Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

Μια Ανάμνηση

Σήμερα έτυχε και πέρασα από μια περιοχή που έχω χρόνια να περάσω.
Εκεί έμενε ένας παλιός μου φίλος που τον έχω χάσει πια, και με τον οποίο έχω να μιλήσω χρόνια.
Σε αυτήν την περιοχή έμενε τότε πριν παντρευτεί με τους γονείς του, και λίγα στενά πιο κάτω έμενε η γιαγιά του, η γιαγιά Αγάπη, όπως την έλεγα και εγώ, και ας μην ήταν δική μου γιαγιά.
Αυτήν την γριούλα την είχα γνωρίσει με ένα περίεργο τρόπο.
Ήταν Κυριακή των εκλογών το 1996, αν θυμάμαι καλά, και είχα βρεθεί με αυτό τον φίλο μου στο εκλογικό κέντρο, που ψηφίζαμε.
-Επ τί κάνεις βρε? Ηρθες για ψόφο μου λέει.
-Φτού φτού φτού, πρωί πρωί, όχι, για ψήφο ήρθα.
-Τι λες, πάμε μετά από το δημοκρατικό μας δικαίωμα για καφέ και κερασόπιτα?
-Μπά, έχω να πάω τους δικούς μου σπίτι, και μετά να πάω να πάρω την γιαγιά μου, να ψηφίσει. Ακούς εννενηντακαιβάλε χρονών γυναίκα, θέλει να ψηφίσει, και μου έτυχε εμένα ο κλήρος.
-Έλα καημένε, του λέω, δώσε στούς δικούς σου το αυτοκίνητο, και πάμε να την πάρουμε με το δικό μου. Αντε και έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε. Άντε ξεκούνα.
Αφού με κοίταξε για μερικά λεπτά, πήγαμε στούς δικούς του, και μετά τις σχετικές διαβουλεύσεις, βρεθήκαμε μαζί στό αυτοκίνητο μου στό δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς του.
Μπήκαμε σέ έναν δρόμο, που έλεγες ότι δεν ήσουν στήν Αθήνα του '90.
Σπίτια χαμηλά, με αυλές, πολύχρωμοι κήποι γεμάτοι λουλούδια, και μυρωδιές από αυτές που οι κάτοικοι αυτής της πόλης, τείνουν να ξεχάσουν.
Σταματήσαμε μπροστά σε μια μονοκατοικία με έναν καταπληκτικό κήπο, γεμάτο τριανταφυλλιές, γαρδένιες, γιασεμιά, τακτοποιημένα με τόση μαεστρία που θα έλεγες ότι κάποιος μαιτρ του είδους είχε βάλει το χεράκι του.
Στην δεξιά άκρη της αυλής υπήρχε μια μεγάλη λεμονιά, που άπλωνε τα κλαριά της ολόγυρα, και από κάτω τρείς καρέκλες και ένα τραπεζάκι, όπου καθόταν η γιαγιά του και απολάμβανε τις λιακάδες παρέα με την "Μαρία" και τον καφέ της όπως μου είπε
Ανεβήκαμε τα τρεία σκαλιά της εισόδου και ο φίλος μου χτύπησε την πόρτα.
Μας άνοιξε ένας μπόμπιρας, ίσα με τεσσάρων χρόνων.
-Μαμαααααα, είναι ο .......... και ένας άλλος κύριος.
-Είναι ο γιός τής "Μαρίας", μου είπε, της γυναίκας που μένει μαζί με την γιαγιά.
Ηρθε μια γυναίκα γύρω στά τριάντα και ανοίγοντας την πόρτα μας κάλεσε να μπούμε.
-Περάστε, καθίστε, η γιαγιά είναι έτοιμη, και σας περιμένει.
Μπήκαμε μέσα. Το εσωτερικό του σπιτιού παρέπεμπε σε μια άλλη εποχή. Τα έπιπλα, τα διακοσμητικά, τα φωτιστικά, έλεγες ότι μπήκες σε λαογραφικό μουσείο. Τα πάντα έλαμπαν από καθαριότητα και ήταν τακτοποιημένα με μια εκπληκτική αρμονία.
Πήγαμε στο καθιστικό, εκεί μας περίμενε η γιαγιά του.
Μία ηλικιωμένη γυναίκα, συνταξιούχος δασκάλα, που με τίποτε δεν την έκανες εννενηντακαιβάλε, εξηνταπέντε, εβδομήντα το πολύ, από εκείνες που με μια ματιά σου λένε πώς σε λένε, τη είσαι, και τη μάρκα τσιγάρα καπνίζεις.
Καθόταν σε μια σκουροπράσινη πολυθρόνα και φορούσε ένα σκούρο μπλέ φόρεμα περασμένης μόδας με κεντήματα.
Με το δεξί της χέρι κρατούσε από το πάνω μέρος ένα μπαστούνι με ασημένια λαβή, ενώ το άλλο το είχε ακουμπισμένο στό μπράτσο της πολυθρόνας.
Από πίσω μια βαριά πράσινη κουρτίνα.
Το όλο σκηνικό θύμιζε περισσότερο ζωγραφικό πίνακα παρά την πραγματικότητα.
-Καθίστε παιδιά μου, μας είπε δείχνοντας μας έναν καναπέ, Θα πάρετε έναν καφέ?
Με την λέξη καφέ παλουκωθήκαμε στόν καναπέ, και μόνο την γλώσσα έξω δεν βγάλαμε.
-Να κάτσουμε γιαγιά.
-Μαρία, γύρισε και είπε, θα ψήσεις καφέ για όλους μας κόρη μου?
-Ναι γιαγιά, απάντησε εκείνη και πήγε στήν κουζίνα, να ετοιμάσει τους καφέδες.
-Αυτός ποιός είναι? δεν θα μου τον συστίσεις? είπε στόν εγγονό της.
Με σύστησε και μετά από την σχετική "ανάκριση", που μένεις ποιανού είσαι, τί δουλειά κάνεις, εμείνε σιωπηλή, κοιτώντας επιδοκιμαστικά τον έγκονά της.
Εγώ έμεινα να κοιτάζω γύρω μου σαν χαμένος το σπίτι, καθισμένος αναπαυτικά στόν καναπέ.
-Αν θέλεις να καπνίσεις γιόκα μου, μου είπε ελεύθερα, να, τασάκι έχει πάνω στό τραπεζάκι.
Το να καπνίσω σε ένα τέτοιο χώρο μου φάνικε ιεροσυλία, και δεν μου πήγαινε να λερώσω και το τασάκι, ένα από αυτά τα μεγάλα κρυστάλλινα σκαλιστά τασάκια, που θα άπρεπε κανονικά να βρήσκετε μέσα στήν προθήκη κάποιου μουσείου, μαζί με το τραπεζάκι και το διακοσμητικό ολόλευκο κέντημα που ήταν ακουμπισμένο επάνω.
-Ευχαριστώ, δεν θέλω να καπνίσω τώρα, απάντησα.

