί, το κεφάλι βαρύ, αψηφώντας την βροχή, άρχισε να τρέχει προς τον σταθμό του μετρό, θέλοντας περισσότερο να ξεφύγει από τις αναμνήσεις παρά από την βροχή που τον μούσκεψε ως το κόκαλο.
Εκεί στεκόσουν. Μπροστά στο σκοτεινό χάσμα που όριζε την αρχή του λαβυρίνθου. Δίπλα σου εκείνη, όμορφη, λαμπερή σαν τον ήλιο. Σου χαμογέλασε. Δεν φοβάμαι, σου είπε, ξέρω ότι θα τα καταφέρεις. Σού έδωσε την άκρη του νήματος μαζί με ένα φιλί. Εγώ θα κρατώ την άλλη άκρη, να μην χαθείς. Θα σε περιμένω, εδώ. Όσο και αν χρειαστεί. Θα είμαι εδώ. Της χαμογέλασες. Πήρες την άκρη του νήματος. Προχώρησες μερικά βήματα προς την είσοδο. Κάτι ξέχασες, γύρισες πίσω τρέχοντας. Ήθελες να πάρεις ακόμα ένα φιλί να έχεις φυλαχτό και την εικόνα του φωτεινού της χαμόγελου να σου φωτίζει τον δρόμο. Πλησίασες την είσοδο. Το νήμα που σας ένωνε είχε αρχίσει να ξετυλίγεται. Γύρισες να την κοιτάξεις ακόμα μια φορά πριν περάσεις στον κόσμο του σκοτεινού πιθανόν. Άρχισες να περπατάς σε λασπωμένους διαδρόμους, ανάμεσα σε μαύρους γεμάτους μούχλα τοίχους, όμως δεν σταμάτησες. Eίχες την εικόνα της να σε φυλάει και την λάμψη του χαμόγελου της να σου φωτίζει τον δρόμο. Έφτασες στο τέλος του διαδρόμου. Μπροστά σου ένας κάθετος διάδρομος, και το ερώτημα που σου υπέβαλε. Δεξιά η αριστερά?? Έμεινες να κοιτάζεις για λίγο. Γύρισες το κεφάλι κοίταξες προς τις δυό κατευθύνσεις. Τόσο δεξιά όσο και αριστερά οι διάδρομοι τραβούσαν μακριά χωρίς να φαίνεται το τέλος ενώ κάθε τόσο ανοίγματα φαίνονταν δεξιά και αριστερά με το ίδιο ερώτημα να υποβάλουν. Δεξιά η Αριστερά?? Κοίταξες πίσω σου. Στην μακρινή πια είσοδο φαινόταν η φιγούρα της να κρατά την άλλη άκρη του νήματος με τον ελαφρύ βοριά να παίζει πότε ανάμεσα στις δίπλες του φορέματος της και πότε να της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά. Την ένοιωσες να σου χαμογελά από την ζέστη που άρχισε να σε πλημμυρίζει. Πήρες την απόφαση. Δεξιά. Προχώρησες και στο επόμενο ερώτημα απάντησες αριστερά. Προχωρούσες απαντώντας στα ερωτήματα, πότε δεξιά και πότε αριστερά καταπώς σου φαινόταν πιο σωστό να πράξεις. Είχες μπει βαθιά πια μέσα στους διαδρόμους, αλλά δεν φοβόσουν είχες στην ζώνη σου δεμένο το νήμα που σε ένωνε με το φως με εκείνη να κρατά την άκρη του. Κοντοστάθηκες λίγο. Χάιδεψες το νήμα. Άραγε εκείνη ένοιωσε το χάδι?? Ξανάρχισες να περπατάς απαντώντας κάθε τόσο στα ερωτήματα, δεξιά αριστερά αριστερά δεξιά. Το τράβηγμα που ένιωσες στήν ζώνη τι να ήταν?? Άπλωσες το χέρι να πιάσεις το νήμα. Δεν υπήρχε. Γύρισες γρήγορα, το είδες να χάνετε στήν γωνιά προσπάθησες τρέχοντας να το ακολουθήσεις αλλά μάταια. Το έχασες. Μετά από λίγο ένα φοβερό γέλιο έφτασε μέχρι τα αυτιά σου. Ήταν εκείνης. Το αναγνώρισες αλλά πόσο διαφορετικό ακουγόταν τώρα. Καθώς σιγά σιγά ο ήχος του έσβησε χάθηκε το φυλαχτό, η μορφή της, και το φως που σου φώτιζε, το χαμόγελό της. Τότε κατάλαβες για πρώτη φορά πόσο κρύος και σκοτεινός ήταν ο λαβύρινθος. Άρχισες πάλι να περπατάς προσπαθώντας να βρείς τον δρόμο για την έξοδο. Τα ερωτήματα τώρα σε χτυπούσαν αλύπητα, και εσύ αγωνιούσες να δώσεις απαντήσεις. Δεξιά. Όχι, αριστερά, η ίσως δεξιά. Αλλά πάλι.....μπορεί.....ίσως......πιθανόν.....μάλλον...... Πού βρέθηκες εδώ. Τι είναι εδώ. Έριξες μια ματιά. Το κέντρο του. Έφτασες στο κέντρο του. Εκεί υπήρχε κάτι σαν μεγάλο δωμάτιο. Μπήκες μέσα. Στη μέση του δωματίου ένας λάκκος βαθύς με τα τοιχώματα του κάθετα γλιστερά Κοίταξες γεμάτος περιέργεια. Μέσα του άνθρωποι. Πολλοί άνθρωποι να σε κοιτούν. Δεν μιλούσαν μόνο σε κοιτούσαν. -Μα πώς βρεθήκατε εκεί μέσα?? Μόνη απάντηση η ηχώ της φωνής σου, έφτασε στά αυτιά σου επαναλαμβάνοντας την τελευταία σου λέξη πριν χαθεί και αυτή. -Θα σας βοηθήσω να βγείτε είπε στους ανθρώπους. Εκείνοι σε κοίταζαν καθώς ξάπλωνες μπρούμητα απλώνοντας συνχρόνος το χέρι σου μέσα στον λάκκο. Οι άνθρωποι που ήταν μέσα άρχισαν να ανεβαίνουν ο ένας πάνω στις πλάτες του άλλου για να φτάσουν το χέρι. Το πλησίασαν και όταν το χέρι σου έπιασε το χέρι του πρώτου ανθρώπου τότε κατάλαβες. Ο άνθρωπος εκείνος προσπαθούσε να σε τραβήξει μέσα στον λάκκο. Σε λίγο ακόμα ένα χέρι σε άρπαξε, σε λίγο και άλλο και άλλο............. Αγωνιζόσουν με όλες σου τις δυνάμεις να ξεφύγεις από τα χέρια που σε ήθελαν και εσένα όμηρο του λάκκου. Κατάφερες να ξεφύγεις αφήνοντας στά χέρια το ρούχο σου. Έβλεπες γυμνός και αποκαμωμένος τώρα τους ανθρώπους να ξεσπούν πάνω στο λευκό ύφασμα με λύσσα για την αποτυχία τους, σκίζοντας το και πατώντας τα κομμάτια του. Έκανες μερικά βήματα και κάθισες να ξεκουραστείς ακουμπώντας στον τοίχο. Το σφύριγμα που ακούστηκε να σκίζει τον αέρα σου έκανε το αίμα να παγώσει. Από την πόρτα φάνηκε να μπαίνει στο δωμάτιο ένα τεράστιο φίδι. Πλησίασε τον λάκκο έχωσε το κεφάλι του μέσα και όταν το σήκωσε πάλι, τα πόδια ενός ανθρώπου εξείχαν από το στόμα του. Με μια κίνηση τον κατάπιε. Γύρισε προς το μέρος σου, σε πλησίασε, ενώ εσύ κρατώντας το σπαθί ετοιμαζόσουν να πουλήσεις ακριβά το τομάρι σου. -Λοιπόν, ήρθες και εσύ να με σκοτώσεις για να πάρεις τον θησαυρό μου?? σου είπε -Όχι, του απάντησες, θέλω μόνο να βγω έξω. -Και τότε γιατί μπήκες?? -Για να πάρω τον θησαυρό -ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑχαχαχαχαχαχαχαχα γέλασε το φίδι δυνατά. Δεν θέλεις μόνο να βγεις έξω αλλά θέλεις και τον θησαυρό μου. Και πώς θα τον πάρεις λοιπόν χωρίς να με σκοτώσεις πρώτα?? Εμπρός λοιπόν. Έλα να με σκοτώσεις. -Όχι. Δεν τον θέλω πια. Και δεν θέλω να σε σκοτώσω. Θέλω μόνο να σου ζητήσω να με βοηθήσεις να βρω ένα θησαυρό μεγαλύτερο, σπουδαιότερο από τον δικό σου. -Μπα?? και ποιος είναι αυτός?? -Το φως του ήλιου. -Έχεις δει τον θησαυρό μου -Τον έχω ακουστά. Είναι σπουδαίος λένε. -Και λίγα σου έχουν πει, και λένε. Έλα να στον δείξω. Ακολούθησες το φίδι ανάμεσα στους σκοτεινούς διαδρόμους, σε ένα άλλο δωμάτιο. -Κοίτα σου είπε το φίδι παραμερίζοντας Μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Όλα τα πλούτη του κόσμου θαρρείς μέσα σε εκείνο το δωμάτιο να ήταν. Βουνά το χρυσάφι, οι πολύτιμες πέτρες. Αμύθητος πλούτος. -Μα για να τον κάνεις δικό σου πρέπει πρώτα να με σκοτώσεις, είπε το φίδι προτάσσοντας τα δόντια τα γεμάτα με δηλητήριο. Εσύ όμως έβαλες το σπαθί στήν θήκη του. -Δεν θα το κάνω, είπες, γυρίζοντας προς το φίδι, αλλά σου ζητώ την βοήθειά σου να βρω τον θησαυρό που εγώ ποθώ. -Το φως του ήλιου, είπε το φίδι μαζεύοντας τα δόντια του. -Ναι -Είναι σπουδαιότερος θησαυρός από τον δικό μου λοιπόν?? -Ναι, είναι. Εκτός και αν θέλεις να με φάς όπως εκείνον τον άνθρωπο. -Δεν τρώω ανθρώπους. -Και εκείνος που έφαγες τι ήταν?? Είχε και εκείνος δυό πόδια, δυό χέρια, σώμα, κεφάλι, μύτη, μάτια, στόμα, σαν και εμένα ήταν. -Μην σε ξεγελά η εικόνα. Δεν ήταν άνθρωπος. Μα έλα μην καθυστερούμε. Ο θησαυρός σου σε περιμένει. Ο λαμπερός ήλιος ζέσταινε το γυμνό σου σώμα καθώς κατέβαινες την απότομη πλαγιά. Περπατούσες με γοργά βήματα προς την πόλη. Εκεί στους πλακόστρωτους δρόμους ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος την είδες. Πλησίασες την όμορφη κοπέλα, την έπιασες από το μπράτσο και της είπες. -Εσύ τελικά είσαι το τέρας, και έμπηξες το σπαθί σου βαθιά, στο σώμα της ανάμεσα στα σφριγηλά της στήθη, κόβοντάς της το νήμα της ζωής
