Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

Αναμνήσεις

Όσο ζεις, διάφορα πράγματα συσσωρεύονται μέσα στο μυαλό σου.

Εικόνες, αισθήσεις λόγια, συναισθήματα, όλα αυτά τακτοποιημένα μέσα στο μυαλό όπως οι φωτογραφίες σε ένα άλμπουμ.

Άλλα από αυτά είναι ευχάριστα άλλα όχι. Άλλα σε έκαναν, να χαμογελάσεις να γελάσεις δυνατά, να ευχαριστηθείς, άλλα σε πόνεσαν, σε πλήγιασαν σε έκαναν να κλάψεις και ίσως έμεινες γιά μέρες άρρωστος μέχρι να συνέλθείς από το, εσύ ξέρεις ποιό, χτύπιμα.

Λένε ότι "ο χρόνος γιατρός", σου απαλύνει τον πόνο, σου γιατρεύει τις πληγές, γίνεσαι όπως πριν(?). Δεν το σκέφτεσαι πια, δεν πονάς πια, και το χαμόγελο επανέρχεται. Είσαι πια καλά.

Όμως στο βάθος του μυαλού μέσα σε αυτό το άλμουμ, υπάρχουν ακόμα, όλα αυτά που σε πλήγιασαν, σε πόνεσαν. Δεν έφυγαν. Έμειναν καλυμμένα ανάμεσα στις σελίδες, ξεχασμένα ίσως, αλλά μένουν εκεί.

Υπάρχουν, περιμένουν θαρρείς κρυμμένα όπως οι ξεχασμένες καρφίτσες στα ρούχα να τρυπίσουν το ανυποψίαστο δάχτυλο που θα αγκίξει το συγκεκριμένο σημείο.

Παραμένουν μέσα στις σελίδες αυτού του άλμπουμ βαθιά, χωρίς ίσως ακόμα και εσύ ο ίδιος να θυμάσαι, υποψιάζεσαι την ύπαρξή τους.

Κάποια στιγμή η μοναξιά, ή κάποιο γεγονός, κάποιο μέρος, κάποια λόγια, κάποια εικόνα η μελωδία, η ακόμα και ένα αντικείμενο, θα σε κάνουν να ανοίξεις αυτό το άλμπουμ και να αρχίσεις την περιπλάνηση στις σελίδες του, να βλέπεις εικόνες, να θυμάσαι αισθήσεις λόγια συναισθήματα.

Εκεί σε κάποια ανύποπτη στιγμή το δάχτυλο καθώς γυρίζει τις σελίδες θα τρυπηθεί από κάποια από τις κρυμμένες καρφίτσες.

Θα νιώσεις πόνο, θα θυμηθείς τον πόνο εκείνο. Μήν φοβηθείς. Μην μείνεις να πονάς. Να έχεις την δύναμη να γυρίσεις να δεις το δάχτυλό σου με την καρφίτσα καρφωμένη πάνω σε αυτό. Να την τραβήξεις, να την ξεκαρφώσεις από το δάχτυλο, να δείς την πληγή, μια τόση δα τρυπίτσα που από μέσα της βγαίνουν μια δυο σταγόνες αίμα πριν κλείσει, και χαθεί.


Μένεις και κοιτάς μια την καρφίτσα μια το δάχτυλό σου μιά το ζεστό αίμα και μιά την σελιδα με την εικόνα.

Παίρνεις την καρφίτσα, την βουτάς στο αίμα που έχει τρέξει, όπως την πένα στο μελάνι και γράφεις μια και μόνη λέξη, λεζάντα σε αυτή την φωτογραφία.

ΓΙΑΤΊ.......????????


Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που θέλεις να πάρει αυτό το άλμπουμ από το μυαλό σου, να το πετάξεις στην ζωηρή φωτιά που καίει στό τζάκι απέναντί σου, να πάψεις κάθε που το ξεφυλίζεις να τρυπιέσαι, να πονάς να θυμάσαι.


Κοιτάς το κατακόκκινο "γιατί" που έγραψες στήν σελίδα, το κλείνεις και αντί να το πετάξεις στην φωτιά, το αγκαλιάζεις γέρνεις στό πλάι κλείνεις τα μάτια κοιμάσαι.


Ας μείνει αναπάντητο το κατακκόκινο "γιατί".


Τι θα αλλάξει αν απαντηθεί?

Τίποτα

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008

Ας Παίξουμε

Η αγαπητή blogοφιλη Κοκκινογούλι με κάλεσε να παίξω στο παιχνίδι τον 5 ερωτήσεων.
Τι θα ρωτούσα ένα φιλόσοφο, έναν παλιό έρωτα, ένα μέντιουμ, ένα παιδί και στον καθρέφτη σου…
Ας αρχίσω πρώτα με τον φιλόσοφο κάνοντάς του δυο ερωτήσεις:
1) Μπορεί να χαρακτηριστεί ένας κόσμος υψηλής τεχνολογίας πολιτισμένος??
και
2) Μπορεί να χαρακτηριστεί ο άνθρωπος, ως ενσάρκωση της ελευθερίας, μέσα σε ένα σύμπαν που υπακούει κατά γράμμα σε νόμους??

Τον παλιό έρωτα:
Έφυγες για το λίγο μου, η επειδή αυτό που ένοιωθα ήταν πολύ και σε έπνιξε??

Ένα μέντιουμ:
Πώς θα κάνουμε λεφτααααααααααααααααααααααααααααααααααααα???( χιχιχιχιχιχι ), και σιγά μην μου απαντήσει, γιατί αν ήξερε τότε δεν θα έκανε το μέντιουμ.........

Ένα παιδί:
Δεν θα το ρωτούσα τίποτε, μόνο θα το κοίταζα για να θυμηθώ τη σημασία της ελευθερίας

Τον Καθρέφτη σου:
Το βράδυ όταν ετοιμάζομαι για ύπνο αφού πλύνω τα δόντια μου, στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη μου και ρωτώ τον εαυτό μου. "Έμαθες σωστά αυτά που σου δίδαξε η σημερινή μέρα?? Να φροντίσεις αυτά τα μαθήματα να τα θυμάσαι ώστε να είσαι την αυριανή μέρα καλύτερος άνθρωπος"

Αυτά τα ολίγα.
Δεν απευθύνω συγκεκριμένη πρόσκληση, όποιος θέλει παίρνει σκυτάλη και παίζει
Καλό Σ/Κ.



Αφιερωμένο σε όλους τους φίλους και φίλες μου.
Καλή και χαμογελαστή Κυριακή, και εβδομάδα