Στό μεταξύ η "Μαρία" έφερε τους καφέδες, και πίνοντας μιά γουλιά ο φίλος μου σχολίασε

-Μα καλά βρέ γιαγιά, έπρεπε να βάλεις τα καλά σου για να πάς να ψηφίσεις?

-Μα τί λες παιδί μου, του απάντησε εκείνη, η ψήφος είναι πολύ σημαντικό πράγμα, είναι φωνή λαού, Ξέρεις πόσοι προσπάθησαν να φιμώσουν τον λαό? Ξέρεις πόσες φορές έβαλαν στό στόμα του λαού λόγια που ποτέ δεν είπε? Και τώρα που μπορούμε να μιλήσουμε, να πούμε αυτό που έχουμε να πούμε, εμείς πρέπει να μιλήσουμε, πρέπει να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι αυτοί υπηρετούν εμάς και όχι εμείς αυτούς.


Είναι πολύ σημαντική αυτή η μέρα γιαυτό έβαλα τα καλά μου.

Εμεινα να κοιτώ την "γιαγιά" αποσβολωμένος.

-Αντε, ας πηγαίνουμε τώρα, είπε η "γιαγιά" και σηκώθηκε από την καρέκλα της.

Μπήκαμε στό αυτοκίνητο και πήγαμε στό εκλογικό κέντρο, η γιαγιά Αγάπη μπήκε στό εκλογικό κέντρο και ψήφισε με μια κατανικτικότητα σαν να ήταν σε εκκλησία.

Την πήραμε με τον φίλο μου και την πήγαμε σπίτι της.

Την επόμενη φορά που είδα την "γιαγιά" ήταν περίπου ένα μήνα μετά, όταν γυρνώντας, από το σπίτι του φίλου μου, είδα την "Μαρία" να μεταφέρει τα ψώνια στό σπίτι, ήταν αρκετές σακούλες , και έχοντας και το μικρό μαζί της δεινοπαθούσε στόν δρόμο για το σπίτι.

Προσφέρθικα να τη μεταφέρω, και λίγο μετά βρισκόμουν στό καθιστικό της γιαγιάς, με ένα φλιτζάνι καφέ στό χέρι και ένα κομμάτι κέικ.

Η συζήτηση κάποια στιγμή ήρθε και στά γεγονότα στή γειτονική Γιουγκοσλαβία.

-Είναι κακό πράγμα ο πόλεμος γιέ μου, μου είπε, αναστατώνεται ο κόσμος, γίνονται καταστροφές, οι άνθρωποι τρελαίνονται και κάνουν ανήκουστα πράγματα. Μακάρι να δώσει ο Θεός να σταματήσουν για πάντα και να πάψουν οι άνθρωποι να υποφέρουν από αυτόν, αλλά οι άνθρωποι είναι θηρία παιδί μου, γιαυτό και δεν θα πάψουν ποτέ.

-Να, συνέχισε, η "Μαρία" είναι απ' εκεί, έχασε την οικογένειά της εκεί και για να σωθεί αυτή και το παιδί της, το έσκασε και ήρθε στήν Ελλάδα.

Συζητήσαμε μέ την γιαγιά γιά αρκετή ώρα ακόμα και έφυγα για μια ακόμα φορά εντυπωσιασμένος από αυτή την ηλικιωμένη γυναίκα.

Από τον φίλο μου έμαθα και την ιστορία της "Μαρίας".

Μέ τα γεγονότα στήν Γιουγκοσλαβία είχε χάσει την οικογένειά της και είχε έρθει λαθραία στήν Ελλάδα.