Ήταν αργά το πρωί, όταν βγήκε στο μπαλκόνι του με μια κούπα τσάι στο χέρι και ένα τσιγάρο στο στόμα. Άφησε την κούπα στο τραπεζάκι, ακούμπησε στην κουπαστή του κάγκελου κρατώντας το τσιγάρο. Κοιτούσε αδιάφορα γύρω στις άλλες πολυκατοικίες, τραβώντας που και πού ρουφηξιές καπνού. Σε ένα από τα διπλανά μπαλκόνια δυο κυρίες συζητούσαν, και κάπου κάπου κάποιο γέλιο τους ακουγόταν μέχρι αυτόν. Λίγο πιο δίπλα ένα αγοράκι τρώγοντας ένα μπισκότο περιεργαζόταν το, μάλλον, νέο του παιχνίδι. Από την άλλη μεριά από ένα διαμέρισμα, ο μονότονος ήχος της ηλεκτρικής σκούπας έφτανε μέχρι εκείνον, ενώ λίγο πιο πέρα κάποια άλλη γειτόνισσα μάζευε τα στρωσίδια του κρεβατιού που είχε βγάλει από νωρίς να αεριστούν. Από κάπου αλλού άκουσε μια φωνή να τον χαιρετά. Γύρισε και είδε έναν από τους γείτονές του να του κουνά το χέρι. Αντιχαιρέτισε και αυτός. Σε έναν ακάλυπτο, ένα ζευγάρι άφηνε ένα χαλί πάνω στα πλακάκια. Λίγο πιο δίπλα βρίσκονταν αφημένοι κουβάδες με σαπουνόνερο και βούρτσες. Εκείνος άρχισε να παρακολουθεί την σκηνή από το μπαλκόνι του. Το ζευγάρι έπεσε στα γόνατα και βουτώντας τις βούρτσες κάθε τόσο στον κουβά έτριβαν το χαλί. Όταν το τελείωσαν όλο, ο άντρας πήρε το λάστιχο του κήπου και άρχισε να το ξεπλένει, ενώ η γυναίκα κοιτούσε. Εκείνος πρόσεξε την γυναίκα. Παρότι ήταν άβαφη, με πρόχειρα ρούχα και τα καστανά μακριά μαλλιά απλά πιασμένα πίσω ήταν πολύ όμορφη. Όταν τελείωσε το ξέπλυμα, έπιασαν το χαλί και οι δυο μαζί και το έριξαν στο σκοινί, πού γιαυτό τον σκοπό είχαν τεντώσει εκεί, για να στεγνώσει. Η γυναίκα έσκυψε, πήρε τα τσιγάρα της από κάτω και την ώρα που γύρισε να ανάψει ένα, ο άντρας πήρε το λάστιχο, το έστεψε προς το μέρος της και άνοιξε την βρύση τέρμα. Το κρύο νερό περιέλουσε την γυναίκα κάνοντας την μούσκεμα. Εκείνη, άφησε μια σιγανή τσιριχτή φωνή να της ξεφύγει και άρχισε να τρέχει αλλάζοντας συνεχώς κατευθύνσεις, κάνοντας μικρά αλματάκια γελώντας και φωνάζοντας ακολουθούμενη από τον άντρα που με το λάστιχο στο χέρι συνέχιζε να την καταβρέχει. Μετά από λίγη ώρα ο άντρας, έκλεισε την βρύση, άφησε το λάστιχο και πλησίασε την γυναίκα. Την αγκάλιασε και την φίλησε. Την πήρε στα χέρια του και χάθηκαν μέσα στο σπίτι τους. -Νιόπαντροι, άκουσε την φωνή του γείτονά του από το διπλανό μπαλκόνι. Εκείνος γύρισε τον κοίταξε και έκανε μια γκριμάτσα σηκώνοντας τους ώμους. -Σε λίγα χρόνια θα είναι αλλιώς, συνέχισε ο γείτονας του διπλανού μπαλκονιού. -Στο χέρι τους είναι να μείνουν έτσι απάντησε. Ο γείτονάς του μπήκε μέσα στο σπίτι. Εκείνος ακούγοντας έναν μικρό θόρυβο, γύρισε προς την μπαλκονόπορτα. Εκεί στεκόταν εκείνη κρατώντας έναν μεγάλο παραφουσκωμένο σάκο ταξιδιού, από το ένα χέρι και την τσάντα της με το παλτό της ριγμένο στο άλλο. Κοιτάχτηκαν για λίγο χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα. Εκείνη άφησε τον σάκο, έβγαλε το μπρελόκ με τα κλειδιά από την τσέπη του παλτού έβγαλε δυο κλειδιά, και τα άφησε πάνω στο τραπεζάκι δίπλα στην κούπα του τσαγιού, κατόπιν πήρε τον σάκο και έφυγε. Εκείνος ακούμπησε πάλι στην κουπαστή του κάγκελου κοιτώντας προς τον δρόμο. Σε λίγο φάνηκε εκείνη να περπατά προς τον κεντρικό δρόμο μικραίνοντας όλο και περισσότερο καθώς απομακρυνόταν. Το τελευταίο που είδε ήταν εκείνη να απλώνει το χέρι σταματώντας ένα ταξί και να χάνετε μέσα του. Έμεινε να κοιτάζει σαν χαμένος για λίγο προς εκείνο το μέρος. Πήρε μια βαθιά ανάσα, γύρισε προς το διπλανό μπαλκόνι. Ο γείτονάς του είχε ξαναβγεί και με μια κανάτα νερό στο χέρι πότιζε τη τελευταία γλάστρα. Κοιτάχτηκαν για λίγο. -Έφυγε?? τον ρώτησε. -Ναι, έφυγε, απάντησε εκείνος. -Γιατί?? -Έκανε τις επιλογές της. -Και εσύ?? -Έκανα τις δικές μου. Ο γείτονάς του κουνώντας το κεφάλι χάθηκε μέσα στο διαμέρισμα κλείνοντας πίσω του την μπαλκονόπορτα Εκείνος πήρε τα κλειδιά που του άφησε εκείνη φεύγοντας μπήκε μέσα τα έβαλε σε ένα συρτάρι της κουζίνας. Πήρε το mp3 player πάνω από το τραπεζάκι του σαλονιού, βγήκε πάλι στο μπαλκόνι. Κάθισε στην πολυθρόνα φόρεσε τα ακουστικά του mp3 και πάτησε το play. Η αγαπημένη του μουσική του πλημμύρισε τα αυτιά και το μυαλό, γλυκαίνοντας την ατμόσφαιρα. Έκλεισε τα μάτια, άνοιξε την πόρτα του μυαλού μπήκε στον κόσμο του. Σε ένα κόσμο γεμάτο χρώμα γαλήνη ζεστασιά, αυτό τον κόσμο που εκείνη απαξίωσε μαζί με εκείνον. Και όμως προσπάθησε όσο μπορούσε να κάνει αυτό τον κόσμο να της είναι αρεστός. Αλλά όταν προσπαθεί μόνο ο ένας, μοιραίο είναι να κουραστεί και κάποια στιγμή και να πάψει την όποια προσπάθεια. Άρχισε να κάνει βόλτες μέσα σε εκείνο τον κόσμο. Ήταν όμορφος. Πολύ όμορφος. Σε λίγο ένας ψηλός τοίχος σαν κάστρου τον περιτριγύριζε, με μια μόνο πόρτα που μόνο αυτός γνώριζε τον τρόπο να ανοίξει. Από τώρα και στο εξής ο κόσμος αυτός ήταν για εκείνον και μόνο για εκείνον Αυτή ήταν η απόφασή του. Πέρασε καιρός από εκείνο το συμβάν. Η ζωή του επανήλθε στους γνωστούς γι αυτόν ρυθμούς. Εκείνη η μέρα ήταν μέρα λάτρας. Εκείνος με ένα ξεσκονόπανο στο χέρι έδιωχνε από τα έπιπλα την σκόνη που είχε συσσωρευτεί το προηγούμενο διάστημα. Πλησίασε το πιάνο και άρχισε να το ξεσκονίζει. Αλήθεια πόσο καιρό είχε να αγγίξει τα πλήκτρα του?? Άφησε το ξεσκονόπανο λίγο πιο πέρα κάθισε στην θέση. Έκλεισε τα μάτια και άνοιξε την πόρτα του τοίχου που έκλεινε πίσω του τον κόσμο του. Πήρε μια όμορφη εικόνα την έστειλε στα δάκτυλά του τα οποία την μετέτρεψαν σε νότες. Όταν τελείωσε, με ένα χαμόγελο σχηματισμένο στα χείλη του ξαναπήρε το ξεσκονόπανο και συνέχισε την δουλειά, σφυρίζοντας την ίδια μελωδία. Μετά το μεσημεριανό φαγητό έφτιαξε με περισσή φροντίδα ένα καφέ πήρε τα τσιγάρα του και βγήκε να τον απολαύσει στο μπαλκόνι του. Κάθισε στην καρέκλα του μπαλκονιού όταν μια φωνή από του δίπλα μπαλκόνι, ακούστηκε να τον καλεί. -Συγγνώμη. Αυτός γύρισε και κοίταξε. Ήταν μια κοπέλα που του μιλούσε. -Συγγνώμη, είπε πάλι, εσείς παίζατε πιάνο λίγο πιο πριν. -Ναι, απάντησε εκείνος, να με συγχωρείτε αν σας ενόχλησε -Όχι κάθε άλλο μάλιστα, παίξατε θαυμάσια το Waltz του Chopin, με ταξιδέψατε, αλήθεια σας λέω. -Ευχαριστώ πολύ, απλά τα καταφέρνω να το γρατζουνάω κάπως υποφερτά Σε λίγο ο γείτονάς του ήταν και αυτός στο μπαλκόνι. -Βλέπω γνωριστήκατε κιόλας. Αυτή είναι η μικρότερη αδερφή της γυναίκας μου που ήρθε να μας επισκεφτεί για λίγες μέρες. -Ωραία, απάντησε εκείνος, να περάσετε καλά όσο θα μείνετε εδώ. -Αναρωτιόμουν, συνέχισε η κοπέλα αν θα θέλατε να παίξουμε μαζί κάποια στιγμή, παίζω βιολί ξέρετε και...... -Μα τι λες τώρα την διέκοψε, και γυρίζοντας προς εκείνον τον ρώτησε. Έχεις να κάνεις κάτι τώρα?? -ΕΕΕΕ όχι απάντησε εκείνος -Ωραία, είναι μια ωραία ευκαιρία να σας ακούσω να παίζετε μαζί και δεν την χάνω. Ερχόμαστε τώρα. -Εντάξει απάντησε εκείνος μάλλον απρόθυμα. Σε λίγο μπροστά στην πόρτα του βρισκόταν ο γείτονάς του συνοδεύοντας μια ψηλόλιγνη κοπέλα με καστανά μάτια, με μακριά μαύρα μαλλιά που σχηματίζοντας χιλιάδες δαχτυλίδια ξεχύνονταν στους ώμους της, κρατώντας στο χέρι της την θήκη του βιολιού. Αφού κάθισαν λίγο και συζήτησαν εκείνος κάθισε στο πιάνο και εκείνη άνοιξε την θήκη πήρε στα χέρια της το βιολί πλησίασε και άρχισαν