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Άνθρωποι και ναυάγια

Κυριακή πρωί. Ένα φθινοπωρινό Κυριακάτικο πρωινό από αυτά που σε προκαλούν να βγεις έξω, να περπατήσει, να μυρίσεις μυρωδιές χορτασμένου από νερό χώμα, να απολαύσεις την λιακάδα, το γαλανό του ουρανού με στολίδια, λίγα άσπρα σύννεφα να μένουν ακίνητα.
Βγήκε με αργά βήματα από το σπίτι κρατώντας ένα βιβλίο "ΜΕΓΆΛΑ ΝΑΥΆΓΙΑ". Άρχισε να περπατά στον δρόμο με προορισμό το γνωστό γι' αυτόν καφέ. Οι διαβάτες λιγοστοί, να περπατούν αργά ολόγυρα απολαμβάνοντας την πρωινή τους βόλτα. Όλοι ελαφρά ντυμένοι, έδειχνε να είναι μια ζεστή μέρα.
Αυτός όμως ένιωθε αυτό το αλλόκοτο κρύο να του περονιάζει τα κόκαλα, να τον κάνει να μαζεύεται, και να τρίβει τα ξυλιασμένα χέρια του. Μόνο αυτός φαινόταν να το νιώθει??? Γιατί άραγε???
Η χιλιοπερπατιμένη διαδρομή όλο και έφτανε στο τέλος της, δεν πρόσεχε τριγύρω,τις εικόνες που προσπερνούσε, τις είχε δει άλλωστε τόσες φορές.
Τι να είχε αλλάξει σε τόσο λίγο διάστημα που να είναι άξιο προσοχής??? Μάλλον τίποτε.
Έφτασε στην πλατεία με τα πολλά τραπεζάκια, διάλεξε ένα και κάθισε, παράγγειλε μια ζεστή σοκολάτα, επιθυμία που έκανε τον σερβιτόρο να απορήσει, σχηματίζοντας στο πρόσωπό του μια γκριμάτσα την ίδια στιγμή που του απαντούσε, "Αμέσως".
Κοίταξε γύρω του. Η φύση είχε φορέσει τα καφεκόκκινα χρώματα του φθινοπώρου λιγοστές παρέες, τα περισσότερα τραπεζάκια άδεια, κοιμούνται ακόμη από την έξοδο του Σαββάτου οι άνθρωποι.
Μα αυτή η κοπέλα τον κοιτάζει, ναι τον κοιτάζει. Γιατί όμως?? Δεν την ξέρει, δεν θυμάται να την ξέρει.
Κοιτάζει τον εαυτό του. Δεν έχει τίποτε παράξενο επάνω του που να προσελκύει την προσοχή, και όμως τον κοίταζε. Τι έβλεπε??
Κοίταξε πάλι προς το μέρος που την είχε δει, η καρέκλα ήταν άδεια, είχε φύγει. Όμορφη ήταν. Μπορεί και όνειρο.
Ο σερβιτόρος άφησε την κούπα με την ζεστή σοκολάτα λέγοντας το συνηθισμένο "Ορίστε", πήρε τα χρήματα πού του έδωσε και εξαφανίστηκε στο εσωτερικό του καταστήματος.
Άρπαξε την κούπα με τα δυο χέρια, θέλοντας περισσότερο να τα ζεστάνει. Τράβηξε μια γερή γουλιά από το ζεστό ρόφιμα προσπαθώντας να διώξει το κρύο που ένοιωθε. Άφησε την κούπα πάλι στο τραπεζάκι, κοίταξε γύρο.
Ήταν μόνος.
Άνοιξε το βιβλίο, άρχισε διαβάζει, ώσπου στην πρώτη φωτογραφία ναυαγισμένου πλοίου στάθηκε, άρχισε να την κοιτά με επιμονή. Η ψυχή του βρέθηκε σε μια περίεργη έκσταση, θα έλεγε κανείς ότι ενόθηκε με την ψυχή του βυθισμένου πλοίου της φωτογραφίας, έβλεπε εικόνες της αλλοτινής του ζωής.
Το είδε περήφανο, γεμάτο ζωή με τις τσιμηνιέρες του να καπνίζουν ,έτοιμο να φύγει για άλλους τόπους, μεταφέροντας εμπορεύματα, ανθρώπους και αισθήματα, χαρές, λύπες, προσμονή αγωνία, αγάπη, μέχρι που εκείνο το λάθος, το μοναδικό λάθος το έκανε να στέκει εκεί ανήμπορο κουφάρι καθισμένο στην άμμο με την μοναξιά του βυθού να γεμίζει τα αμπάρια του ποιος ξέρει πόσα χρόνια τώρα, και για πόσα χρόνια ακόμα.
Η ελπίδα για ένα χέρι να το σώσει από το μαρτύριο του, τραβώντας το και πάλι στην επιφάνεια να επουλώσει τις πληγές του, να έχει μια δεύτερη ευκαιρία να οργώσει περήφανο πάλι την θάλασσα να αργοσβήνει, μαζί με αυτό το ίδιο που λίγο λίγο η αρμύρα το κατατρώει το εξαφανίζει, ίδια όπως εξαφανίστηκε από τις μνήμες των ανθρώπων.
Και από πάνω του το βάρος της θάλασσας.
Αβάσταχτο βάρος.
Ίδιο σαν αυτό που πιέζει την ανθρώπινη ψυχή











Πληροφορίες για το βιντεάκι: Πρόκειται για το Α/Τ ΠΑΤΡΊΣ το οποίο βυθίστηκε την νύχτα της 20ης Νοεμβρίου το 1868 στην θέση Κούνδουρος.
Το καράβι με 400 επιβάτες είχε σαλπάρει από τον Πειραιά και περιπλέοντας την Κέα κατευθυνόταν προς Σύρο
Το πλοίο άνηκε στην ναυτιλιακή εταιρεία «Ελληνική Ατμοπλοΐα»
Χαρακτηριστικό του πλοίου οι τεράστιες προωθητικές ρόδες που το έκαναν να μοιάζει περισσότερο με ποταμόπλοιο.
Χαρακτηριστικά στο άρθρο της εφημερίδας Αστήρ των Κυκλάδων της 2ας Μαρτίου του 1868 αναφέρεται για το ναυάγιο: «Το δυστύχημα τούτο κατετάραξε τους συμπολίτας ημών και ελύπησε βαθέως τους ενδιαφερομένους Κυρίους Μετόχους και τους ομογενείς, ουχί ήττον άκρως κατέθλιψε και κατεπίκρανε και άλγος ανίατον επροξένησε εις την καρδίαν των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας και εις τον Πλοίαρχον αυτόν και τους άλλους Πλοιάρχους, όσοι τυχαίως ευρέθησαν ταξιδεύοντες με το ατμόπλοιον εκείνο, ερχόμενοι από τας πατρίδας αυτών, εις άς ήσαν εν αδεία προ ημερών».

Βιβλιογραφία:( και για περισσότερες πληροφορίες )