Η γιαγιά την βρήκε στήν είσοδο του απένατη σπιτιού, μούσκεμα από την βροχή της προηγούμενης νύχτας, με το μωρό στήν αγκαλιά να τουρτουρίζει από το κρύο και την μάζεψε στό σπίτι της. Ψυχοκόρη της.

Μέσα σε έξη μήνες ή "Μαρία" όπως την είχε ονομάσει η γιαγιά, είχε μάθει Ελληνικά, Γερμανικά και Ιταλικά από την γιαγιά, και είχε και χαρτιά νόμιμης παραμονής στήν χώρα μας, και εκείνη, η "Μαρία", πρόσεχε την "γιαγιά" σαν να ήταν η δική της "γιαγιά", για να μην πω καλύτερα.

Ο καιρός περνούσε και εγώ όποτε έβρισκα ευκαιρία επισκεπτώμουν την "γιαγιά", και πάντα έφευγα από εκεί εντυπωσιασμένος από αυτά που έλεγε, λόγια γεμάτα σοφία, από την εννενηντακεβάλε εμπειρία της στήν ζωή.

Ο φίλος μου κάποια στιγμή παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του, και μοιραία αρχίσαμε να χανόμαστε, οι βόλτες που κάναμε σταμάτησαν, τα τηλέφωνα αραίωσαν, και όπως ήταν φυσικό έχασα και την επαφή μου με την εκπληκτική γιαγια του.

Κάποια στιγμή πήρα τηλεφωνώ τον φίλο μου, να δω τί κάνει. Τον βρήκα αναστατωμένο.

Ξέρεις, μου είπε, η γιαγιά πέθανε εχθές και ετοιμαζόμαστε για την κηδεία της σήμερα......,

Αφού ζήτησα λεπτομέρειες για το που και τί ώρα, ετοιμάστηκα και πήγα και εγώ.

Ήθελα να αποχαιρετίσω αυτήν την γριούλα, που τόσο πολύ με εντυπωσίαζε με αυτά που έλεγε, και την στάση ζωής της.

Εφτασα στήν εκκλησία, του κοιμητηρίου, μπήκα μέσα και χαιρέτησα για τελευταία φορά την γιαγιά, δίπλα στό φέρετρο, ή Μαρία με το μικρό να την κρατά από την μακριά φούστα που φορούσε, να κλαίει σπαρακτικά την γιαγιά που έχασε, και πιο δίπλα οι λοιποί συγγενείς να συζητούν τα κληρονομικά και να ψάχνουν τρόπους να ξεφορτωθούν την πουτάνα, έτσι αποκαλούσαν την "Μαρία", που υπήρχε περίπτωση ή γριά να της είχε αφήσει το σπίτι.

Αυτή όμως νοιαζόταν μόνο για τον άνθρωπο που έχανε, και έμενε εκεί, πάνω από το φέρετρο να κλαίει, και όταν μετέφεραν την γιαγιά στήν τελευταία της κατοικία και την τοποθετούσαν σε αυτήν, ή "Μαρία", η πουτάνα, όπως την αποκαλούσαν οι λοιποί συγγενείς, λιποθύμησες δυό φορές από τις φωνές και τα κλάματα, ενώ κάποιοι άλλοι, συγγενείς συζητούσαν ακόμα τα κληρονομικά και συμφωνούσαν στά μελλοντικά σχέδια τους.

Στό καφενείο η "Μαρία" δεν ήρθε, έμεινε εκεί, σαν στήλη άλατος με το μικρό της γιό να την κρατά από την φούστα της, να μοιρολογεί την γιαγιά, την οικογένεια που ο Θεός τής πήρε για δεύτερη φορά.

Η "Μαρία" γύρισε σπίτι, και απ' ότι έμαθα από τον φίλο μου, μάζεψε τα πράγματα της και το μόνο που πήρε από το σπίτι, ήταν μια φωτογραφία τής γιαγιάς και χάθηκε, μόνο στήν ημέρα του θανάτου της γιαγιάς εμφανίζετε, και αφήνει πάνω στό κρύο μάρμαρο του τάφου της λίγα λουλούδια, και τελικά είναι ή μόνη που έμεινε να θυμάτε την "γιαγιά", και να την επισκέπτετε κάθε χρόνο την ίδια μέρα, όσο για το σπίτι έμεινε εκεί να ρημάζει μόνο και απεριποίητο.

Σήμερα, μετά από χρόνια, που πέρασα από εκεί το σπίτι τής γιαγιάς δεν υπήρχε, όπως και πολλά από τα μικρά σπιτάκια με τους κήπους, που έκαναν τον δρόμο αυτόν να ξεχωρίζει μέσα στό γκρίζο της πόλης, εξαφανίστηκε, και στήν θέση του υπήρχε μια πολυκατοικία.

Κοντοστάθηκα, και θυμίθηκα, το σπίτι με τον εκπληκτικό κήπο, και την ξεχωριστή κάτοικό του, που τίποτε πια από αυτά δεν υπήρχε, παρά μόνο στήν μνήμη μου και στίς καρδιές τών ανθρώπων που είχαν γνωρίσει, και αγαπήσει αυτόν τον εκπληκτικό άνθρωπο.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

Σουηδός Μάγειρας

Εχμ, λοιπόν, επειδή έχω δει ότι πολύ ασχετίλα πέφτει γενικά στην περιοχή σχετικά με την μαγειρική, προσκάλεσα στο Blog μου έναν διάσημο Σουηδό σεφ να σάς δείξει μερικές συνταγές μαγειρικής.