να παίζουν. Έπαιζαν διάφορα κομμάτια, και μια διάλεγε αυτός και αυτή ακολουθούσε μια διάλεγε αυτή και την ακολουθούσε αυτός. Όταν τελείωσαν, ο γείτονας του που τους άκουγε καθισμένος στον καναπέ άρχισε να χειροκροτεί. -Θαυμάσιο, υπέροχο, μοναδικό, φώναζε χειροκροτώντας. Αλλά δεν ακουγόταν μόνο ένα χειροκρότημα. Οι γείτονες από τις γύρω πολυκατοικίες, είχαν βγει στα μπαλκόνια και χειροκροτούσαν και αυτοί το τέλος αυτής της ιδιότυπης συναυλίας. -Παίζετε θαυμάσια, της είπε εκείνος. Τα μάγουλα της κοπέλας είχαν πάρει ένα ροδοκόκκινο χρώμα. Ευχαρίστησε και κάθισε και αυτή στον καναπέ. Έμειναν για λίγο ακόμα συζητώντας. για διάφορα. Βρέθηκαν και άλλες φορές οι δυο τους από τότε, και κάποιες από αυτές σκάρωναν μικρές συναυλίες έτσι για το κέφι τους που όμως ξεσήκωναν όλη την γειτονιά. Στο τέλος μιας από αυτές κάθισαν στον καναπέ. -Θα ήθελα να ήξερα τι άλλα όμορφα πράγματα κρύβεις μέσα σου. Πολύ θα ήθελα να μάθω. Εκείνος σηκώθηκε από τον καναπέ, έκανε μερικά βήματα, γύρισε και την κοίταξε. -Και νομίζεις ότι θα σε αφήσω?? Αν όπως λες κρύβω όμορφα πράγματα μέσα μου αυτά είναι για μένα και μόνο για μένα και για κανένα άλλο. Αυτός ο κόσμος, ο δικός μου κόσμος, έχει φτιαχτεί από εμένα για μένα και όσο κι αν προσπαθήσεις δεν πρόκειται να σου επιτρέψω να μπεις. Κατάλαβες. Ποτέ ποτέ ποτέ. Αυτά τα λόγια ειπωμένα σε τέτοιο τόνο φωνής, συνοδευόμενα από μορφασμούς και χειρονομίες δεν της άφηναν κανένα περιθώριο. -Νομίζω ότι καλύτερα να φύγω τώρα, είπε εκείνη. Σηκώθηκε έβαλε το βιολί στην θήκη του το πήρε και έφυγε. Την επόμενη μέρα το πρωί ξεκίνησε να πάει στην δουλειά του. Βγαίνοντας από το ασανσέρ, άκουσε την φωνή του γείτονά του. -Μα δεν καταλαβαίνω τι σε έπιασε ξαφνικά και θες να φύγεις. Μέχρι εχθές μας έλεγες ότι ήθελες να καθίσεις μερικές μέρες ακόμα. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τι σε έπιασε. Έριξε μια κλεφτή ματιά έξω από το τζάμι της εξώπορτας. Ο γείτονάς του έβαζε μια βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του, ενώ εκείνη κατευθυνόταν κρατώντας την θήκη του βιολιού στην θέση του συνοδηγού. Εκείνος έμεινε εκεί μέχρι που άκουσε την πόρτα της πιλοτής να ανοίγει και τον θόρυβο της μηχανής του αυτοκινήτου να απομακρύνετε και να χάνετε στο βάθος του δρόμου.
Χρηστός Ανέστη. Μάλιστα. Κάναμε και την νηστεία μας, όσοι κάναμε, εγώ όχι, πού κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι και μια καλή δίαιτα, και γιατί όχι, για να το λένε κάτι θα ξέρουν, οβελίσαμε και τον οβελία μας, τσουγκρίσαμε και τα αυγά μας, και όχι τα αυτοκίνητά μας, όπως συνηθίζουν μερικοί παραφράζοντας το έθιμο, και περιμένουμε όλοι να περάσουν οι ώρες για να επιστρέψουμε στην φαιδρή πραγματικότητα που ζούμε. Τότε θα διαπιστώσουμε όλοι λίγο ως πολύ ότι ακόμα σταυρωμένοι είμαστε. 'Άλλος στον σταυρό της ανεργίας, άλλος στον σταυρό του στεγαστικού δανείου, να αποκτήσει ένα κεραμίδι δικό του, με αποτέλεσμα να χρειάζεται δυο μισθούς το μήνα για να το εξυπηρετήσει, το καινούργιο αυτοκίνητο σε μάρανε ρε κακομοίρη, και τέλος πάντων ο κάθε ένας με τον δικό του σταυρό, που μεταφράζετε σε ανασφάλεια για το αύριο και το πώς θα τα βγάλει πέρα, αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι με άλλα διάφορα θέματα που απασχολούν τον κάθε ένα μας. Και δεν έφταναν όλα αυτά μας προέκυψε και η κρίση, που κάποιοι καλύπτουν πίσω από αυτή την επιχειρηματική τους ανικανότητα και παθολογική τους δίψα για χρήμα, αλήθεια ένας ψυχίατρος να τους κλείσει μέσα δεν υπάρχει, για να μας βαρύνει τους σταυρούς. επιτείνοντας μας την αγωνία για το εργασιακό μας αύριο, και δημιουργώντας νέες στρατιές ανέργων, νίπτοντας σαν άλλοι Πόντιοι Πιλάτοι τας χείρας των. Δεν φταίω εγώ η κρίση ξέρετε, ποια κρίση ρε κακομοίρη, τα έξη μηδενικά που έχει το ποσό των κερδών σου δεν σου φτάνει?? Θες κι άλλα?? Σε ψυχίατρο πήγες βρε άχρηστε?? Γι' αυτό να με συγχωρείτε που δεν θα πω ΧΡΗΣΤΌΣ ΑΝΈΣΤΗ αλλά θα παραμείνω στο ΚΑΛΉ ΑΝΆΣΤΑΣΗ για τον κάθε ένα σας ατομικά. Και μακάρι ο σταυρός που κουβαλάτε να ελαφρύνει. Να είστε όλοι καλά και σας φιλώ όλους, όχι σαν τον Ιούδα εννοείτε που ενώ όλοι καταπτύομαι την πράξη του κάποιοι τον μιμούνται συνέχεια με ιδιαίτερη επιτυχία και με πολύ λιγότερα από τριάκοντα αργύρια.
Ξεεεεεεεεερω. Σας χάλασα την εορταστική ατμόσφαιρα. Για να σας καλοπιάσω και να μην μου πετάξετε πέτρες για την βλάσφημη στάση μου να ένα τραγουδάκι από τα αγαπημένα μου τραγούδια να σας διασκεδάσω λίγο.
Σταύρωση. Με αργό τρεμάμενο βήμα προς τον Γολγοθά με το βάρος να κάνει κάθε βήμα δυσκολότερο. Κάθε ένας που συναντάς η κουνά το κεφάλι, αναλογιζόμενος το έγκλημα, και αποστρέφει το βλέμμα, η απλώνει το χέρι και σου βαραίνει γελώντας το φορτίο. Αγνοεί ηθελημένα η αθέλητα ότι λίγο πιο κάτω τον περιμένει ο δικός του σταυρός, και το ίδιο μονοπάτι θα ακολουθήσει. Ότι άλλοι άνθρωποι θα τους προσθέτουν βάρος γελώντας η απλά αποστρέφοντας το βλέμμα θα μελετούν το δικό του έγκλημα και θα συνεχίζουν τον δρόμο πηγαίνοντας να πάρουν τους δικούς τους σταυρούς, για να βαδίσουν τον δικό τους Γολγοθά. Αγνωούν άραγε αυτοί που σε λίγο θα καρφώσουν τα καρφιά ότι τους περιμένουν οι δικοί τους σταυρωτές που αυτοί με την σειρά τους θα βρεθούν επί ξύλου κρεμάμενοι?? Φαύλος κύκλος Πόσο καιρό θα μείνεις εκεί καρφωμένος περιμένοντας. Κανένας δεν ξέρει ούτε ο ίδιος ο θάνατος. Αυτός απλά λογαριάζει ψυχές ανθρώπων, που ντυμένες το μαύρο μανδύα οδεύουν προς τον Άδη. Έχουν πεθάνει?? Όχι. Αυτό δεν είναι παρά η αρχή του κύκλου. Να σταυρώσεις και να σταυρωθείς. Το μονοπάτι θα είναι πιο ανηφορικό και πιο κακοτράχαλο η πιο ίσιο και πιο στρωτό από το προηγούμενο?? Έχει σημασία αν ο προορισμός του είναι ο ίδιος?? Ας σκεφτούμε λοιπών πριν απλώσουμε το δάκτυλο και φωνάξουμε όλο μανία “Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν”, κάτω από τον εξώστη του πραιτορίου, πριν χλευάσουμε πριν πάρουμε το σφυρί και το καρφί γεμάτοι χαρά, περήφανοι για την πράξη μας, ότι στους πρόποδες του λόφου κάποιοι φτιάχνουν ένα σταυρό για εμάς ίσως πιο βαρύ από αυτού που πριν λίγο κρεμάσαμε επί ξύλου. Και επιτέλους ας σκεφτούμε ότι μόνο εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο, αρνούμενοι να συμμετέχουμε στην σταύρωση ενός άλλου ανθρώπου. Έχουμε την γνώση. Έχουμε την θέληση να το κάνουμε?? Μπορούμε να φωνάξουμε στον πραίτορα “Το αίμα αυτού επί της κεφαλής σου”?? Καλή ανάσταση εύχομαι, ότι και αν σημαίνει αυτό για τον κάθε έναν από εσάς
Μέσα στο μικρό δωμάτιο, το φωτισμένο από τα πορφυρά χρώματα της δύσης εκείνη μπροστά στον καθρέπτη της ετοιμαζόταν. Τόνιζε με χρώματα την ομορφιά της και ενίσχυε με προσεκτικές κινήσεις την λάμψη του προσώπου της. Δίπλα της, πάνω στο κρεβάτι, ήταν απλωμένο το αγαπημένο της κόκκινο φουστάνι, ένα μαύρο καλτσόν και στο πάτωμα ένα ζευγάρι καλογυαλισμένες γόβες. Ένας απαλός λεβάντες πλησίασε το παράθυρο, παραμέρισε την λευκή κουρτίνα, μπήκε στο δωμάτιο. Μαγεμένος από την ομορφιά της την πλησίασε, άρχισε να χαϊδεύει τα γυμνά μέρη του κορμιού της, κάνοντάς την να ανατριχιάσει Σε λίγη ώρα ήταν έτοιμη. Πήρε από το ράφι τα κλειδιά, την τσάντα της και βγήκε στον δρόμο με ένα πεταχτό βήμα σαν να χόρευε.