http://www.keawest.gr/viewtopic.php?t=72&sid=e4f8c1e7ff6ae37004232660b9225803

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Η Θαλασσούλα

Η άδειά του για το καλοκαίρι ξεκινούσε εκείνο το πρωινό.
Εκείνος χωρίς να χάσει καιρό φόρτωσε τα πράγματα πού είχε ετοιμάσει την προηγούμενη μέρα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για το εξοχικό του σπίτι, όπου θα περνούσε τις μέρες που είχε στην διάθεσή του.
Οδηγούσε γρήγορα, βιαζόταν να φτάσει εκεί που τον περίμενε η χαλάρωση και η αγαπημένη του βάρκα.
Του άρεσε πολύ να ξανοίγεται με αυτή στα ανοιχτά, να ψαρεύει με το καλάμι του, να κάνει βόλτες, ανακαλύπτοντας ερημικές ακρογιαλιές, να κολυμπά στα καθαρά νερά τους, να απολαμβάνει την ησυχία που τόσο είχε ανάγκη.
Μετά από τέσσερις ώρες οδήγημα, έφτασε επιτέλους. Πάρκαρε το αυτοκίνητο στην αυλή.
Δεν είχε αλλάξει, ευτυχώς τίποτα από την τελευταία φορά που ήταν εκεί, αρκετούς μήνες πριν Ένα μικρό αλλά πολύ όμορφο διώροφο σπίτι με επάνω τις δυο κρεβατοκάμαρες μια τουαλέτα και ένα μεγάλο μπαλκόνι που μπορούσε κανείς να καθίσει και να απολαύσει την υπέροχη θέα που απλωνόταν μπροστά του. Κάτω το σαλόνι η κουζίνα και μια δεύτερη τουαλέτα. Μια υπέροχη αυλή περιέβαλε το σπίτι, το σπίτι του, γεμάτη γρασίδι πέτρινους διαδρόμους και παρτέρια με λουλούδια που της έδιναν ιδιαίτερο χρώμα και άρωμα.
Κάποια άλλα εξοχικά ήταν σε τέτοια απόσταση, που με δυσκολία φαίνονταν, δίνοντάς σου την εντύπωση ότι κανένας άλλος δεν υπήρχε εκεί.
Ξεφόρτωσε τα πράγματα και άρχισε να τα τακτοποιεί στο σπίτι. Όταν τελείωσε έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στο μπαλκόνι. Άρχισε να κοιτά γύρω την θέα, τέλος έριξε μια ματιά και στην αυλή
-Η αυλή θέλει φτιάξιμο, μουρμούρισε, αλλά όχι σήμερα αύριο.
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε, μια ηλιόλουστη ζεστή καλοκαιρινή μέρα.
Εκείνος βάλθηκε να καλλωπίζει την αυλή του, να κουρεύει το γρασίδι, να τακτοποιεί τους θάμνους, να περιποιείται τα παρτέρια, τέλος έβγαλε την βάρκα του από το γκαράζ που την φύλαγε.
Μια μικρή γαλάζια βάρκα πέντε μέτρων με μηχανή και μια μικρή καμπινούλα με δυο κρεβάτια που ίσα ίσα χωρούσε ένας μετρίου ύψους άνθρωπος να ξαπλώσει.
Έκανε τις απαραίτητες ετοιμασίες και την έριξε στην θάλασσα.
Την επόμενη μέρα θα πήγαινε για ψάρεμα.
Αδημονούσε, γιατί είχε πολύ καιρό να πάει και του έλειπε η χαρά που του έδινε αυτή η απασχόληση.
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε, αφού ήπιε ένα πρωινό καφέ μάζεψε τα σύνεργα του ψαρέματος τα φόρτωσε στην βάρκα του και ξεκίνησε. Ακολούθησε την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που πήγαινε συνήθως.
Μετά από λίγη ώρα εντόπισε ένα κόλπο που δεν είχε ξαναδεί. Του φάνηκε καλό μέρος και πλησίασε. Στην είσοδο του κόλπου υπήρχαν βράχια που μόλις ξεπρόβαλαν από την επιφάνεια της θάλασσας. Γύρω γύρω από τον κόλπο ψηλές απότομες πλαγιές εμπόδιζαν την προσέγγιση στην μικρή παραλία, ένα ήσυχο μέρος ότι έπρεπε γι'αυτόν.
Μπήκε προσεκτικά στον κόλπο αποφεύγοντας τα βράχια που βρίσκονταν στην είσοδο, και όταν πλέον έφτασε στο κέντρο του, σταμάτησε την μηχανή, έριξε άγκυρα, έριξε την πετονιά του στο νερό και περίμενε να "τσιμπήσει".
Στο ενδιάμεσο άνοιξε το ραδιόφωνο, πήρε το βιβλίο που είχε αγοράσει πρόσφατα και άρχισε να διαβάζει.
Η ώρα περνούσε, αυτός είχε ξεχαστεί πια, τον είχε απορροφήσει το βιβλίο του, η απαλή μουσική και ο ρυθμικός ήχος των κυμάτων που έσκαγαν όταν έβρισκαν την στεριά.
Ένα τράβηγμα στην πετονιά έκανε το καλάμι να αναπηδήσει και αυτόν να πεταχτεί, άρπαξε το καλάμι και άρχισε να μαζεύει την πετονιά.
Αυτό που είχε πιάσει έδειχνε μεγάλο, γιατί τραβούσε δυνατά κάνοντας το καλάμι να λυγίζει και αυτόν να παλεύει μια να κρατηθεί πάνω στην βάρκα που έγερνε και τρανταζόταν και από την άλλη να νικήσει τον "αντίπαλό του" που πάλευε να μείνει στον κόσμο του νερού.
Η "μάχη" εξελισσόταν αμφίρροπη, και για πολύ ώρα μέχρι που και οι δυο αντίπαλοι απόκαμαν.
Αυτός άφησε το καλάμι που έπεσε πάνω στην βάρκα, έκατσε στην κουπαστή. Σκούπισε τον ιδρώτα του, κοίταξε την πετονιά που χαλαρή πια έμενε για λίγο στην επιφάνεια πριν χαθεί μέσα στο νερό.
Μια μικρή κόκκινη σταγόνα βγήκε στην επιφάνεια, κάτι που τον έκανε να απορήσει, μετά και άλλη και άλλη........
Βούτηξε στο νερό, έκανε ένα μακροβούτι προσπαθώντας να δει τι ήταν αυτό που είχε πιαστεί στο αγκίστρι του, χωρίς επιτυχία. Η πετονιά κατέβαινε πολύ βαθιά.
Ξαν' ανέβηκε στην επιφάνεια, πιάστηκε από την κουπαστή, πήρε μερικές βαθιές ανάσες, σκουπίζοντας το πρόσωπό του.
Λίγο πιο εκεί το νερό ταράχτηκε και ένα ξανθό γυναικείο κεφάλι ξεπρόβαλε στην επιφάνεια.
Τον κοίταξε με τα καταγάλανα μάτια της και με παραπονεμένη φωνή του είπε.
-Με πόνεσες
Εκείνος την κοιτούσε αποσβολωμένος
-Μη χειρότερα, ήταν το μόνο που μπόρεσε να αρθρώσει.
-Με πόνεσες, του είπε εκείνη δείχνοντάς του το χέρι της με το καρφωμένο σε αυτό αγκίστρι του.
Εκείνος ανέβηκε στην βάρκα και τής έδωσε το χέρι να ανέβει και αυτή.
Όταν εκείνη βρέθηκε πάνω στην βάρκα εκείνος έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Μια ψηλόλιγνη κοπέλα με ξανθιά μαλλιά που έφταναν μέχρι την μέση της, καταγάλανα μάτια, και κατάλευκο δέρμα βρισκόταν μπροστά του.
-Μα εσύ δεν φοράς τίποτε, της είπε
Εκείνη κοίταξε το γυμνό σώμα της. ενώ εκείνος πήρε από ένα ντουλαπάκι ένα κίτρινο αδιάβροχο και την σκέπασε με αυτό.
-Και τώρα ας δούμε το χέρι.
Της έπιασε το χέρι, τράβηξε το φαρμακείο που είχε πάντα μαζί του, της έβγαλε το αγκίστρι και της έδεσε την πληγή με έναν επίδεσμο.
Εκείνη περιεργαζόταν μια τον επίδεσμο και μια το αδιάβροχο που ήταν τυλιγμένη, ενώ αυτός κοιτούσε εκείνη.
Άπλωσε το χέρι του, άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά, εκείνη τον κοίταζε. Πέρασε το χέρι του πάνω από το μάγουλό της.
Εκείνη άπλωσε το χέρι της και έκανε ακριβός τις ίδιες κινήσεις με αυτόν χαϊδεύοντας του τα μαλλιά και το μάγουλο. Άρχισαν χαρίζουν δειλά χάδια ο ένας τον άλλο σαν μικρά παιδιά, ώσπου αυτός τράβηξε το χέρι του, και εκείνη το δικό της. Έμειναν να κοιτιούνται ίσα στα μάτια
-Πώς σε λένε??
-Θαλασσούλα
-Πού είναι το σπίτι σου??
-Εδώ, απάντησε δείχνοντας ολόγυρα την θάλασσα.
Εκείνος γέλασε και εκείνη χαμογέλασε σκερτσόζικα