Ας αρχίσουμε με κάτι απλό και γρήγορο ΑΥΓΆ




Συνεχίζουμε με HOT DOG




Κεφτεδάκια




Μία Σαλάτα, απαραίτητη σε κάθε τραπέζι,




Και φυσικά γλυκό. ΝΤΟΝΑΤΣ




Ελπίζω το μάθημα να σάς φανεί χρήσιμο

Καλημέρα και καλή όρεξη

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

Ξεφύγαμε ρεεεεεεεεε!!!!!!!!!!!! Δεν πάω καλαααααα

Πήρα μια πρόσκληση από την φίλη blogger Roadartist, να λάβω και εγώ μέρος στο παιχνίδι για το που θα ήθελα να δω γραμμένο, "μην γελάτε ρε, τι αστείο είπα?" το blog μου.
Να λοιπόν τα αποτελέσματα και μη χειρότερα.
Τα είδα και εγώ και έκανα τον σταυρό μου!!!!!!!!!!!
Έχουμε λοιπόν και λέμε








Και έχει και άλλο μην σταυροκοπιέστε ακόμα












Και το τελειωτικό χτύπημα είναι αυτό





Εγώ τώρα πάω γιά τα χάπια μου. Περαστικά μου
Μπουαχαχαχαχαχαχαχαχαχα

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2007

Μία αγάπη ακόμα.....Μερος Βου

..Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, και εκείνη ξύπνησε, άνοιξε τά μάτια, και γύρισε να δεί. Ηταν μόνη, μέσ' το δωμάτιο, ακουγόταν χαμηλά μουσική από το σαλόνι, σηκώθηκε από το κρεβάτι και τυλίχτηκε με το σεντόνι.

Αυτός την άκουσε, χτύπησε την πόρτα, και μπήκε μέσα στό δωμάτιο.

Την έπιασε από το χέρι, το σεντόνι έπεσε στό πάτωμα αποκαλύπτοντας το γυμνό κορμί της.

-Έλα, το μπάνιο είναι έτοιμο, της είπε,και την οδήγησε μπροστά σε μια γεμάτη και αρωματισμένη μπανιέρα.

Την πήρε στά χέρια και την ακούμπησε μαλακά μέσα, έβγαλε τα ρούχα του, και μπήκε και αυτός. [Τώρα είναι ευκαιρία. πνίχτη να τελειώνουμε Μπουαχαχαχαχαχαχα]

Άρχισαν να τρίβονται με το σφουγγάρι και κατέληξαν να παίζουν γελόντας, βρέχοντας ό ένας τον άλλο και κάνοντας φούσκες με τους αφρούς.

Βγήκαν έξω [ΕΕΕΕΕ! Ρε συ ερωτευμένος είσαι? Ξέχασες να την πνίξεις!!!] στέγνωσαν και ντύθηκαν, εκείνη ετοίμασε πρωινό και έβαλε του γάτου φαϊ στό πιατάκι του. [ Πώς!!!! σλούρπ, γάλα με μπέικον για πρωινό? Προσπαθείς να με δωροδοκήσεις ΕΕΕΕ!!!! Να έχεις την ευαρέσκεια μου ΕΕΕΕΕ!!!! Ε μάθε, χλάπ, ότι, χλούπ, δεν αγοράζομαι, μανχ, εγώ, σλούρπ, νοστιμότατο χλάπ, ή μήπως αγοράζομαι νιάμ, τέλος πάντων, θα έχεις την ευαρέσκεια μου όσο εγώ θα, χλουπ σλουρπ, έχω μπέικον γιά πρωινό]

Αργότερα βγήκαν έξω γιά μεσημεριανό φαγητό, και τό απόγευμα τους βρήκε σε ένα παγκάκι αγκαλιά να βλέπουν αμίλητοι το ηλιοβασίλεμα.

Ένα ηλιοβασίλεμα γεμάτο χρώματα, λες και η φύση το είχε ετοιμάσει ειδικά για αυτούς.

Λίγο αργότερα την πήγε σπίτι της.

-Ενιωσα σαν πριγκίπισσα, ήταν το ομορφότερο Σαββατοκύριακο της ζωής μου, του είπε, τον αγκάλιασε, και του έδωσε ένα γλυκό, ζεστό φιλί που διήρκισε αρκετά λεπτά.

Γύρισε σπίτι, μπήκε μέσα, το σπίτι ακόμα μύριζε το άρωμά της, κάθισε στόν καναπέ, έβαλε μία μουσική στό cd, και αφού άναψε ένα τσιγάρο άρχισε να ονειροπολεί [σιγά χριστιανέ μου, θα κολλήσουμε από τα μέλια, σιγά συγκρατήσου. Ερε τι πάθαμεεεεεε. Ο γατοΘεός να βάλει το χέρι του μην πάθουμε καμιά λαχτάρα]

Πέρασε καιρός από κείνο το Σαββατοκύριακο, ακουλούθισαν και άλλα μαγευτικά, συναρπαστικά σαββατοκύριακα, εκείνος κυριευμένος από έρωτα, την πρόσεχε, και έκανε, τα πάντα για να την κάνει να είναι χαρούμενη, όπως τις έλεγε και ο ίδιος, "είναι καθήκον μας να σας δίνουμε κάθε μέρα έναν καλό λόγο να χαμογελάτε".[Μπούρδες, ερωτικές χαζομάρες, έχει γούστο να μας την κουβαλήσει και στό σπίτι]

Κάποια στιγμή της πρότεινε να μείνουν μαζί, και εκείνη δέχτικε. [Οχιιιιιιιιιιιι!!!! όχι ρε @#$%^&^%*%$###@@@@@%$^&#@$%^&*&&&^%%$$, την γκαντεμιά μου].