Μέσα σε ένα κόσμο. Τον δικό της κόσμο, τον γεμάτο ευωδιές χρώματα αρώματα και φως, πολύ φως, εκείνη χαιρόταν την κάθε στιγμή. Χόρευε ξέγνοιαστη το ρυθμό της ευτυχίας, κάνοντας στροφές ανάμεσα στα πολύχρωμα λουλούδια τις πλουμιστές πεταλούδες που ακολουθούσαν τον ρυθμό της μελωδίας, μαζί με τα λουλούδια που κουνώντας τα χρωματιστά άνθη τους πότε δεξιά και πότε αριστερά, χόρευαν και αυτά θαρρείς μαζί της. Λαχανιασμένη πια από τον χορό έπεσε γελώντας στο παχύ χορτάρι. Ένας απαλός λεβάντες βρήκε την ευκαιρία να σηκώσει το κόκκινο φουστάνι και να αγγίξει το βελούδινο δέρμα της κάνοντάς την να ανατριχιάσει.
Είχε βραδιάσει πια. Εκείνη με βαριά βήματα πλησίασε την πόρτα του σπιτιού. Μπήκε μέσα, άφησε την τσάντα και τα κλειδιά της πάνω στον καναπέ. Έφτιαξε στα γρήγορα ένα καφέ, πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και βγήκε στο μπαλκόνι. Σταύρωσε τα πόδια, κάθισε στα κρύα πλακάκια, χωρίς να νοιώσει κρύο. Χωρίς να νοιώθει τίποτε. Ακούμπησε το ποτήρι με τον καφέ δίπλα της, σήκωσε τα μάτια, κοίταξε γύρω. Σκοτάδι πυκνό κάλυπτε τα πάντα γύρω της. Ούτε σελήνη ούτε αστέρια μόνο σκοτάδι πυκνό μαύρο. Κενό. Το απόλυτο κενό τέτοιο που έδινε την εντύπωση πώς δεν υπήρχε τίποτε άλλο γύρω της παρά το μπαλκόνι και εκείνη, Ίδιο με αυτό που υπήρχε τώρα μέσα της. Άναψε ένα τσιγάρο, γέμισε τα πνευμόνια της με καπνό. Κοίταξε την καύτρα του τσιγάρου, το μόνο φως που έσπαγε το σκοτάδι ήταν αυτό. Ξέσπασε σε κλάματα.
Ξαπλωμένη τώρα εκείνη στο παχύ χορτάρι ανάσαινε αργά με βαθιές ανάσες. Χάιδευε με τα χέρια της το μαλακό γρασίδι. Δίπλα της ο λεβάντες να χαρίζει χάδια στο βελούδινο δέρμα, να ηδονίζεται από το άγγιγμα, των γυμνών ώμων και τον λεπτών ποδιών. Να έρχεται, ξεθαρρεμένος τώρα πια, όλο και πιο συχνά όλο και ποιο πολύ. Πολύχρωμες πεταλούδες μαζεύτηκαν πάνω από το πρόσωπό της. Χόρευαν, την καλούσαν να έρθει να συνεχίσουν τον χορό τους. Ένας τρομερός θόρυβος σαν κεραυνός έσκισε την ατμόσφαιρα. Ο λεβάντες τρομαγμένος πήγε να βρει καταφύγιο στα κλαδιά των δένδρων, οι πεταλούδες πέταξαν μακριά τρομαγμένες και αυτές, ενώ τα λουλούδια μάζεψαν τα πέταλά τους από φόβο. Εκείνη ανασηκώθηκε. Κοίταξε γύρω. Ο ουρανός είχε χάσει το γαλανό χρώμα του και είχε σκεπαστεί από ένα σκούρο γκρι Σε λίγο τα λουλούδια τα δένδρα το γρασίδι έχαναν τα χρώματά τους, αποκτούσαν το ίδιο χρώμα με τον ουρανό. Μεγάλες ρωγμές άρχισαν να σχηματίζονται όλο και πιο βαθιές χωρίζοντας τον κόσμο της σε κομμάτια που άρχισαν να καταρρέουν κάνοντας τρομερό θόρυβο στο κενό που φάνηκε να χάσκει από κάτω και να εξαφανίζονται στο άφωτο χάος. Εκείνη πετάχτηκε όρθια. Άρχισε να τρέχει με όλη της την δύναμη, ενώ πίσω ο κόσμος της διαλυόταν, και την θέση του έπαιρνε το κενό που απειλούσε να καταπιεί και την ίδια. Στο τέλος εκείνη απόμεινε καθισμένη πάνω σε ένα γκρίζο μικρό κομματάκι, απομεινάρι του πολύχρωμου κόσμου της περιτριγυρισμένη από σκοτάδι με ένα μεγάλο γιατί μέσα στην ψυχή της. Ξέσπασε σε κλάματα.
Τράβηξε μια ακόμα ρουφηξιά από το τσιγάρο της, άπλωσε τα χέρια πιάστηκε από τα κάγκελα του μπαλκονιού. Κοίταξε προς τα πάνω, προς τα κάτω, παντού το ίδιο χρώμα. Μαύρο. Η ίδια ύλη. Κενό, ίδιο με αυτό που τώρα πια είχε καταλάβει όλο το κορμί το μυαλό την ψυχή της μαζί με ένα μεγάλο γιατί. Η μόνη διαφορά ήταν πώς το κενό που την περιτριγύριζε μόνο αν δεχόταν θα γινόταν ένα με αυτό, το κενό όμως που την είχε γεμίσει είχε εισβάλει μέσα της ετσιθελικά χωρίς να το επιδιώξει, η ίδια η να το επιθυμεί, όμως τώρα αυτό και μόνο υπήρχε από άκρη σε άκρη του κορμιού της καταλαμβάνοντας κάθε χιλιοστό της υλικής και άυλης υπόστασης της.
Κοίταξε γύρω της, σκοτάδι, κενό. Όπου και αν γύριζε το κεφάλι της το ίδιο αντίκριζε. Κοίταξε το κομμάτι πάνω στο οποίο καθόταν, το γκρι σκούρο κομμάτι θλιβερό απομεινάρι ενός κόσμου όλο φως και χρώματα, γύρισε τα μάτια και κοίταξε πάλι,. Χάος παντού, ένα τεράστιο τίποτα Σιγά σιγά άρχισε να μπαίνει μέσα της να την καταλαμβάνει πόντο πόντο, μια αίσθηση σαν κάψιμο που όλο και απλωνόταν μέσα στο κορμί το μυαλό την ψυχή, αίσθηση μιας ιδιότυπης φλόγας που την έκαιγε. Εκείνη προσπαθούσε να το διώξει από πάνω της να το βγάλει από μέσα της να μην το αφήσει να καταλάβει την ίδια το μυαλό της, την ψυχή της, να μην κάψει τα τελευταία ίχνη χρώματος που φύλαγε προσεκτικά μέσα της. Δεν τα κατάφερε την κατέλαβε ολόκληρη. Σιγά σιγά απλώθηκε σαν λάβα σε κάθε χιλιοστό την υλικής και άυλης υπόστασις της. Ένοιωθε να την καίει, παντού σε όλο της το κορμί. Ο θόρυβος ξαν' ακούστηκε. Το κομμάτι πάνω στο οποίο καθόταν έσπαγε τώρα και αυτό. Οι ρωγμές απλώθηκαν, επεκτάθηκαν πάνω της, γέμισαν το σώμα της. Κομμάτια από σάρκα και πέτρα άρχισαν να ξεκολλάνε , να χάνονται, μέχρι που το μόνο που έμεινε ήταν το άδειο πια κόκκινο φουστάνι να πέφτει αργά σαν μαραμένο φθινοπωρινό φύλλο, και να χάνετε και αυτό στο χάος.
Κρατιόταν από τα κάγκελα του μπαλκονιού όσο πιο σφικτά μπορούσε, το κορμί της έκαιγε ολόκληρο, το κενό που είχε μέσα της προσπαθούσε να ενωθεί με το κενό που την περιτριγύριζε. Αντιστεκόταν όσο μπορούσε για να μην την παρασύρει όμως οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν. Η φλόγα μέσα της δυνάμωσε τόσο που δεν μπορούσε πια να αντισταθεί. Χαλάρωσε τα χέρια και αφέθηκε στην επιθυμία του εσωτερικού κενού, να ελευθερωθεί από το σώμα, να ενωθεί το με το έξω κενό. Άρχισε να ταξιδεύει το ταξίδι του τίποτε μέχρι που το μέσα της κενό ελευθερώθηκε, και έγινε ένα με αυτό που την περιτριγύριζε όλη αυτήν την ώρα ελευθερώνοντας μαζί και το τελευταίο χρώμα που της είχε απομείνει, προσεκτικά φυλαγμένο μέσα της, το κόκκινο, που έμεινε σαν λεκές να λερώνει τόν πάτο του κενού. Το μαύρο της ασφάλτου.