-Εδώ μένω, του ξαναείπε, εδώ.
Εκείνος άπλωσε πάλι το χέρι του και με τα δυο του δάχτυλα άγγιξε το μέτωπό της κατεβάζοντας τα σιγά σιγά προς την μύτη της, κάνοντάς την να κάνει μια αστεία γκριμάτσα
Εκείνη άπλωσε το χέρι της και επανέλαβε την ίδια κίνηση, κάνοντάς τον να κάνει και αυτός μια αστεία γκριμάτσα, γέλασαν και οι δυο Εκείνη σηκώθηκε όρθια.
-Πρέπει να φύγω
-Θα σε ξαναδώ???
-Αν έρθεις εδώ
-Θα έρθω.
Πέταξε το αδιάβροχο βούτηξε στο νερό, απομακρύνθηκε με γρήγορο κολύμπι από την βάρκα προς το ανοιχτό πέλαγος.
-Θα έρθω και αύριο, της φώναξε, Θα έρθω.
Εκείνη γύρισε, και τον κοίταξε. Τού χαμογέλασε και βούτηξε βαθιά στο νερό.
Έμεινε μόνος πάνω στην βάρκα με τα σύνεργα ψαρέματος, το κίτρινο αδιάβροχο που πριν λίγο τύλιγε το σώμα της Θαλασσούλας ριγμένο στο πάτωμα της βάρκας.
Έπιασε το αδιάβροχο από το πάτωμα της βάρκας και το κοίταξε. Μετά κοίταξε πρός την θάλασσα.
Θα έρθω και αύριο. Θα έρθω.
Την άλλη μέρα πρωί πρωί ήταν εκεί, μαζί της, και την επομένη και την επόμενη.. Τούς έβλεπες συχνά να κολυμπούν μαζί, να τρέχουν να γελούν, να περπατούν χέρι χέρι να πειράζονται, να κοιτούν αγκαλιά κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα, και όταν νύχτονε, ξαπλωμένοι στην αμμουδιά έμεναν να κοιτούν τα άστρα, με το χέρι της κουρνιασμένο τρυφερά στο χέρι του.
Ο καιρός πέρασε. Ένα βράδυ καθώς βρίσκονταν ξαπλωμένοι στην αμμουδιά εκείνος της είπε πώς πρέπει να φύγει.
-Γιατί, τον ρώτησε.
Εκείνος της εξήγησε ότι τελείωσε η άδειά του και έπρεπε να γυρίσει στην πόλη. Εκείνη έδειξε σαν να κατάλαβε.
-Έλα μαζί μου, της είπε
-Δεν γίνετε, ξέρεις ότι εδώ ζώ.
-Μείνε, του είπε
-Δεν γίνετε της αποκρίθηκε, αλλά θα έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ. Έβγαλε από την τσέπη του ένα γαλάζιο φουλάρι, της το έδεσε μαλακά στο μπράτσο. Έσκυψε και την φίλησε.
-Για να μην με ξεχάσεις.
Ένα φιλί που το πήρε μαζί του καλά φυλαγμένο μέσα στην καρδιά, την ψυχή του, μαζί με μια φωτογραφία της που είχε από τότε πάντα μαζί του, και που κάθε νύχτα την έβγαζε και έστελνε μια καληνύχτα και ένα φιλί στην Θαλασσούλα του.
Κάθε Σαββατοκύριακο το περνούσε μαζί της, δεν τον ένοιαζε αν έβρεχε αν έκανε κρύο αν είχε αέρα και φουσκοθαλασσιά αυτός πήγαινε και την έβρισκε, και αυτή πάντα τον περίμενε να τον καλωσορίσει με ένα λαμπερό χαμόγελο και ένα γλυκό φιλί, που όσο πέρναγε ο καιρός του έμοιαζε και πιο γλυκό.
Είχαν περάσει δυο μέρες από την τελευταία τους συνάντηση, εκείνο το χειμωνιάτικο Σαββατοκύριακο. Ο καιρός ήταν πολύ άσχημος αλλά αυτούς δεν τους ένοιαζε Όσο και αν λυσσομανούσε ο αέρας και τα κύματα χτυπούσαν στην αμμουδιά με ορμή αφήνοντας αφρούς να ξεχυθούν ολόγυρα, αυτοί είχαν μια σχισμή βράχου να τους προστατεύει και μια αγκαλιά να τους ζεσταίνει. Με τις αναμνήσεις αυτές νωπές ακόμα, γύρισε σπίτι του κατάκοπος από την δουλειά εκείνο το απόγευμα.
Πέταξε σε μια καρέκλα το μπουφάν, κάθισε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση.
Η είδηση για ένα ναυτικό ατύχημα και πετρελαιοκηλίδα τον έκανε να πεταχτεί πάνω σαν ελατήριο.
Το ρεπορτάζ έδειχνε την γνώριμη σε αυτόν ακτή γεμάτη πετρέλαιο ενώ το κουφάρι ενός τεράστιου τάνκερ που “λόγο θαλασσοταραχής έμεινε ακυβέρνητο και καρφώθηκε σε ύφαλο” φαινόταν σε κοντινή απόσταση.
-Θαλασσούλα, Θαλασσούλα μου, ψέλλισε, κάτ' ωχρός
Την άλλη μέρα πρωί πρωί ξεκίνησε για το εξοχικό του. Ανησυχούσε πολύ για την Θαλασσούλα.
Όταν έφτασε στην ακτή τότε μόνο συνειδητοποίησε το μέγεθος της καταστροφής.
Όλη η θάλασσα είχε σκεπαστεί με πετρέλαιο και μια μυρωδιά νάφθας σχεδόν του έσκιζε τα ρουθούνια.
Πού και πού κάποιος γλάρος κατάμαυρος από το πετρέλαιο προσπαθούσε να περπατήσει στην αμμουδιά, πού είχε γίνει και αυτή μαύρη, ανάμεσα σε νεκρά πουλιά και ψάρια που συνέχεια ξέβραζε η θάλασσα.
Χωρίς να χάσει καιρό τράβηξε με όλη του την δύναμη την βάρκα προς την θάλασσα, μπήκε μέσα και τράβηξε κατά τον κόλπο.
Δεν μπόρεσε όμως να φτάσει. Το λιμενικό τον γύρισε κακήν κακός πίσω.
Έμεινε στην “ζώνη ασφαλείας” που όριζε το λιμενικό και άρχισε να την ψάχνει.
Την φώναζε με όλη του την δύναμη, τα μάτια του άρχισαν να βουρκώνουν και τέλος λύθηκαν σε ένα γοερό κλάμα.
Θαλασσούλα μου, γλυκιά μου Θαλασσούλα, που είσαι??? Που???
Έμεινε εκεί. Κάθε μέρα προσπαθούσε να φτάσει στον κόλπο και κάθε μέρα έβρισκε το λιμενικό να τον σταματάει, και εκείνος μέσα στην "προκαθορισμένη ζώνη ασφαλείας", έμενε να την φωνάζει με την ελπίδα να την δει να ξεπροβάλει από κάπου, μέχρι που νύχτωνε, και αποκαμωμένος έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού, χωρίς να σταματά να φωνάζει το όνομά της ανάμεσα σε λυγμούς που πολλές φορές έπνιγαν την φωνή του.
Ένα πρωί κανείς δεν τον σταμάτησε.
Τα συνεργεία είχαν τελειώσει το έργο του καθαρισμού, τα απομεινάρια του μεγάλου πλοίου είχαν ρυμουλκηθεί μακρυά . Ο κόλπος έχε αποκτήσει φαινομενικά την πρότερη του όψη.
Μπήκε μέσα πλέοντας αργά και φωνάζοντας συνέχεια το όνομά της χωρίς να πάρει απόκριση.
Βγήκε στην ακτή, η κατάσταση εδώ ήταν πολύ χειρότερη.
Η λεπτή ξανθή άμμος είχε μετατραπεί σε μια μαύρη πηχτή λάσπη πού μύριζε έντονα νάφθα και χημικά καθαρισμού, πάνω της νεκρά ψάρια και πουλιά άλλα μισοθαμμένα, άλλα αφημένα ολόκληρα πάνω την άμμο, όλα στο ίδιο μαύρο χρώμα. Σε όλο τον κόλπο κομμάτια πετρελαίου έμεναν να επιπλέουν, όλα μάρτυρες της καταστροφής.
Άρχισε με πολύ κόπο να περπατά στην ακτή, κοιτώντας πότε προς την θάλασσα και πότε προς την ξηρά φωνάζοντας, μέχρι που ένα κάτι που ξεχώριζε από το μαύρο τον έκανε να σταματήσει
Άπλωσε το χέρι του, το τράβηξε από την άμμο.
Ένα μαύρο, απ' το πετρέλαιο πανί κρεμόταν από την άκρη του χεριού του. Ήταν το φουλάρι που της είχε χαρίσει τότε, εκείνη την τελευταία μέρα της άδειάς του πρίν οι υποχρεόσεις του τους χωρίσουν.
Το γνώρισε από το λίγο μπλέ που άφηναν να φανεί οι τεράστιοι μαύροι λεκέδες και αυτός ο ένας μαύρος λεκές που δεν έμοιαζε τόσο γιά πετρέλαιο.
Κρατούσε το φουλάρι μέ τα δυό του χέρια σφικτά.
Τα δάκρυά του, που άρχισαν να πέφτουν πάνω στό πανί όλο και πιό γρήγορα όλο και πιό χοντρά, ξεπλέναν το πετρέλαιο και αποκαλύπταν το μπλέ χρώμα του φουλαριού και το κόκκινο του άλλου λεκέ που δεν έμοιαζε με πετρέλαιο...........



Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Στον κτηνίατρο

Νιαρρρρρρ!!!!!!! Ουφ Ουφ, τί έχω πάθει????
Νιώθω πιασμένος. Τα κοκαλάκια μου πονάνε, η μύτη μου είναι βουλωμένη και ο λαιμός μου, σαν να έχω κάνει γαργάρες με αχινούς.
Ας τεντωθώ λιγάκι.........Νιαουρρρρρρρρρ αχ βάχ τι περνάω ο γάτος................
Ας ξανακοιμηθώ........Νιαρρρρρρ χρρρρρρ φσσσσσ...........
-Έλα Καστράτο, έτοιμο το φαί
-Νιάουμφ, δεν έχω όρεξη. Θέλω να μείνω κάτω από την κουβέρτα......Μιάουφφφφ
-Έλα βρε τεμπελόγατε.........
-Νιαου, τεμπελόγατος???? Εγώ κοιμάμαι μόνο 22 ώρες το 24ωρο, όχι και τεμπελόγατος....Νιουρ
-Καστράτο, Τι έχεις??? να δω.
-Νιαου μπρρρρρ, είμαι χάλια.
-Καλά εσύ καίς, την άρπαξες μου φαίνετε.
-Νιάου μάλλον, κάποιο ρεύμα αχαχαχαχαχαχαχαχαχ
..................................ΛΊΓΗ ΏΡΑ ΜΕΤΆ..............................................................................................
-Λοιπών νεαρέ, έκλεισα ραντεβού στον κτηνίατρο, σε τρείς ωρίτσες θα σε δει ο γιατρός.
-Νιαου, αυτός ο αλμπάνης να δει εσένα. Έτσι είναι οι γιατροί????? Καλέ αυτός το πτυχίο το πήρε νύχτα. Άκου κτηνίατρος αυτός.
-Εεεεεεεελα Καστράτο μου, σου ετοίμασα κάτι ζεστό να πιείς, έλα.
-Νιαουρρρ, ναι καλά οι αγκαλιές μας έλειπαν τώρα. Άσε με κάτω. Α! τι είναι αυτό στο πιατάκι μου??? Ζεστό και ωραίο φαίνετε, να μυρίσω...σνιφφφφ.... Τσάι Κίνας επαρχίας Γιουνάν. Μα καλά αφού το ξέρεις ότι εγώ πίνω Μόνο πράσινο τσάι δυτικής Κεϋλάνης. Νιουφ, τέλος πάντων........γκλίπ γκλίπ γκλίπ, ααααααα!!!!!! τί καλόοοοοοοο... νιάου
-Λοιπόν Καστράτο ώρα να φεύγουμε, έλα στο κλουβάκι.
-Νιάου, μα καλά πιστεύεις πραγματικά ότι χωράω εκεί μέσα.......ΕΕΕΕΕ μην σπρώχνεις, τα πάχη μου τα κάλλη μου θα μου θα μου τα τσαλακώσεις μην σπρώχνεις αχ ουχ......... Τελικά σου πέρασε......Μπήκα.....Ούτε να πάρω ανάσα δεν μπορώ εδώ μέσα....#%*^##^& Νιούμφ!!!!!!!!!!
-Το ξέρεις Καστράτο ότι παραβάρυνες?? Θες δίαιτα.
-Νιάου, δίαιτα να κάνεις εσύ, εγώ απλά έχω λίγα πιασίματα, ενώ εσύ, κοίτα κοιλιά. χαχαχαχαχα...γκουχ γκούχ...
-Νιάου, μην κουνάς το κλουβί έτσι, δεν πάς σε παρέλαση, δεν μεταφέρεις πατάτες γάτο μεταφέρεις και συγκεκριμένα εμένα, σιγά βρε άσχετε......νιαααρρρρρ....Θα ξεράσω ζαλίζομαι....... ααααααααχ τι τραβάω ο γάτος νιάουουουουουου.
-Νιουρ, ωραία θα πάμε με το αυτοκίνητο. Τέλεια.
-Έλα Καστράτο βγες
-Νιάου, μια κουβέντα είναι μισό να ξεσφηνώσω...νιούμφφφφφφ, ααααααχ, και τώρα στην εταζέρα ωωωωπ, ξάπλες, και πού είσαι, βάλε και Οzzy να φτιαχτούμε, αυτός είσαι, γουστάρω. Ξεκινήσαμε, τί ωραία.
-Μαμά κοίτα ένα γατάκι
-Νιάουρ, Τι λες ρε νιάνιαρο, ποιόν είπες γατάκι??? Αν ήταν λίγο πιο ανοιχτό το παράθυρο θα σε συγύριζα εγώ μούλικο, που θα με πεις και γατάκι...
-Καστράτο ήσυχα...
-Νιάου, μα δεν το άκουσες το νιάνιαρο, την μισή μπουκιά, με είπε γατάκι. Τέλος πάντων, ας δώσω τόπο στην οργή. Ααααααααχ. Αιώνια ξάπλαααααχχχχ
-ΝιαΩΩΩΩΩπα....Φανάρι νιούφ
-Καλέ ζωντανό είναι. Κοίτα κοίτα
-Νιούρρρρ. Ναι ρε αποτυχημένη ξανθιά ζωντανός είμαι. Έχεις πρόβλημα????
-Μπορώ να το χαϊδέψω??
-Να σας ανοίξω λίγο το παράθυρο.
-Καλέ είναι τέλειος
-Νιουρρρ. Το ξέρω τίποτε άλλο???
-Νιάου, μάζεψε το ξερό σου από την γούνα μου μην στο κόψω από την ρίζα, μαζέψου κοπέλα μου, σταμάτα να μου ανακατεύεις το τρίχωμα θα μου χαλάσεις την κόμμωση, Άντε στην μηχανή με τον άντρα σου, το φανάρι είναι πράσινο, τσακίδια, ούστ!!!!!
-Νιάου κοίτα ζευγάρι να σου πετύχει, αυτός σαν κακοχυμένος λουκουμάς και αυτή είναι αδύνατη σαν να έχει να φάει μήνες, άσε που φοράει και μίνι. Νιουρ, μίνι κοπέλα μου φοράνε αυτές που έχουν πόδια εσύ ρε πτώμα τί έχεις, μόνο κόκαλα μουαχαχαχαχαχα
-Νιούρ, τί κοιτάς ρε κοπρόσκυλο?? Άντε κυρά μου μάζεψε το ψιλόσπιτο μας πήρε τα αυτιά.
-Νιάου, ευτυχώς αυτή με τον κόπρο πάει ευθεία, εμείς στρίψαμε, μα καλά την είδες μια μούρη, αυτή με τον σκύλο?? Εντελώς σκυλίσια νιάουρρρρ
-Νιαου όπα, άλλο φανάρι. Αααα!!! Κοίτα αυτή, ωραία είναι καλό κομμάτι ε?? Ψιλή στιλάτη. Ωραίο πράμα. Άρε τί φτιάχνει ο Θεός όταν έχει κέφια, κοίτα την άλλη, τί γυαλιά είναι αυτά κοπέλα μου, σαν τρόλεϊ είσαι χαχαχαχα, αμ αυτός, κοίτα πώς είναι, πώς πάει χαχαχαχαχα, σιγά ρε θα σου πέσει κανένα κιλό μαγκιά....χαχαχαχαχα, να κι' άλλη με σκύλο, μα καλά τί βρίσκουν στα σκυλιά, αφού είναι τελείως χαζά. Ξέρουν μόνο 3 γράμματα απ' όλη την αλφάβητο και αυτά με λάθος σειρά "ΓΑΒ"!!!!!!!!!!!!!!!!
-Νιουρ ξεκινάμε πάλι