Άρχισαν να ζουν μαζί, στό ίδιο σπίτι, και να χαίρονται τον έρωτά τους, κάτω από την ίδια στέγη. [Αηδίες, Πήρε την θέση μου στό κρεβάτι χωρίς να με ρωτήσει, άλλαξε θέση στο πιάτο μου και το καλαθάκι μου, γύρισε την πολυθρόνα μου, και δεν βλέπω πλέον TV, και το χειρότερο όλων, ΛΕΕΙ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΧΟΝΤΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙ ΔΙΑΙΤΑ. Θα την καθαρίσω την σκρόφα, άκου δίαιτα. Θα την πετάξω από το μπαλκόνι κάτω θα θα θα @#$%$^&&@@@ γκρρρρρρρρρ]

Όλα έδειχναν να είναι ιδανικά, είχαν πάει πολλές φορές σπίτι της, τον είχαν γνωρίσει οι δικοί της και, άρχιζαν σιγά σιγά να σχεδιάζουν το μέλλον τους.

Ένα μέλλον όλο χρώματα, όλο χαρές, γεμάτο αγάπη, και παιδικές φωνούλες [Ναι τώρα εκτός από τον φιόγκο που μου φόρεσε με το έτσι θέλω, οι παιδικές φωνούλες μας έλειπαν. Να τα έχω εδώ μέσα, να μου τραβάνε τα μουστάκια, την ουρά, τα αυτιά....Αμ δε σφάξανε..δεεεεεν κατάλαβαν καλά, θα λάβω μέτρα, αυστηρά αστυνομικά μέτρα θα βάλω τάξη εγώ]

Ένα βράδυ γύρισε από την δουλειά, έβαλε το κλειδί στήν πόρτα και μπήκε μέσα.

Την φώναξε, χωρίς να πάρει απάντηση, δεν ήταν εκεί, έβγαλε το κινητό του, και την κάλεσε.

Αυτό αφού κάλεσε κάποιες φορές, ακούσε στό τέλος, πώς ή κλήση του προωθούνταν.

-Κάπου θα είναι και δεν πιάνει, σκέφτηκε, πήγε στήν κουζίνα και ετοίμασε το βραδινό του φαγητό, γύρισε στό τραπέζι της κουζίνας μέ τά πιάτα και είδε πάνω του έναν φάκελο.

Άφησε τα πιάτα, πήρε τον φάκελο τον άνοιξε και άρχισε να διαβάζει το σημείωμα που είχε μέσα του.

Φεύγω, του έγραφε,[Σοβαρά, έφυγε? στά τσακίδια, στό χαμό να πάει ΟΥΣΤ ΒΡΕ ΟΥΣΤ] δεν μπορώ να μείνω άλλο μαζί σου, ξέρω ότι με αγαπάς, αλλά εγώ δεν είμαι πλέον ερωτευμένη μαζί σου. Η δουλειά σου, που δεν σου επιτρέπει να είσαι όσο χρόνο θα ήθελα να είμαστε μαζί, και το μεγάλο παιδί που έχεις μέσα σου ήταν πράγματα που δεν τα μπορούσα.[Έτσι είμαστε και άμα σου αρέσει] με έκανες να ζήσω υπέροχες στιγμές, και σε ευχαριστώ για κάθε μία, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε άλλο μαζί, [Τσακίδια] σε παρακαλώ μην ψάξεις να με βρείς,[Εδώ είδαμε και πάθαμε να σε ξεφορτωθούμε, τί λέει ρε αυτή] γειά σου. [ΓΚΡΕΜΟΣ!!!!]

Εριξε μια ματιά στό σπίτι. Τίποτε δικό της δε υπήρχε πια εκεί, Τα συρτάρια της ήταν άδεια, τα προσωπικά της αντικείμενα, τα πάντα, ότι ήταν δικό της έλειπε, και το κλειδί που τής είχε δώσει ήταν μέσα στόν φάκελο. [Πω πωωω χαρές, θα ανάψω μια λαμπάδα στόν γατοΘεό Ναααα, Τόση με το συμπάθιο.]

Τό σπίτι ήταν σαν να μην είχε έρθει ποτέ εκεί, εκτός από το άρωμα.

Εκείνο το λεπτό ανάλαφρο άρωμα που και αυτό σιγά σιγά άρχισε να ξεθυμαίνει και να χάνετε. [Σιγά την πατσουλί, που την μύριζες και σου ερχόταν λιποθυμία]

-Μάλιστα, ψιθύρισε, πάλι μόνος, τί να κάνουμε, παρά ήταν τέλειο για να 'ναι αληθινό.

[Ααααχχχχ, τί ωραία, θα ξανακοιμηθώ στό κρεβάτι, στίς μυρωδάτες σεντονάρες, στήν μαλακή παπλωματάρα στήν ανεσάκλα μου, τέλεια, υπέροχα, θα ξαναγυρίσει η πολυθρόνα μου να βλέπω TV και μπράβο βγάλε μου αυτόν τον ηλίθιο φιόγκο, και ναι στά σκουπίδια σε παραδέχομαι, ααααχχ το φχαριστήθηκα.]