Γεννήθηκες σε χρόνους παράταιρους, από μήτρα Δαναίδος. Τράφηκε ρουφώντας γάλα από βυζί Τρωάδας σκλάβας. Δυνάμωσες, στάθηκες στα πόδια σου. Η ώρα για το ταξίδι ήρθε. Τα λιγοστά σου πράγματα κουβαλώντας άρχισες την περιπλάνηση. Στον τόπο που πρωτοπήγες, σπασμένα αγάλματα θεών βρήκες κομμάτια άχρηστα πια πεσμένα κάτω στο υγρό χώμα με το πρόσωπο χωμένο στην λάσπη να μην βλέπουν, των ανθρώπων τα έργα. Να μην βλέπουν τις ιεροσυλίες και φρίττουν. Η φυσιογνωμία ενός αγάλματος σου φάνηκε γνωστή. Από περιέργεια πήγες να δεις. Ήσουν εσύ. Στην θέα πάγωσες, μα πώς?? Άρχισες να ψάχνεις τα αγάλματα, μήπως βρεις γνωστά τα πρόσωπά τους. Όμως τίποτε. Πρόσωπα όλα άγνωστα. Βρήκες το δικό μου, του άλλου του άλλου του άλλου, ανθρώπων που στο διάβα σου μπορεί να συναντήσεις. Έμεινες λίγο να ξαποστάσεις πριν κινήσεις πάλι το ταξίδι. Έφυγες από τον τόπο εκείνο, πήγες σε άλλο σε άλλο σε άλλο. Παντού συμπληγάδες συναντούσες, και λωτοφάγους κύκλωπες να βασιλεύουν τις χώρες. Άλλαζαν οι εποχές, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και πάλι χειμώνας, στολίζοντας η κάθε μια με στολίδια πολύτιμα τα πάντα γύρω ενώ εσύ περιπλανιόσουν και μάθαινες για τόπους, ανθρώπους, χαρές και λύπες, από την ηδονή της γνώσης κυριευμένος. Ο χρόνος, πάντα αυτός σε προσπερνούσε. Μόνο αυτός, πάνω στο χρυσοποίκιλτο αμάξι κρατώντας σφικτά τα χαλινάρια των αλόγων, σκορπίζοντας τριγύρω σκόνη, όλο περισσότερη σε κάθε πέρασμά του, πού ενώ άλλοι έδιωχναν, με γρήγορες κινήσεις των χεριών, από τα ακριβά τους ρούχα, εσύ προσεκτικά μάζευες και φύλαγες σε δερμάτινο δισάκι. Έφτασες στην θάλασσα έμεινες στο ακρογιάλι κοιτώντας πέρα μακρυά, την λεπτή γραμμή που ορίζει την γη από τον ουρανό χωρίζοντας το γαλάζιο σε ουρανό όπου τα αστέρια ο ήλιος το φεγγάρι κατοικούν και πέλαγος όπου αστέρια ήλιος και φεγγάρι καθρεπτίζονται, Το ταξίδι σου όμως δεν έφτασε στο τέλος του. Βρήκες τρικάταρτο γερό σκαρί και με ολόασπρα πανιά ορθάνοιχτα, τον άνεμο να παγιδεύουν και αυτός μες στον αγώνα του να βγει απ' την παγίδα, το καράβι να σπρώχνει με δύναμη στην πορεία που εσύ ορίζεις, ταξίδια σκαρώνοντας σε γη και σε ψυχές ανθρώπων. Και να. Μετά από μέρες πολλές και κακουχίες εξίσου, φύκια πολλά στην θάλασσα πλέουν, ένα κλαδί από πεύκο, ένα πουλί, σημάδια πώς στεριά πλησιάζεις για ακόμα μια φορά. Και να, μέσα από την λευκή αχλή που την κόμη της γαλάζιας απέραντης θεάς στεφανώνει, βουνά αρχίζουν να φαίνονται, να πλησιάζουν. Το νησί μου. Άραξες το πλοίο κοντά στην αμμουδιά, και εσύ στην άμμο βρέθηκες να περπατάς βαθιά τα ίχνη αφήνοντας στην μαλακό κορμί της. Σε είδα. Έρχομαι με γοργά βήματα για να σε συναντήσω. Σού έδωσα το χέρι στο καλωσόρισμα. Με κοίταξες καλά στα μάτια, όπως και εγώ -Σε ξέρω, μου είπες -Και εγώ, από τα αγάλματα -Ναι, από τα αγάλματα. -Γιατί ταξιδεύεις?? -Γνώσεις κυνηγώ, Όνειρα ψάχνω να βρω να αναστήσω. Άλλα δικά μου και άλλα ξένα. Σώπασα. Φαΐ, νερό σου έδωσα και κάμαρα, την κούραση να αφήσεις στα χέρια του Μορφέα. Συναντηθήκαμε ξανά περπατήσαμε μαζί ίσα στον βράχο, να δούμε τον βασιλιά της μέρας ήλιο να σπάει την γραμμή, των γαλάζιων σύνορο, στο πέλαγο να βουτά χαρίζοντας το πορφυρό του χρώμα όσο που να χαθεί τελείως, δίνοντας την θέση του στην μάγισσα σελήνη, βασίλισσα της νύχτας και των λαμπρών αστέρων. Στο γυρισμό, ιστορίες λέγαμε των ταξιδιών που εκάμαμε, και των ωραίων τόπον των λαμπρών την χάρη ιστορούσαμε, και γνώσεις που αποκτήσαμε με χαρά μοιράσαμε. Στην αλλαγή της εποχής , όταν τα φύλλα από τα δένδρα άρχισαν κοκκινωπά το χώμα να στολίζουν κι η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος από βροχή την φύση να ευωδιάζει η ώρα σήμανε, μου λες το ταξίδι πάλι να αρχινίσεις. Και έχω να σου χαρίσω κάτι, μου είπες, κάτι πιο πολύτιμο και απ' το χρυσό, που λίγους κόκκους του ούτε με όλο τον πλούτο τού κόσμου δεν μπορείς να αποκτήσεις.. Την σκόνη του χρόνου, που όταν την χάριζα απλόχερα σε ανθρώπους, άλλοι με ευγνωμοσύνη με στεφάνωσαν για αντίδωρο τιμώντας με, μα πιο πολλές για αντίδωρο, αχαριστία μου έδωσαν να με τιμήσουν μη έχοντας τίποτε άλλο πολυτιμότερο μέσ' στην ψυχή τους. Εγώ τις χούφτες μου άνοιξα, και εσύ με προσοχή άφησες μέσα τους να πέσει λίγη σκόνη από το δισάκι σου, χρυσή και μαύρη μαζί, η σκόνη του χρόνου. Στην αμμουδιά τώρα μόνος στέκομαι και κοιτώ τα λευκά πανιά του πλοίου σου να σβήνουν στο γύρισμα της γης. Το χέρι κουνώντας το αργά σε χαιρετώ και σε τιμώ με ευγνωμοσύνη για το δώρο σου, το άγαλμα σου στήνοντας στο ιερό μου μέρος. Την σκόνη που μου άφησες, στο δικό μου δισάκι προσεκτικά τοποθετώ, μαζί με την δική μου σκόνη που μάζεψα στα δικά μου ταξίδια που τώρα τελείωσαν. Μια σκόνη χρυσή και μαύρη, πιο πολύτιμη απ' όλο το βίος του κόσμου που ο χρόνος και τα ταξίδια, κάθε λογής απλόχερα χαρίζουν. Την σκόνη του χρόνου, που όσοι ξέρουν μόνο μπορούν να εκτιμήσουν.
Η μέρα ηλιόλουστη φωτεινή. Εκείνος με μια κούπα καφέ στο χέρι αγνάντευε την θέα του απέναντι πάρκου από το γεμάτο λουλούδια μπαλκόνι του δίπατου νεοκλασικού που έμενε. Κάτω στον φαρδύ πεζόδρομο η κίνηση αραιή, όπως κάθε Κυριακή πρωί. Γύρισε, μπήκε μέσα στο δωμάτιο που ήταν και το εργαστήριο του. Γύρω πίνακες τελειωμένοι με μορφές τοπία η φαινομενικά ασυνάρτητα χρώματα, αποτυπώσεις σκέψεων και συναισθημάτων, άλλοι στοιβαγμένα προσεκτικά στο πάτωμα και άλλοι κρεμασμένοι στους τοίχους. Σε μια γωνία του δωματίου το καβαλέτο κενό και η παλέτα με τα ξεραμένα χρώματα, δείγμα ότι είχε καιρό να χρησιμοποιηθεί, πάνω στο τραπεζάκι δίπλα στά διαφόρων ειδών πινέλα, κουτιά με χρώματα και άλλα σύνεργα. Κάθισε σε μια καρέκλα ρουφώντας μια καφέ και μια καπνό τσιγάρου κοιτάζοντας πότε το άδειο καβαλέτο πότε την παλέτα με τα χρώματα. Γύρισε το κεφάλι του προς το ταβάνι. Κοίταξε προσεκτικά το καλοδουλεμένο γύψινο διάκοσμο. -Θεέ μου, ψιθύρισε, τι θα κάνω. Το τηλέφωνο χτύπησε διακόπτοντας της σκέψεις του. Ήταν η διευθύντρια της γκαλερί που θα έκανε σε λίγο καιρό την έκθεση των έργων του. -Πώς είσαι σήμερα?? τον ρώτησε -Καλά, απάντησε εκείνος. -Πιστεύω να ζωγραφίζεις γιατί χρειαζόμαστε νέους πίνακες για την έκθεση -Δεν έχω έμπνευση. -Τι εννοείς?? Μην μου πεις ότι τόσο καιρό δεν έχεις φτιάξει τίποτε?? -Σού το λέω δεν έχω έμπνευση. Από την άλλη πλευρά της γραμμής η γυναικεία φωνή άρχισε να φωνάζει λόγια ακατάληπτα για αυτόν. Έκλεισε το τηλέφωνο, πήρε τα κλειδιά του σπιτιού από την πόρτα, βγήκε στο δρόμο. Άρχισε να περπατά χωρίς να έχει κάποιον προορισμό. Μετά από ώρα περιπλάνησης στα στενά σοκάκια της παλιάς γειτονιάς έφτασε στην στάση του τραμ. Έψαξε τις τσέπες του, βρήκε ένα εισιτήριο το ακύρωσε, μπήκε μέσα κάθισε σε μια θέση. Το τραμ ξεκίνησε προς την παραλία σταματώντας σε κάθε στάση για να πάρει η να αφήσει επιβάτες. Εκείνος έμενε ακίνητος να κοιτάζει σαν υπνωτισμένος εικόνες να εναλλάσσονται έξω από το παράθυρο σαν σε κινηματογραφική ταινία. Η ανακοίνωση από τα μεγάφωνα του οχήματος για την άφιξη στον τερματικό σταθμό, το τέλος της διαδρομής, έβαλε τέλος και σε αυτή την ιδιότυπη παράσταση. Βρέθηκε να περπατά σαν χαμένος σε άγνωστους σε αυτόν δρόμους χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, απλά ήθελε να ξεφύγει από όλα αυτά, τους πίνακες, το καβαλέτο τα χρώματα τις εκθέσεις, που τον είχαν κάνει διάσημο του είχαν δώσει χρήμα , αλλά τώρα τον έπνιγαν. Στην άκρη μιας στροφής φάνηκε η θάλασσα, να ξεδιπλώνει το πιο όμορφο γαλάζιο, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Έστριψε την γωνία και γρήγορα βρέθηκε καθισμένος σε μια πέτρα με ένα πλαστικό ποτήρι καφέ στο χέρι να κοιτάζει τα κύματα που έσκαγαν στήν αμμουδιά και τα πλοία που πηγαινοέρχονταν νωχελικά στο βάθος. Έμεινε εκεί μέχρι που ο ήλιος πήρε την δική του παλέτα και έβαψε την φύση με τα χρώματα της δύσης λίγο πριν βυθιστεί, στο απέραντο γαλάζιο και γίνει ένα με αυτό. Σηκώθηκε και γύρισε σπίτι του. Η διευθύντρια της γκαλερί και η γραμματέα της τον περίμεναν. Μπήκαν μέσα. Εκείνος πήγε στήν κουζίνα χωρίς να μιλήσει καθόλου, έφτιαξε ένα καφέ για εκείνον. Γύρισε στο σαλόνι κρατόντας την κούπα και έμεινε όρθιος να κοιτάζει τις δυό γυναίκες Η διευθύντρια μια μεσήλικη γυναίκα με μαύρα μαλλιά δεμένα κότσο, έβγαλε τα γυαλιά της και σε έντονο ύφος άρχισε να του λέει πόσο σημαντική ήταν αυτή η έκθεση για αυτόν την φήμη