..................................................................................ΛΊΓΟ ΜΕΤΆ..............................................................
-Φτάσαμε Καστράτο μου, έλα μπες πάλι στο κλουβάκι
-Νιάου, όπως τα λες, κλουβάκι για ένα γάταρο...αχ, ούχ #$%^^^&^*%%%, Ουφ, πάλι εδώ μέσα. Τί στριμωξίδι Θεέ μου νιούμφ
-Καλημέρα στον έφερα να δούμε τί έχει
-Ωραία βάλε τον εκεί
-Έλα Καστράτο βγες
-Νιάου βγαίνω, αχχχχχ ωραία, ας τεντωθώ λίγο νιάχχχχχχχχχχχχχχχ
-Πώ πώ ένα λιοντάρι, καλέ πώς έγινε έτσι?????
-Νιαουρ, κατ' αρχή δεν είμαι λιοντάρι είμαι γάτος, αν εσύ βλέπεις λιοντάρι να πάς σε γιατρό να σου βγάλει τα μάτια να ησυχάσουμε. Ας κάτσω, μάλλον ξαπλώσω, εδώ, φαίνετε άνετα.
-Εύη, σε παρακαλώ φέρε τον γάτο εδώ.
-Νιάου ποιά είναι η Εύη?? Καλέ εσύ είσαι η Εύη, άντε να φας κορίτσι μου που είσαι σαν να ήρθες από τον λιμό της Αιθιοπίας, τι πάς να κάνεις, να με σηκώσεις?? Εσύ καλέ με το ζόρι σηκώνεις τον εαυτό σου νιαουουουουουου, σιγά κοπέλα μουουουουουουουου
-Καλέ είναι βαρύς!!!!!
-Νιούρρρ, φυσικά είμαι βαρύς. Τί σαν και εσένα φτερό στον άνεμο. Καλέ τί κόκκινα μαλλιά είναι αυτά, μουαχαχαχαχαχαχα σαν πυρσός είναι χαχαχαχαχαχαχα νιάου νιάου.
-Ωραία τώρα κράτα του την ουρά σηκωμένη
-Νιάου Ε!!! Τέτοια ουρά σαν την δική μου, πρέπει να την θαυμάζουν. Σας αρέσει έ, Μα τί πάς να κάνεις εκεί με το θερμόμετρο??? πού πάς να το βάλεις??? Έχω καλό όνομα στην γειτονιά εγώ, δεν θα μου το χαλάσεις εσύ, μη γιατί νιουάαααχχχ, ##$%^&^^%%$$#$#$%%^^&&%^%%$$. κακόχρονο να έχεις πανάθεμάσε, γιατρέ της συμφοράς. Πάλι καλά που δεν με είδε κανένας, πωπω ρεζιλίκιιιιιιιιιι νιάουρρρ νιούρρρρ
-Έχει πυρετό, για να τον ακροαστώ
-Νιάου μπα έχεις και στηθοσκόπιο, ωχ άχ είναι κρύο χαχα γαργαλιέμαι χιχιχι
-Μάλιστα, θα του γράψουμε ένα φαρμακάκι και θα γίνει περδίκι
-Ωραία θα πάω να το πάρω αμέσως.
-Δύο φορές την ημέρα, πρωί βράδυ και σε δυό τρείς μέρες θα είναι περδίκι
-Νιάου, τί λες ρε κομπογιαννίτη, να το πάρεις εσύ το φάρμακο να γίνεις βόδι που σου ταιριάζει όχι εγώ ο μέγας και ονομαστός γάτος περδίκι. Άκου πράγματα, να πάρω το φάρμακο να γίνω πουλί. Περδίκι. Α να χαθείς, και εσύ και το άλλο το σκιάχτρο η Εύη. Τί κοιτάς κοπέλα μου που μέσα από τη ρόμπα μου φοράς και σορτσάκι. Άντε φάε να γίνεις άνθρωπος, η λακόστ η μπλούζα σου έλειπε χάλι ε χάλι. Να σε δω το χειμώνα, που θα φυσάει τί θα κάνεις, θα τριγυρνάς με βαρίδια στις τσέπες????
-Ωραία φεύγουμε τώρα. Καστράτο μέσα
-Νιάου #$$%^%%$%$^$^$^&#$^$&$%*&%&(^&^# Μπήκα. Νιούφφφφ
-Τι χρωστάω
-Νιάουρρρ θέλει και λεφτά ο κτηνίατρος της συμφοράς??? Τί τον πληρώνεις??? Αυτός είναι για ανθρώπους όχι για γάτους, ο αλμπάνης ο άσχετος.
-Νιάου αχχχχχ ωραία πάλι στο αυτοκίνητο, ωωωωπ στην εταζέρα, και Ozzy στο cd άψογα
-Νιάου, γιατί σταματήσαμε?? που πάς??? Α, στο φαρμακείο. Αυτός είναι ο φαρμακοποιός???
Χαχαχαχα καλέ αυτός είναι πιο φαρδύς από το γραφείο χαχαχα, οι καρέκλες σου ατσάλινες είναι ρε φαρμακοτρίφτη??? χαχαχαχα, και κοίτα κάτι γυαλιά, σαν παρμπρίζ αυτοκινήτου είναι, ρε τί γέλια.
Νιάου, ρε φαρμακοτρίφτη, κοίτα μην πέσεις γιατί θα γίνει σεισμός ρε γέλια χαχαχα, ρε σύ χωράς μαζί με το νερό στις πισίνες???? χαχαχαχαχα
-Άντε Καστράτο μου, πάμε σπίτι, να πάρεις και το φαρμακάκι σου να γίνεις καλά.
-Σιγά μην πάρω εγώ αυτό. Να γίνω περδίκι. Πτηνό δηλαδή. Να το πιείς εσύ.
-Νιάου κοίτα αυτός με την μηχανή πώς τρέχει. Φίλε θα σε βρούμε στην επόμενη κολώνα, μόνο που εσύ θα είσαι αυτοκόλλητο. Τι βλάκες Θεέ μου.
-Νιούρ, κοίτα την καστανομάλλα που περιμένει στην διάβαση, Κούκλα. Αυτή μάλιστα, να φορά μίνι. Αυτή μάλιστα κύριε, νιαου. Άλλος ηλίθιος, πώς οδηγάς έτσι ρε, κοίτα τι κάνει. Σφήνες. Ναι ρε, έτσι να οδηγάς και θα προκόψεις.
-Νιάου κοίτα το κοπρόσκυλο που τα κάνει. Πάνω στο πεζοδρόμιο. Αυτά τα ζώα δεν έχουν τρόπους τελικά. Εντελώς αμόρφωτα. Αμ το άλλο το ζώο, δεν τα μάζεψε. Τα άφησε πάνω στο πεζοδρόμιο τι βλήμα. Τι άχρηστος. Το ένα ζώο έβγαλε βόλτα το άλλο.
-Φτάσαμε σπιτάκι μας Καστράτο μου.
-Νιάου. Ωραία σπίτι μου σπιτάκι μου, ωραίο κρεβατάκι μου.
-Νιαρχ, τί ωραία να είσαι πάλι σπίτι, ωραία η βόλτα δεν λέω αλλά η ξάπλα άπαιχτη.
-Έλα Καστράτο μου το φαρμακάκι σου
-Νιάρ, σιγά μην το πιώ, πιες το εσύ. Μη όχι ΓΛΟΥΠ ΓΚΑΧ ΓΚΟΥΧ.
-Νιάου μου το έδωσε με το ζόρι. Έχει γούστο να γίνω περδίκι, για να με δω. Γούνα ουρά, κεφάλι πόδια, όλα Ο.Κ. και πούπουλα πουθενά. Ωραία.
-Νιάου πάω να ξαπλώσω. Νιαουουουουρρρρρρχχχχ, τί μέρα και η σημερινή
-Νιαουρχχχχχχχχρρρρρρρρρ φσσσσσσσσσ χρρρρρρρρ φσσσσσσσσσσσσ
....................................



Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

Βόλτες

Περπατάς, πότε στο πεζοδρόμιο και πότε στον δρόμο, χωρίς λόγο και σκοπό, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Τα πόδια κινούνται σχεδόν μηχανικά, πότε το ένα εμπρός και πότε το άλλο, χωρίς θαρρείς να παίρνουν εντολές, σαν να είναι ανεξάρτητα από το μυαλό, απλά κινούνται και σε μεταφέρουν χωρίς να γνωρίζεις που, και από πού.
Θυμάσαι πώς έφτασες μέχρι εδώ??? Από πού πέρασες??? Με ποιους συναντήθηκες??? Τι είδες, ποιους??? Τι σε είδε??? Ποιοι???
Καμία απάντηση δεν σού έρχεται και οι ερωτήσεις μένουν ερωτήσεις.
Δεν σε νοιάζει, Εσύ συνεχίζεις να περπατάς στον δρόμο που εσύ επιλέγεις, η μάλλον τα πόδια σου που σε οδηγούν.
Το κεφάλι άδειο, από σκέψεις αποφάσεις, προβληματισμούς σαν το μυαλό να μην λειτουργεί, λες και έχει πέσει σε μια προσωρινή νάρκη.
Οι δρόμοι αλλάζουν το ίδιο και οι κατευθύνσεις Εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη, έρχονται και φεύγουν σε ένα ζωντανό slide show που προβάλετε ολόγυρά σου. Άνθρωποι σε προσπερνούν, λίγοι σε κοιτάζουν μα εσύ δεν κοιτάζεις κανένα και τίποτα, απλά προχωράς με αργά νωχελικά βήματα ίδια σε τέμπο από την αρχή που ξεκίνησες τούτο τον δρόμο.
Σταματάς. Μπροστά στα πόδια σου απλώνετε μια μικρή λίμνη μέσα στον δρόμο, απομεινάρια από την προηγούμενη βροχή?.............πιος ξέρει.
Σκύβεις και κοιτάς τον εαυτό σου που καθρεφτίζετε παλώμενος μέσα στο νερό.
Κοιτάς το τζιν παντελόνι που φοράς, το πουκάμισο τα διπλωμένα στα μπράτσα μανίκια, τα χέρια σου που κρέμονται δεξιά και αριστερά πάνω στα πλευρά σου.
Αυτός είσαι????
Κουνάς τα δάχτυλα των χεριών, τα βλέπεις να κινούνται στο καθρέφτισμα του νερού.
Είναι τα δικά σου δάχτυλα.
Κάνεις ένα βήμα, τώρα βρίσκεσαι στη μέση της λιμνούλας, ξανακοιτάς την εικόνα που σχηματίζετε και πάλεται όλο και λιγότερο καθώς το νερό ηρεμεί.
Εσύ είσαι αυτός, κοιτάς το είδωλο στα μάτια σε κοιτάει και αυτό.
Ποιο είναι το είδωλο, ποιος κοιτά ποιόν, ποιος καθρεφτίζετε πού, ποιος θα σταματήσει να κοιτά πρώτος????
Κοιτάς στο πλάι, βλέπεις, το πλαϊνό του κορμιού σου, και μετά το άλλο πλαϊνό τα χέρια σου που κρέμονται
Κοιτάς επάνω, το απέραντο γαλάζιο του ουρανού
"Θεέ, πόσο γαλάζιο χάλασες για να μην σε βλέπουμε????"
Πώς σου ήρθε τώρα αυτό??? Πού το διάβασες??? Ποιος το είπε???
Το μυαλό δεν βοηθά, δεν σου έρχεται καμιά απάντηση.
Τα πόδια αρχίζουν και πάλι το νωχελικό τους περπάτημα, αιχμάλωτος τους θαρρείς ακολουθείς, που σε πάνε??? Δεν υπάρχει απάντηση, δεν σε νοιάζει.
Σε λίγο η θάλασσα απλώνετε μπροστά σου. Ένα παγκάκι, προχωράς πρός αυτό, κάθεσαι
Τα κύματα αγωνίζονται να σε φτάσουν, να σε αγγίξουν, δεν μπορούν.
Η θάλασσα σε καλεί με την ιδιόρρυθμη φωνή της να πας σε αυτήν να πλαγιάσεις μέσα της.
Εσύ μένεις στο παγκάκι ακίνητος απλά να κοιτάς.
"Θεέ πόσο χρώμα χάρισες σε αυτό τον κόσμο???"
Ο ήλιος, αρχίζει να κατεβαίνει, βάφεται στα πορφυρά χρώματα της δύσης, και μαζί του κάθε τι γύρω, η θάλασσα, ο ουρανός, η άμμος, οι άνθρωποι, το παγκάκι, εσύ.
Χάνετε σιγά σιγά στο βάθος της, παραβιάζοντας το σύνορο μεταξύ ουρανού και γης, το όριο μεταξύ των δυο μπλε, παίρνοντας μαζί του λίγο λίγο το φως
Οι φανοστάτες των δρόμων ανάβουν, σαν υπάκουοι στρατιώτες παρατεταγμένοι δεξιά και αριστερά σε καλούν να ακολουθήσεις τον δρόμο που ορίζουν. Γυρίζεις, τούς κοιτάζεις να μικραίνουν όσο η απόσταση από εσένα μεγαλώνει μέχρι που χάνονται κάπου μακριά σε ένα ιδιότυπο τέρμα.
Από μακριά έρχεται θόρυβος από μουσική και ανθρώπους που διασκεδάζουν, φτάνει στα αυτιά σου σαν να σε προσκαλούν να πας και εσύ, γυρίζεις και κοιτάς τα πολύχρωμα φώτα να παίζουν στον ρυθμό της μουσικής, μα εσύ μένεις εκεί.
Αλλάζεις θέση, κάθεσαι πια στην πλάτη στο παγκάκι σαν να θέλεις να είσαι πιο ψηλά, να βλέπεις καλύτερα να σε βλέπουν καλύτερα.
Δεν προσέχεις πια τίποτε, ούτε το κύμα που προσπαθεί, μάταια να σε φτάσει, ούτε την θάλασσα, παρά μόνο κοιτάς ψηλά, τα χιλιάδες αστέρια που έχουν ανάψει στον σκοτεινό πια ουρανό.
Διαλέγεις ένα, το πιο φωτεινό και τραβάς γραμμή μέχρι το διπλανό του, μετά άλλη και άλλη και άλλη. Οι γραμμές σχηματίζουν εικόνες, και αυτές ξυπνούν συναισθήματα, συνεχίζεις να τραβάς γραμμές να σχηματίζεις εικόνες μέχρι που όλος ο ουρανός γίνετε μια και μοναδική εικόνα, αυτή τη μοναδική που μόνο εσύ βλέπεις, ίδια με αυτή που έχεις μέσα στήν ψυχής σου.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Ήρθα!!!!!!!!!