Τσαλάκωσε το σημείωμα, και το πέταξε στά σκουπίδια, πήγε στό σαλόνι έβαλε ένα ποτό κάθισε στόν καναπέ πήρε τον γάτο του αγκαλιά, και από το cd ακουγώταν.

Μερικούς μήνες μετά.

Σε έναν σταθμό του μετρό αυτός περιμένει το τρένο καθισμένος σε μια καρέκλα στήν αποβάθρα. παίζει ένα παιχνίδι στό κινητό του.

Το τρένο έρχετε και αυτός με γρήγορο βήμα μπαίνει και κάθετε σε ένα κάθισμα, το τρένο ξεκινά, αυτός συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι.

Στόν επόμενο σταθμό μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο και μια γνωστή φυσιογνωμία μπαίνει στό τρένο, και πάει και κάθετε στό απέναντι του κάθισμα.

Είναι εκείνη, ξανθιά πλέον [ΑΑΑΑΑΑΑ! Έτσι εξηγούνται όλα, πες μας το ντέ από την αρχή]

είναι το μόνο που έχει αλλάξει επάνω της, αυτή τον κοιτάζει επίμονα ενώ αυτός ασχολείτε μέ το παιχνίδι στό κινητό του, αυτή λέει το όνομά του, αυτός γυρίζει το κεφάλι αργά και την κοιτάζει.

-Είσαι καλά? τον ρωτά

-Πώς είπατε?

-Α τίποτε συγγνώμη, αποκρίθικε ρίχνωντας το βλέμμα της χαμηλά.

Το τρένο σταματούσε, αυτός σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. Ήταν ώρα να κατέβει.

Κατέβηκε από το τρένο και προχώρησε προς την έξοδο χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του, ενώ ένα τραγούδι συνόδευε τα βήματά του

καί συνέχισε να προχορά με βήμα σταθερό χωρίς να ρίξει, ούτε μιά ματιά πίσω του.

Ουτε μία.

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

Μια αγάπη ακόμα....Μέρος α'

Γύρισε σπίτι, μετά την Σαββατοβραδυνή έξοδο, έβγαλε το σακάκι του και το άφησε στόν καναπέ, κάθισε και αυτός εκεί, και άναψε ένα τσιγάρο.

Ο τεράστιος μαλλιαρός γάτος του[Γάτος> Μέραααα], ήταν ξαπλωμένος λίγο πιο δίπλα.

Τον χαΐδεψε στό κεφάλι και σιγομουρμούρισε "καλά περάσαμε, άψογα" [Γάτος > Τι θα γίνει θα φάμε, έχω φάει μόνο 7 φορές σήμερα].

-Έλα να σου βάλω να φάς, του είπε, ο γάτος με την λέξη φαϊ πετάχτηκε και πήγε στο πιάτο του, [Γάτος > Επιτέλους γιουμ σλούρπ] έβγαλε το κουτί με τις κροκέτες από το ντουλάπι και γέμισε τό πιατάκι του γάτου, [χράτς χρούτς, πάλι ελάφι??? τέλος χράτς πάντων μανχ από την χλάπ αναβροχιά χραούτς...] και γύρισε στόν καναπέ, τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο και είπε του γάτου, σιγά βρε θα σκάσεις, λαίμαργε. [το καλό φαϊ είναι υγεία χρουτς]Πήρε το κινητό του στό χέρι και έγραψε ένα μήνυμα "Σε ευχαριστώ πολύ για την υπέροχη βραδιά. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά. Φιλιά".

Το έστελνε σε εκείνη την φίλη της αρραβωνιαστικιάς του καλύτερου του φίλου που είχε γνωρίσει τις προάλες στά γενέθλιά του.

Μία καστανή κοπέλα, όχι εντυπωσιακή, αλλά αυτού είχε κάνει εντύπωση, του άρεσε, και στό τέλος της βραδιάς είχαν αλλάξει τηλέφωνα, και είχαν πει να ξαναβρεθούνε, κάτι που έγινε σήμερα, και μέχρι πριν από λίγη ώρα ήταν μαζί της.

Ο ήχος που ακούστηκε μέσα στήν ηρεμία της νύχτας σήμανε πώς ένα μήνυμα του είχε έρθει. [Ποιός διάολος νυχτιάτικα?]

Πήρε το κινητό στά χέρια του και διάβασε "Ήταν και για εμένα μια υπέροχη βραδιά, ευχαριστώ τα ξαναλέμε καληνύχτα. φιλιά". [ποιός ήταν? η πιτσαρία? το σουβλατζίδικο? Α! κανένας, ΟΥΦ. πάω στήν πολυθρόνα μου οοοοοπ!]

Χαμογέλασε, καληνύχτα ομορφιά, σιγοψιθύρισε και σηκώθηκε όρθιος.

- Ας πάω και εγώ για ύπνο είπε στόν εαυτό του και πήγε στήν κρεβατοκάμαρα, ο γάτος τον ακολούθησε. [Ερχομαι και εγώ, και μην γυρίσεις απότομα το βράδυ και με πλακώσεις όπως εχθές έτσι?].