του την καριέρα του και πώς έπρεπε να ζωγραφίσει οπωσδήποτε μέχρι το τέλος του μήνα τα έργα που έπρεπε. -Μόνο για εμένα είναι σημαντική η έκθεση της απάντησε σε ειρωνικό ύφος. Εκείνη άρχισε πάλι να φωνάζει. Εκείνος όμως δεν την πρόσεχε. Είχε στραμμένο το βλέμμα του προς την νεαρή γραμματέα. Μια αδύνατη κοπέλα με ίσια κοντά καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα που του επέτρεπε να διακρίνει το αγαλματένιο κορμί της. -Δεν με ακούς που σού μιλάω, του φώναξε έξαλλη η διευθύντρια πιάνοντας τον από το μπράτσο. -Όχι, της απάντησε εκείνος άγρια. Εκείνη γύρισε να φύγει ακολουθούμενη από την γραμματέα της. Εκείνος άπλωσε το χέρι έπιασε την νεαρή κοπέλα από το μπράτσο. -Εσύ θέλω να μείνεις, είπε στήν κοπέλα. -Μείνε. Ναι μείνε μήπως και του βάλεις μυαλό. Φώναξε η διευθύντρια έξαλλη. Θα τα πούμε αύριο, είπε και έκλεισε την πόρτα. Εκείνος πήρε την κοπέλα και την ανέβασε στον πάνω όροφο πού ήταν το εργαστήριό του. Εκείνη μόλις βρέθηκε σε εκείνον τον χώρο, άρχισε να περιεργάζεται τα σύνεργα ζωγραφικής να κοιτάζει τους πίνακες. -Λοιπόν. Γιατί ζητήσατε να μείνω, τον ρώτησε. Εκείνος την πλησίασε την έπιασε μαλακά από το μπράτσο, την κοίταξε ίσια στά καστανά της μάτια. -Θέλω να γίνεις η μούσα μου, της είπε Εκείνη δεν του μίλησε. Έμειναν μόνο για αρκετή ώρα να κοιτιούνται ίσα στά μάτια. Εκείνος άπλωσε το χέρι και με αργές κινήσεις τράβηξε το φόρεμα από πάνω της. Εκείνο έπεσε στο πάτωμα αποκαλύπτοντας το λευκό κορμί της. Η κοπέλα αμήχανα έκανε ένα απρόσεκτο βήμα προς τα πίσω, σκοντάφτοντας σε ένα τραπεζάκι όπου πάνω του υπήρχε ένα τενεκεδένιο κουτί με κόκκινη μπογιά που πέφτοντας κάτω το χρώμα που πετάχτηκε έβαψε το λευκό πόδι της. Εκείνος έβγαλε τα ρούχα του βιαστικά και έμειναν γυμνοί να κοιτάζονται για λίγο. -Δεν θέλω να ζωγραφίσω εσένα αλλά τα συναισθήματά σου της είπε εκείνος. Η κοπέλα τον κοίταξε με απορία. Εκείνος πήρε ένα κουτί με μπλέ μπογιά και το άδειασε πάνω στο σώμα της έκπληκτης κοπέλας. Μετά το κίτρινο, το κόκκινο το πράσινο μέχρι που όλο το σώμα της κοπέλας καλύφθηκε με χρώμα. Πήρε ένα μεγάλο κομμάτι μουσαμά και το άπλωσε στο πάτωμα μπροστά της. Μετά πλησίασε πάλι τα κουτιά με τα χρώματα. Άρχισε να ρίχνει χρώματα πάνω του καλύπτοντας και το δικό του κορμί. Πλησίασε την κοπέλα, την τράβηξε πάνω στον απλωμένο μουσαμά. Γρήγορα βρέθηκαν να κυλιούνται στο μουσαμά αφήνοντας πάνω του ιδρωμένο χρώμα από τα κορμιά τους. Ο καιρός πέρασε, η έκθεση στήν γκαλερί με τίτλο “Ζωγραφίζοντας τον έρωτα” ήταν το εικαστικό γεγονός εκείνου του μήνα. Εκείνος και εκείνη καθισμένοι σε ένα παγκάκι στο πάρκο διάβαζαν εγκωμιαστικά άρθρα στα εικαστικά των εφημερίδων για την επιστροφή του μεγάλου καλλιτέχνη, και βαθυστόχαστες αναλύσεις από σοφούς κριτικούς τέχνης για το έργο του. Εκείνος κάποια στιγμή σταμάτησε να διαβάζει. Την κοίταξε, άπλωσε το χέρι χάιδεψε τα μαλλιά της, έσκυψε και φίλησε τον μικρό λεκέ από πράσινη μπογιά που χρωμάτιζε την μύτη της. Είχε γίνει πια η μούσα του. Η έμπνευσή του για τα πάντα
Η καινούργια μέρα ξεκίνησε. Μια υπέροχη κυριακάτικη λιακάδα μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Η ζέστη της έσπαγε την μονοτονία του κρύου των προηγουμένων ημερών. Εκείνος με την γεμάτη καφέ κούπα στο χέρι πλησίασε στο παράθυρο, και έμεινε πίνοντας τον με αργές μεγάλες ρουφηξιές, να κοιτάζει την ελάχιστη κίνηση του δρόμου. Αυτή η μέρα ήταν η μέρα που έπρεπε να κάνει κάτι πολύ σημαντικό για τον εαυτό του, κάτι σαν ιερή υποχρέωση. Κοίταξε το ρολόι του, είχε ακόμα αρκετή ώρα. Γύρισε την ματιά του πάλι στον δρόμο. Ένα ζευγαράκι που περνούσε από κάτω πιασμένο χέρι χέρι, του κίνησε το ενδιαφέρων και έμενε να το παρακολουθεί καθώς χανόταν στο βάθος του δρόμου. -Η κοπέλα είχε ίδια μαλλιά με τα δικά της, ψιθύρισε στον εαυτό του, καθώς με τον νου ξεκίνησε ένα ταξίδι στο παρελθόν, τότε που σε εκείνο το πάρτι την είχε δει για πρώτη φορά. Θυμάται πόσο μεγάλη εντύπωση του είχε κάνει αυτή η λυγερόκορμη κοπέλα με τα μακριά μαύρα μαλλιά, το γλυκό χαμόγελο, το γάργαρο σαν νερό γέλιο, και τα μάτια της. Τα ωραιότερα μάτια που είχε δει ως τότε. Της είχε ζητήσει να χορέψουν από την πρώτη στιγμή και εκείνη δέχθηκε. Το άγγιγμα του βελούδινου δέρματος της, του έφερε μια γλυκιά ανατριχίλα και μια θέρμη μέσα στην καρδιά που έμελλε να τον στοιχειώνει για πάντα. Την ερωτεύτηκε τόσο έντονα που δεν μπορούσε χωρίς αυτή στιγμή σχεδόν. Είχε ανάγκη να την ακούει να την βλέπει να την νιώθει κοντά του. Έβγαιναν πολύ συχνά και εκείνος έκανε το κάθε τι για να τις δείξει τα αισθήματά του όμως εκείνη ενώ στην αρχή ήταν θετική στο τέλος του είπε ότι δεν μπορούν να είναι μαζί γιατί η καρδιά της ήταν δοσμένη άλλου. Εκείνη η μέρα ήταν η χειρότερη της ζωής του. Ένοιωθε τα πάντα να γκρεμίζονται γύρω του, ότι αυτή με αυτά της τα λόγια του είχε στερήσει ακόμα και την ίδια την θέληση για ζωή. Ακόμα θυμάται τα τελευταία λόγια που της είχε πει σε εκείνο το γαλάζιο τραπεζάκι εκείνου του μικρού παραλιακού καφενείου. -Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ. Οι φίλοι του καταλαβαίνοντας τον πόνο του του συμπαραστέκονταν με όλη τους την ψυχή, όμως εκείνος δεν έλεγε να ξεχάσει. Προσπάθησαν να του συστήσουν άλλες κοπέλες αλλά όλες οι προσπάθειες κατέληγαν σε αποτυχία. Καμία δεν κατάφερε να τον κάνει να νιώσει την ίδια θέρμη όπως εκείνη. Τα χρόνια περνούσαν. Εκείνος την παρακολουθούσε διακριτικά. Μάθαινε νέα της από κοινούς γνωστούς. Έμαθε για τον γάμο της για τα παιδιά που έκανε χαιρόταν με την ευτυχία της, την όποια ευτυχία και λειπόταν που δεν ήταν αυτός η αιτία γι αυτήν, αλλά, όπως ο ίδιος έλεγε, “Στόχος αυτού που αγαπά είναι να κάνει τον άλλο ευτυχισμένο, ακόμα και με την απουσία του. Και εκείνη είναι”. Όποτε χρειαζόταν κάποια βοήθεια εκείνος το μάθαινε και όποτε μπορούσε την βοηθούσε χωρίς εκείνη να το μάθει ποτέ. Δεν ήθελε να φέρει καμία αναστάτωση στην ζωή της και σε καμία περίπτωση να την κάνει να νοιώσει άβολα, η να ταράξει με την παρουσία του την ευτυχία της. Τα χρόνια περνούσαν, ο χρόνος άρχισε να αφήνει βαθιά τα σημάδια επάνω τους, τα πρόσωπα ρυτήδιασαν, τα μαλλιά άσπρισαν όμως δεν μπορούσε να πειράξει ότι είχε φυλαγμένο αυτός για εκείνη μέσα στην καρδιά και στο μυαλό του. Εκείνος έμενε να την περιμένει. Ποιος ξέρει σε τι είδους θαύμα ήλπιζε Μέχρι πού έμαθε για εκείνο το φοβερό ατύχημα. Εκείνο που την έστειλε στο νοσοκομείο να παλεύει για την ζωή της. Μία προσπάθεια χωρίς ελπίδα που τελείωσε μετά από λίγες μέρες. Όταν το έμαθε η καρδιά του πήγε να σπάσει. Ένοιωσε όπως και τότε, σε εκείνο το τραπεζάκι, όταν εκείνη του είχε πει εκείνα τα λόγια Αμέσως θυμήθηκε τα δικά του τελευταία λόγια, την υπόσχεσή του. Παρακολούθησε την κηδεία της από κάποια απόσταση ώστε να είναι αόρατος. Όταν όλα τελείωσαν πήγε και εκείνος και άφησε ένα και μοναδικό λουλούδι, ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, με μια γαλάζια κορδέλα δεμένη φιόγκο γύρω από τον βλαστό του, όπως τότε που συναντιόνταν και εκείνος της ομολογούσε τον βαθύ έρωτά του, μαζί με ένα δάκρυ για την χαμένη αγάπη του. Έτσι και σήμερα ήταν εκείνη η μέρα που έπρεπε να πάει. Να κρατήσει την υπόσχεσή του. Βγήκε από το σπίτι του και τράβηξε κατά το νεκροταφείο. Περπάτησε το γνώριμο πια πλακόστρωτο δρομάκι με τα κυπαρίσσια και πλησίασε τον τάφο της. Έμεινε μακριά, αθέατος από τον λίγο κόσμο που συγκεντρωμένος γύρω του παρακολουθούσε το τρισάγιο, και όταν όλα τελείωσαν και έμεινε μόνος σε εκείνο το μέρος τότε πλησίασε, άφησε το κόκκινο τριαντάφυλλο με την γαλάζια κορδέλα, πάνω στο λευκό μάρμαρο φίλησε τα δάχτυλά του και τα ακούμπησε μαλακά πάνω στην κρύα πέτρα, που όμως εκείνου του άφησε την ίδια αίσθηση που είχε το βελούδινο δέρμα της και τον έκανε να ανατριχιάσει, όπως τότε. -Να κατάλαβες ποτέ πόσο πολύ σε αγάπησα?? ήταν τα μόνα λόγια που ψιθύρισε για όση ώρα έμεινε εκεί. Περπατούσε σκυφτός αντίθετα τώρα τον πλακόστρωτο δρόμο με τα κυπαρίσσια προς την έξοδο, γυρίζοντας στο σπίτι του. Κοντοστάθηκε για λίγο κοιτάζοντας τον ουρανό πού τώρα σκέπαζαν μολυβί βαριά σύννεφα, γεμάτα βροχή. -Δεν θα σε ξεχάσω πότε, είπε καθώς οι πρώτες σταγόνες έβρεχαν το πρόσωπό του. Κούμπωσε το πανωφόρι του και συνέχισε τον δρόμο του, με τα χρόνια να βαραίνουν τις πλάτες του όλο και περισσότερο.