Ναι καλοί μου φίλοι.
Γύρισα, και ακόμα αναρωτιέμαι γιατί????????
Έλα ντε. Ιδού το μέγα ερώτημα.
Η Ισπανία είναι εντυπωσιακή, και οι άνθρωποι της μου φάνηκαν αρκετά ευγενικοί.
Σε καμία περίπτωση δεν μας άφησαν αβοήθητους και παρ' ότι δεν ήξεραν γρι Αγγλικά, η άλλη ξένη γλώσσα προσπαθούσαν και τελικά με νοήματα και σκόρπιες στραπατσαρισμένες Αγγλογαλλικοιταλικές λέξεις μας έδιναν να καταλάβουμε, και απομακρυνόμασταν εμείς ευχαριστώντας και αυτοί με ένα χαμόγελο.
Ας αφήσουμε όμως τα πολλά λόγια και ας αρχίσουμε την βόλτα μας στις Ισπανικές πόλεις που πήγα.
Βαρκελώνη



Μια πλευρά, η πιο εντυπωσιακή, κατά την γνώμη μου, από την Εκκλησία της Αγίας οικογένειας (SAGRADA FAMILIA).
Ξεκίνησε να χτίζετε από τον GAUDI το 1890 και μόνο ο θεός ξέρει πότε θα τελειώσει.......

Μια άποψη από ένα κεντρικό δρόμο της Βαρκελώνης (GRAN VIA) που διασχίζει την πόλη από την μια πλευρά μέχρι την άλλη.


Ένα διάσημο κτήριο, η PEDRERA, σχεδιασμένο από τον GAUDI, φαίνεται ε??



Και βέβαια σε παραλιακή πόλη βρισκόμασταν εκείνες τις μέρες και φυσικά κάναμε μπάνιο εδώ, στην PUENTA DEL MAR


Μια γρήγορη επίσκεψη στην Παναγία pilar στην Σαραγόσα

μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή εκκλησία που είναι για τους καθολικούς κατοίκους της Ιβηρικής Χερσονήσου ότι και η Παναγία της Τήνου για εμάς.

Και πάμε στην πρωτεύουσα

ΜΑΔΡΊΤΗ

Πρώτα το πάρκο RETIRO που δεν το είδαμε όλο γιατί στο μισό βγάλανε φουσκάλες τα πόδια μας από το περπάτημα ΟΥΦ!!!!!!!!!!!

Να και η λιμνούλα του πάρκου για τις πάπιες και τα ψαράκια


Το εξωτερικό του μουσείου PRADO


Το ανάκτορο ESCORIAL, που χρησιμοποιείτε πλέων μόνο για επίσημες εκδηλώσεις ιδιαίτερα επιβλητικό.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός ATOCHA της Μαδρίτης όπου εκεί είχε γίνει πριν 8 περίπου χρόνια η επίθεση της αλ καιντα, ιδιαίτερα επιβλητικός τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά όπου υπάρχουν εξωτικά δένδρα, κάτι σαν μίνι βοτανικός κήπος


Και βέβαια σιδηροδρομικός σταθμός χωρίς τραίνα δεν γίνετε

Να λοιπόν ένα που κάνει την διαδρομή Μαδρίτη Βαρκελώνη (570χιλ) σε 2 ώρες και 38 λεπτά ΑΚΡΙΒΩΣ

Και τέλος Βαλένθια, όπου ο ποταμός TURIA αποβλήθηκε από την πόλη για να μάθει να πλημμυρίζει και η κοίτη του έγινε πάρκο με γήπεδα ποδοσφαίρου, μπάσκετ, χώρους αναψυχής βόλτας, ηρεμίας. Εκεί έστησε ο Καλατράβα τα δημιουργήματά του.

Αυτά δηλαδή

Και μη χειρότερα. Τι άλλο θα δούμε!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Και το καταπληκτικότερο όλων

Το ΕΝΥΔΡΕΊΟ

Έργο Καλατράβα και αυτό όπως καταλαβαίνετε.

Να και μέσα

Μέσα στο χώρο του ενυδρείου είναι και το Δελφινάριο, όπου δίνονται φοβερές παραστάσεις με δελφίνια

Και τέλος το Τολέδο, η παλιά πόλη, που απλά σας παραθέτω μια πανοραμική φωτογραφία που αν την συγκρίνετε με τον πίνακα του EL GREKO "Θύελλα πάνω από το Τολέδο" θα δείτε ότι δεν έχει αλλάξει τίποτε.

Η φωτογραφία δεν είναι καλή γιατί την είχα τραβήξει με την φιλμάτη κάμερα, και προσπάθησα να την "ψηφιοποιήσω" φωτογραφίζοντας την με την ψηφιακή αλλά μάλλον το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό. Μπαίνοντας μέσα στην πόλη, και περπατόντας στα στενά δρομάκια της πόλης διαπιστώνεις ότι δεν έχει αλλάξει και πολύ από τον 15-16 ο αιώνα.

Στην φωτο όμως μπορείτε να δείτε δεξια το ALKAZAR (Αλκαθάρ) το παλάτι, όταν η πόλη ήταν πρωτεύουσα της Ισπανίας και τον καθεδρικό ναό, φαίνετε το καμπαναριό περίπου στήν μεση, που εκεί είναι η έδρα της Ισπανικής εκκλησίας.

Η αρχιεπισκοπή ένα πράγμα.

Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στίν Ισπανία, είναι τα τεράστια πεζοδρόμια σε όλες τις πόλεις, και βέβαια η φιλικότητα τους στα άτομα με ειδικές ανάγκες.

Δεν υπάρχει μέρος που να μην μπορεί να πάει μόνος του ένας συνάνθρωπος καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, ακόμα και στην παραλία.

Αυτό για εμένα σημαίνει πολιτισμός

Τώρα όλα αυτά είναι μια ευχάριστη ανάμνηση, αποτυπωμένη σε 580 ψηφιακές φωτό 108 αναλογικές, νέους φίλους μέσα από το γκρουπ που λόγο μεγέθους, 11 άτομα, γίναμε όλοι μια παρέα και περάσαμε υπέροχα.

Να είμαστε καλά και του χρόνου καλύτερα


Κλείνοντας αυτό το ποστ δεν μπορώ να μην σας δείξω και μερικά ακόμα "αξιοθέατα" όπου σας καλώ να ψηφίσετε για να βγάλουμε το καλύτερο....................

1) Σαραγόσα....................

Ναι καλέ η μαυρομάλλα και η ξανθιά

2) ΜΑΔΡΊΤΗ..............


3) Βαλένθια.................




Και τέλος 4) Βαρκελώνη