Η Κυριακή είχε ξημερώσει, αυτός κοιμόταν ακόμα, όταν το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά [ποιός κερατάς πρωϊ πρωϊ, Στόν ύπνο του μας έβλεπε, που να του καεί το DVD του λεχρίτη] αυτός σηκώθηκε και πήγε να το σηκώσει.

-Ναι.

-Καλημέρα, σε ξύπνησα?

-Οχι, όχι. Έχω σηκωθεί και έφτιαχνα καφέ. Τι κάνεις?[Τι λες ψέματα βρε αφού κοιμόμασταν στείλε τον στο διάολο που μας ξύπνησε!!!!!]

-Καλά, μπορεί να σου φανεί περίεργο, αλλά να σε πήρα γιατί ήθελα να σε ακούσω

-Καλά έκανες, της είπε, και ξέρεις με πρόλαβες, γιατί είχα σκοπό να σε πάρω.

-Αλήθεια

Η συζήτηση συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ακόμα [Τελείωνε πρέπει να φάω πρωινό, πεινάω σου λέω, ΤΕΛΕΙΩΝΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ] και στό τέλος συμφώνησαν να βρεθούν το βραδάκι.

-Λοιπών, ώρα για πρωινό, γέμισε το πιατάκι του γάτου γάλα, [καλά ε! και το πρώτο πρωινό. Γάλα με κρουασαν σοκολάτα σλουρπ] ετοίμασε τον καφέ του, έβαλε το CD να παίζει και πήγε στό μπαλκόνι να απολαύσει την πρωινή λιακάδα. [nights in white saten, τραλλλαλα, και οοοοπ στην πολυθρόνα ξάπλα ευφραίνει τη καρδιά μου αααααααχχχχχ]

Η μέρα πέρασε και πλησίαζε ή ώρα του ραντεβού, αυτός κατεβηκε κάτω και πήρε το αυτοκίνητό του να πάει να την βρεί, πρώτα όμως πέρασε από το ανθοπωλείο της γειτονιάς.

-Πέντε κόκκινα τριαντάφυλλα, είπε του ανθοπώλη, με μπλέ κορδέλα φιόγκο στην μέση.

Τα πήρε, τα έβαλε προσεκτικά στό πίσω κάθισμα και πήγε να την πάρει.

Σταμάτησε στόν σταθμό του μετρό, την ώρα που εκείνη έβγαινε από αυτόν.

Είδε το αυτοκίνητό του, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και μπήκε μέσα.

-Καλός την, βρήκες ταινία να πάμε να δούμε? την ρώτησε,

-Βρήκα, και πιστεύω ότι θα αρέσει και σε εσένα.

-Ωραία και μετά για ποτάκι.

Εγνεψε καταφατικά αυτή, και ξεκίνησαν την βραδιά τους.

Ήταν πια αργά, αυτός και αυτή γύριζαν στό αυτοκίνητο, μπήκαν μέσα.

-Ξέρεις, σου έχω πάρει κάτι, της είπε.

-Τί μου πήρες? έκανε αυτή έκπληκτη.

Χωρίς να τής πει άλλη κουβέντα παίρνει τα λουλούδια από το πίσω κάθισμα και της τα δίνει.

-Δεν το πιστεύω! Μου πήρες λουλούδια! Χριστέ μου τι όμορφα, και τι ωραία που μυρίζουν, Σε ευχαριστώ τί ωραία, που είναι, είπε και τό πρόσωπό της φωτίστηκε από χαρά.

-Ξέρεις, τα λουλούδια συνοδεύονται και από κάτι ακόμα

-Τί πράγμα?

-Αυτό, της είπε και την τράβηξε μαλακά και την φίλησε.

Αυτή τον κοίταξε χαμογελώντας αμήχανα.

-Μπορείς να με πάς τώρα σπίτι, γιατί είναι αργά και αύριο έχω να σηκωθώ νωρίς.

-Ο.κ. πάμε.

Σε όλη την διαδρομή κρατούνταν χέρι χέρι.

Όταν εφτασαν, αυτός πάρκαρε, και ακόμα της κρατούσε το χέρι.

-Θα με αφήσεις να φύγω του είπε.

Εκείνος άνοιξε μια μεγάλη αγκαλιά, την τράβηξε μέσα και ένα γλυκό φιλί ζέστανε τον χώρο και τις καρδιές τους.

Εκείνη έφυγε, αυτός έβαλε εμπρός και τράβηξε για το σπίτι του χαμογελώντας χαζά, έχοντας ακόμα την γεύση της στό στόμα του, και την ζεστασιά της στήν καρδιά του.

Έβαλε το κλειδί στήν κλειδαριά και μπήκε στό σπίτι, ο γάτος τον περίμενε δίπλα στην πόρτα.

[Έφερες τίποτε να φάω? Κατάλαβα, πάλι κροκέτες] γέμισε το πιατάκι του γάτου[ μανχ κρατς κρουτς Σολομός χράτς καλός είναι, να είχαμε και λίγο χαβιάρι κρούτςς χλάπ], και πήγε για ύπνο.

Η εβδομάδα πέρασε με τηλέφωνα ανταλλαγές μηνυμάτων με γλυκόλογα καρδούλες και δυό ακόμα συναντήσεις, ήταν πια ένα ωραίο ζευγάρι.

Το Σάββατο το απόγευμα, είχαν πει να βρεθούν.