Βγαίνοντας από τον κεντρικό δρόμο, ακολουθώντας τον πεζόδρομο που οδηγεί μέσα στο αλσάκι, και πλησιάζοντας τις καφετέριες το πρώτο πράγμα που συναντούσες ήταν η μουσική του. Προχωρώντας περισσότερο ο ήχος της μουσικής δυνάμωνε, χωρίς να γίνεται ενοχλητικός αλλά μάλλον ευχάριστος, μέχρι που στο τέλος τον έβλεπες. Καθόταν πάντα σε ένα σημείο λίγο πριν τα πρώτα τραπεζάκια, παίζοντας στο σαξόφωνο του μελωδίες γνωστές, άγνωστες η κομμάτια που σκάρωνε μόνος του. Ήταν εκεί αρκετό καιρό, ποιος ξέρει από πότε, αλλά τι σημασία μπορούσε να έχει αυτό μπροστά στο γιατί, που μόνο αυτός ήξερε την απάντηση. Δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία παρά τα κάτασπρα του γένια και μαλλιά. Το πρόσωπο του χλωμό σημαδεμένο από τα χρόνια που πέρασαν και τις κακουχίες. Τα ρούχα του παλιά πολύχρωμα, αλλά καθαρά. Στον κεφάλι, χειμώνα καλοκαίρι, φορούσε στραβά μια τραγιάσκα γκρι καρό, που θα έλεγες ότι την φορούσε ακόμα και στον ύπνο του. Ποτέ με κανέναν δεν είχε μιλήσει έτσι κανένας δεν ήξερε αν ήταν Έλληνας η ξένος, η ποιος ήταν και πώς βρέθηκε εκεί. Με το παλιό φθαρμένο σαξόφωνο κολλημένο στα χείλη του, αράδιαζε νότες στην ατμόσφαιρα με εκπληκτική τάξη. Η μαεστρία στο παίξιμό του πρόδιδε κάποιον άγνωστο βιρτουόζο του είδους, που η τύχη δεν του χαμογέλασε όπως σε άλλους, και τον έκανε μουσικό του δρόμου. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να περάσει από εκεί και να μην ρίξει κάποιο νόμισμα στην θήκη του οργάνου που ήταν ανοιχτή μπροστά του γι αυτό τον σκοπό. Αυτός κάθε φορά πού κάποιο νόμισμα άγγιζε το κόκκινο βελούδο της, έκανε μια ελαφριά υπόκλιση ευχαριστώντας, χωρίς να σταματά να παίζει. Από την ώρα που ήρθε και στάθηκε σε αυτό το σημείο, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Δεν άκουγες πια δυνατές φωνές και δυνατά γέλια όπως πριν. Όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα, η όταν κάποια φορά έπαιζε κάποιο ρομαντικό κομμάτι δεν μιλούσαν καθόλου μόνο άκουγαν. Κάποιοι μάλιστα που το κομμάτι αυτό, που αυτός έπαιζε, ήταν συνδεδεμένο με κάποιο γεγονός της ζωής τους, τους έβλεπες να το σιγοτραγουδούν αφήνοντας τον νου τους να ταξιδέψει μαζί με τις νότες, και κάπου κάπου μπορεί και ένα δάκρυ να κυλούσε από τα μάτια τους. Αυτός στημένος εκεί πότε καθιστός πάνω σε ένα ξύλινο κουτί και πότε ακουμπώντας απλός το πόδι πάνω του, έπαιρνε τις εικόνες που έβλεπε τις έκανε μουσική και τις έστελνε μέχρι τον ουρανό, κάνοντας τους αγγέλους πότε να χαίρονται να στήνουν χορούς, πότε να γελούν και πότε να μένουν ακίνητοι δακρυσμένοι από τις εικόνες που ζωγράφιζαν οι νότες του μέσα στο μυαλό όπως ακριβώς συμβαίνει και στους ανθρώπους. Στο ερωτευμένο ζευγαράκι που περνούσε από μπροστά του έπαιζε ανάλογο κομμάτι κάνοντάς το να πιαστεί ακόμα πιο σφικτά, και κάποια φορά μάλιστα που εκείνος την έπιασε τρυφερά από την μέση και άρχισε να την χορεύει τότε έβαλε όλη του την τέχνη κάνοντας ακόμα και τους σερβιτόρους να σταματήσουν με τους δίσκους στα χέρια και να ακούν με το στόμα ανοιχτό. Όταν το ροκ συγκρότημα πήγαινε εκεί πριν η μετά την πρόβα για τον καθιερωμένο καφέ, τους έκανε να κοντοστέκονται έκπληκτους, να κοιτιούνται μεταξύ τους, και να αναρωτιούνται πώς είναι δυνατό αυτό το κομμάτι να μπορεί να αποδοθεί τόσο καλά από σαξόφωνο. Στις μαμάδες με τα παιδιά που περνούσαν από εκεί, έπαιζε κάποιο μουσικό θέμα από κάποια γνωστή και αγαπημένη παιδική σειρά κάνοντας τα μικρά να γουρλώσουν τα μάτια και να χαμογελάσουν πλατιά. Όταν δε οι ψηλομύτες κυρίες περνούσαν από εκεί για να πάνε για το καθιερωμένο κυριακάτικο τσάι απαξιώνοντας τον με την συμπεριφορά τους, αυτός τις τιμωρούσε με την μουσική του, κάνοντας τους θαμώνες να ρίξουν σε αυτές ένα αναλόγου ύφους βλέμμα. Όποτε κάποια πολύ όμορφη κοπέλα του άφηνε αυτό το κάτι λίγο στο βελούδο, αυτός με την μουσική του άρχιζε να υμνεί την ομορφιά της, κάνοντάς την να του χαμογελάσει, πολλές φορές αμήχανα, ευχαριστώντας τον για το κομπλιμέντο, και όλα αυτά με τόση τέχνη δουλεμένα που θαρρούσες ότι όλες αυτές οι διαφορετικές μελωδίες ήταν ένα μουσικό κομμάτι. Έμενε εκεί ακόμα και την ώρα που τα μαγαζιά έκλειναν παίζοντας μουσική για τους σερβιτόρους που μάζευαν τις καρέκλες και τα μαξιλάρια κάνοντάς τους την δουλειά πιο ανάλαφρη, αφού οι νότες που παρήγαγε είχαν την μαγική ικανότητα να διώχνουν και την κούραση. Κάποιες φορές πριν φύγουν όλοι μαζί για τα σπίτια τους, έστεκαν για λίγο και του χάριζαν ένα επιδοκιμαστικό χειροκρότημα. Τότε αυτός σταματούσε να παίζει, υποκλινόταν βαθιά έβαζε το σαξόφωνο στην θήκη του και χανόταν με αργά βήματα στο σκοτάδι, μακριά πέρα από τα χλομά φώτα του πάρκου. Μια καλοκαιρινή νύχτα ποιος ξέρει γιατί, μέσα από μια σκοτεινή γωνιά ανάμεσα από τα ψιλά δένδρα ξεπήδησαν πάλι οι νότες του μεταφέροντας ένα παλιό νοσταλγικό σκοπό παιγμένο με τόση μαεστρία που θαρρείς ότι το σαξόφωνο έκλαιγε κάνοντας τους περιοίκους να μένουν στα μπαλκόνια τους και τούς λίγους περαστικούς να σταματούν να ακούσουν. Ήταν και η τελευταία φορά που ακούστηκε το σαξόφωνο του εκεί. Την άλλη μέρα, και τις επόμενες που ακολούθησαν αυτός δεν φάνηκε. Κανένας δεν τον ξαναείδε η άκουσε κάτι για αυτόν. Μόνο το κουτί έμενε να υπάρχει στο μέρος που αυτός έπαιζε χωρίς κανένας να το πειράζει λες και τον περίμεναν να ξαναγυρίσει σε αυτό το ίδιο μέρος, να ακουμπήσει πάλι σε εκείνο και να πλημμυρίσει την ατμόσφαιρα με την μουσική του που έκανε ακόμα και αγγέλων καρδιές να σκιρτήσουν Κάποιες φορές, όταν ο αέρας περνά μέσα από τις σχισμές του κουτιού κάποιες ξεχασμένες νότες πετάγονται από μέσα ανάκατες χωρίς ρυθμό και χάρη αφού δεν υπάρχει πια εκείνος να τις βάλει σε μια σειρά, και απλώνονται στον αέρα με ένα τρόπο που θαρρείς και τον ψάχνουν.
Η οδός Ανθέων ήταν ένας δρόμος όπου κατοικούσαν πολλές εύπορες οικογένειες. Σε κάθε πλευρά της έβλεπε κανείς μεγάλα σπίτια, επιβλητικούς κήπους, πολυτελείας αυτοκίνητα παρκαρισμένα στις αυλές, ανθρώπους με ακριβά ρούχα να κυκλοφορούν, ένας δρόμος που, όσο και αν κάνουμε τους υπεράνω, θα θέλαμε να ζούμε. Στο νούμερο 66 μέσα σε μια υπέροχη βίλα περιτριγυρισμένη από έναν καταπληκτικό κήπο ζούσε ο ήρωας μας, μεγάλος και τρανός βιομήχανος στο επάγγελμα. Κάθε πρωί ένα μαύρο, όπως αρμόζει σε αυτές τις περιπτώσεις, αυτοκίνητο σταματούσε μπροστά στην πόρτα για να μεταφέρει τον κύριο στο εργοστάσιο και το απόγευμα τον γύριζε πίσω. Η οικογένεια του εν λόγο κυρίου, η κλασική οικογένεια του είδους. Η κόρη και ο γιος για σπουδές σε διάσημα πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ η αρκετά μικρότερή του, γυναίκα, θαμώνας ακριβών κομμωτηρίων και αναλόγου στιλ λεσχών, πολλές φορές χανόταν σε ταξίδια στο εξωτερικό είτε για να δει τα παιδιά, η για αναψυχή σε διάσημα θέρετρα. Η ζωή εκείνου ήταν το εργοστάσιο. Με αυτού την σκέψη κοιμόταν το βράδυ, ξύπναγε το πρωί και μόνο γι αυτό μιλούσε, σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο γι αυτόν, παρά μόνο το εργοστάσιο και η περιουσία του. Μία μέρα γύρισε αργά στο σπίτι του. Εκείνη την περίοδο ήταν μόνος. Η γυναίκα του είχε φύγει να πάει στην κόρη που σπούδαζε στο Παρίσι. Όταν το αυτοκίνητο πέρασε την βαριά καγκελόπορτα και σταμάτησε μπροστά στην πόρτα της της βίλας είχε νυχτώσει για τα καλά. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα σκεπτόμενος την καινούρια συμφωνία που έκλεισε, πόσα εκατομμύρια ευρό θα του απέφερε, και βέβαια για το πώς θα βάλει τους εργαζόμενους του εργοστασίου να παράγουν περισσότερο χωρίς υπερωρίες, και φυσικά για το πώς θα τα περάσει στην εφορία για να πληρώσει τον λιγότερο δυνατό φόρο. Μπήκε στο σπίτι, προχώρησε τον διάδρομο που οδηγούσε στο μεγάλο σαλόνι ψάχνοντας ένα διακόπτη να ανάψει ένα φως. -Α! Επιτέλους, ψιθύρισε όλο ανακούφιση όταν ένιωσε τον διακόπτη στο χέρι του. Το σαλόνι φωτίστηκε, αυτός άφησε τα πράγματά του στον καναπέ, κάθισε στα παχιά μαξιλάρια άναψε ένα πούρο, και εκεί που χαλάρωνε είδε στην απέναντι πλευρά του σαλονιού κάποιον να κάθεται σε μια πολυθρόνα. Τον κοίταξε έκπληκτος. Ο άγνωστος άνδρας ήταν μεγαλόσωμος. Φορούσε ένα λαδί μάλλινο μακρύ πανωφόρι που από μέσα άφηνε να φανεί ένα μαύρο πουλόβερ, μπλε τζιν παντελόνι, μαύρα παπούτσια. Ένα πλατύγυρο καπέλο ίδιο χρώμα με το πανωφόρι κάλυπτε το κεφάλι του, και ένα ζευγάρι μεγάλα μαύρα γυαλιά έκρυβαν τα μάτια του. Στην θέα του άγνωστου αυτού άνδρα πετάχτηκε όρθιος. -Ποιος είσαι?? Πώς βρέθηκες εδώ?? του φώναξε καθώς τον πλησίασε και γρήγορα βρέθηκε απέναντι του. -Ποιος είσαι?? Τι θέλεις?? Ο ξένος, που όλη αυτή την ώρα ατάραχος τον κοίταζε επίμονα πίσω από τα μαύρα γυαλιά σήκωσε το χέρι αργά προς αυτόν, τον έδειξε με τον δείκτη λέγοντάς του με αργή βαριά φωνή. -Εδώ είναι η οδός Ανθέων 66.?? -Ναι εδώ είναι, τι θέλεις?? αποκρίθηκε ο κύριος -Άρα, σωστά ήρθα, απάντησε ο άγνωστος χωρίς να αλλάξει τον τόνο της φωνής του η να κουνηθεί στο ελάχιστο. -Τι λες άνθρωπε μου τι σωστά ήρθες?? Τι.... -Ο ξένος σηκώθηκε από την πολυθρόνα με αργές κινήσεις άπλωσε και πάλι το χέρι προς τον κύριο. -Ήρθα, ξαναείπε διακόπτοντας τα λόγια του κυρίου και έμεινε όρθιος να τον κοιτάζει -Τι θα πει ήρθες?? Ποιος είσαι. Ο ξένος κοίταξε τον κύριο πίσω από τα μεγάλα μαύρα γυαλιά πιο επίμονα, και ίσα στα μάτια. -Με ξέρεις. Ίσως με ξέχασες, αλλά με ξέρεις. -Δεν σε ξέρω και δεν θέλω να σε μάθω. Δεν ξέρω πώς κατάφερες να μπεις αλλά φύγε πριν φωνάξω την αστυνομία. -Όλοι έτσι λέτε. Δεν με γνωρίζεις?? Σίγουρα?? Λοιπόν να συστηθώ, Είμαι ο μεγαλύτερος σου φόβος. Αυτός που γεννήθηκε μαζί σου. Την ίδια στιγμή. Πολλές φορές ξεχνούσες την ύπαρξή μου. Αλλά πάντα υπήρχα και ζούσα μαζί σου. Μέσα σου. -Δεν ξέρω τι είναι αυτά που μου λες αλλά έχω δουλειά φύγε. Φύγε τώρα. -Δουλειά?? Τι δουλειά?? Να προσθέσεις και άλλα ΜΗΔΕΝΙΚΆ στην περιουσία σου?? Κακομοίρη μου. Σπουδαία δουλειά. -Αρκετές βλακείες μου είπες. Τώρα φύγε. Φύγε ΦΥΓΕΕΕΕΕΕΕΕΕ. -ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ. Αυτά λέτε όλοι πριν καταλάβετε τι συμβαίνει. Αλλά όταν καταλαβαίνετε......ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ -Τι εννοείς δηλαδή?? -Να καταλάβεις ότι σήμανε η ώρα σου να φύγεις για το μεγάλο ταξίδι των κόσμων και εγώ ήρθα απλά να σε συνοδεύσω -Ταξίδι των κόσμων?? Δεν έχω σκοπό να πάω πουθενά -Και όμως θα πας, γιατί η ώρα σου ήρθε. Γιαυτό είμαι εδώ. Έλα πάμε. -Δεν έχω να πάω πουθενά -Και όμως θα πας -Άσε μου το χέρι, Μην με τραβάς, σε παρακαλώ άφησέ με. Αν είναι να με πας κάπου άσε με τουλάχιστον να πάρω κάποια πράγματα. Άπλωσε το χέρι να πάρει το πορτοφόλι του την καμπαρτίνα του και το κινητό του. -Δεν θα σου χρειαστεί τίποτε από όλα αυτά εκεί που πάμε, είπε ο άγνωστος άνδρας, ενώ ο κύριος τον κοίταξε με απορία. -Δεν θα μπορέσεις να πάρεις τίποτε μαζί σου Ούτε χρήματα ούτε ρούχα ούτε καν το ίδιο σου το σώμα, γιατί ούτε αυτό στην πραγματικότητα σου ανήκει. Το μόνο που θα μπορέσεις να έχεις να σε συνοδεύει αιώνια είναι οι πράξεις που έχεις μέσα στην ψυχή σου αποθηκευμένες. -Χαχαχαχαχα, Γέλασε ο κύριος. Σε λίγο θα μου πεις ότι θα με πας στον άλλο κόσμο. Ο άγνωστος έμεινε να τον κοιτάζει σοβαρός -Εκεί ακριβώς πρέπει να σε πάω. Σήμανε η ώρα σου βλέπεις. -Η ώρα μου?? Και εσύ ήρθες να με πάρεις?? Είσαι ο Χάρος?? -Ναι, και εσύ μόλις πέθανες. Πάμε Ο κύριος χλόμιασε. Ο άγνωστος τον έπιασε από το μπράτσο, και άρχισαν να περπατούν αργά τον μεγάλο διάδρομο που οδηγούσε στην πόρτα της εισόδου. Ξάφνου ο κύριος σταμάτησε, κάνοντας και τον άγνωστο να σταματήσει. -Και όλα αυτά τι θα γίνουν?? Όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκα τόσα χρόνια?? Τι θα γίνουν?? -Χώμα. Τού απάντησε ο άγνωστος, Χώμα και νερό. Έμειναν να κοιτιούνται για λίγα δευτερόλεπτα, Ο άγνωστος άνδρας άρχισε πάλι να περπατά κρατώντας τον κύριο από το μπράτσο ο οποίος ακολουθούσε κοιτώντας συνέχεια πίσω του, ψιθυρίζοντας συνέχεια μια προσευχή, ζητώντας από τον θεό να τον λυπηθεί. Ακούγοντάς τον ο άγνωστος άνδρας σταμάτησε. Τον κοίταξε άγρια. -Ζητάς από τον θεό να σε λυπηθεί. Εσύ πότε και ποιόν λυπήθηκες. Πες μου ποιόν και πότε. Κανέναν. Τότε γιατί να σε λυπηθεί ο Θεός?? Πες μου γιατί?? Όσο λυπήθηκες εσύ τους άλλους, άλλο τόσο θα σε λυπηθούν και εκεί πού θα πας Ο άγνωστος τράβηξε τον κύριο προς την πόρτα. Βρέθηκαν να περπατούν στον κήπο και γρήγορα κατέληξαν να περπατούν στο μεγάλο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι. Ένα περιπολικό της αστυνομίας ακολουθούμενο από ένα ασθενοφόρο τους προσπέρασαν και σταμάτησαν κοντά τους. Οι αστυνομικοί, μαζί με τρεις νοσοκόμους τούς πλησίασαν γοργά, άρπαξαν τον άγνωστο άνδρα, τον οδήγησαν στο ασθενοφόρο που έφυγε γρήγορα με αναμμένη σειρήνα ενώ οι αστυνομικοί πλησίασαν τον κύριο. -Είστε καλά?? τον ρώτησαν. -Ναι καλά είμαι. -Ψυχασθενής είναι ο δύστυχος, αλλά άκακος. Θέλετε να σας πάμε κάπου?? -Όχι ευχαριστώ δεν είναι μακριά το σπίτι μου -Σας έκανε μήπως κάτι άσχημο?? Είστε σίγουρα καλά. -Ναι καλά είμαι μην ανησυχείτε. -Μα είστε κάτωχρος, μήπως θέλετε.... -Όχι μην ανησυχείτε είμαι καλά Ο κύριος γύρισε και άρχισε να περπατά αργά προς το σπίτι του. Πέρασε την βαριά αυλόπορτα και χάθηκε πίσω από την πόρτα της εισόδου, μέσα στο μεγάλο σπίτι.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
K.Π. Καβάφης