Πήγε σπίτι της να την πάρει, σταμάτησαν σε ένα ωραίο παραλιακό καφέ και κάθισαν.

Άφησαν την ώρα να περάσει αγκαλιασμένοι, απολαμβάνοντας την θέα, και τον απογευματινό τους καφέ.

-Πεινάς, την ρώτησε.

-Ναι, απάντησε αυτή

-Θαύμα, πάμε να φάμε.

Μπήκαν στό αυτοκίνητο και αυτός άρχισε να οδηγεί.

-Πού θα με πάς?

-Θα δεις

-Μα πες μου

-Δεν σου λέω

-Καλά

Εφτασαν σπίτι του, έβαλε το αυτοκίνητο στήν πιλοτή, και κατεβηκαν.

-Εδώ μένεις ?

-Ναι, και εδώ θα φάμε, της είπε.

Ανεβηκαν πάνω στό σπίτι.

-Α! είναι πολύ ωραίο,

-Ελα να δείς, της είπε και την τράβηξε στήν τραπεζαρία.

Στήν τραπεζαρία το τραπέζι ήταν έτοιμο στρωμένο.

Ένα λευκό τραπεζομάντιλο είχε σκεπάσει το τραπέζι, και όλα ήταν στην θέση τους.

Την μέση του τραπεζιού διακοσμούσαν ένα ασημένιο κυροπύγιο με τρεία κεριά, και γύρω από αυτό ασπροκόκκινα λουλούδια.

Τα πιάτα και τα πιρούνια ήταν με την σειρά τους, προσεκτικά τακτοποιημένα, και στήν πλευρά που αυτή θα καθόταν είχε βάλει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο πάνω στήν πετσέτα της.

[ Οπ ναμαι και εγώ. Ούπς. Ποιά είναι αυτή? Θεέ μου ένα μάτσο κόκαλα τυλιγμένα με δέρμα.

Μη χειρότερα, ούτε για σούπα δεν κάνει.]

-Αχου τι όμορφος γατούλης, έσκυψε και τον χαΐδεψε [Μαζέψου κυρά μου, σήμερα πήγα κομμωτήριο θα μου χαλάσεις το κουπ]

-Καλέ, τι μαλακούλης που είναι?[Ποιόν είπες μωρή μαλακούλη εμένα? Μαλακούλα να σε πει το πρώτο σου παιδί, α να χαθείς κάρυα. Φεύγω μην κάνω έγκλημα!!!!]

Την έβαλε να καθίσει, αυτή πήρε το τριαντάφυλλο στά χέρια της και άρχισε να το παίζει μηχανικά, αυτός άρχισε να σερβίρει, και μετά κάθισε και αυτός στήν διπλανή θέση

Αφού τελείωσαν, μάζεψαν και οι δύο τους το τραπέζι, και έκατσαν στό σαλόνι.[Καλά έφαγες το φαϊ μας πλύνε και κανένα πιάτο ανεπρόκοπη]

Της έβαλε ένα ποτό και ένα CD άρχισε να παίζει.

Εκείνος άφησε το ποτήρι, στό τραπέζι τού σαλονιού και την πήρε να χορέψουν.

Η ατμόσφαιρα είχε γίνει έντονα ερωτική και βρέθηκαν γυμνοί να χορεύουν το τραγούδι.

Την πήρε στά χέρια του και την πήγε στήν κρεβατοκάμαρα. [Σιγά ρε θα σπάσετε το κρεβάτι και είμαι από κάτω, Ωχ τί τραβάω ο γάτος, τι σκούζεις μωρή, πρώτη φορά(το έκοψε η λογοκρισία) πωπώώώ ρεζίλι θα γίνουμε στήν γειτόνιάάάάάά, Σκάσε μωρή σκάσε, που κακόχρονο νά' χεις βούλωσε το πλάνταξε πια......Δυό ώρες μωρή(το 'κοψε η λογοκρισία) δέν χόρτασες πια, και σκάσε, σκάσε, βούκινο γίναμε στήν γειτονιά, Σκασε επιτέλους μπάάάάάά]

Αποκαμωμένοι πια και οι δύο βρέθηκαν να κοιμούνται αγκαλιασμένοι, σε έναν υπέροχο ύπνο μέ ένα κοινό όνειρο.

[Επιτέλους ησυχία, ας πάω και εγώ στό κρεβάτι για ύπνο αχαχαχαχαχαχ....Ε! Τί κάνει αυτή στήν μεριά μου. Γιατί κοιμάσαι εδώ μωρή? Σπίτι δεν έχεις? από νεροχύτη γεννήθηκες, αν ήθελες να κοιμηθείς εδώ να κοιμόσουνα στό καλαθάκι, όχι στο κρεβάτι. ΑΑΑΑΑ!!! δεν θα τα πάμε καλάάάάάάάά]

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2007

Μια απάντηση

Άνοιξε τα μάτια του, και κοίταξε το τοπίο που τον περιέβαλλε.

Ήταν ξαπλωμένος στο παχύ γρασίδι που ήταν στρωμένο σαν χαλί πάνω στο αφράτο χώμα, μπροστά του υπήρχε ένα μικρό ποτάμι με κρυστάλλινο γάργαρο νερό που κυλούσε αργά.

Δεξιά και αριστερά υπήρχαν ψηλά δένδρα που έριχναν την δροσερή σκιά τους ολόγυρα.

Έμεινε ξαπλωμένος να κοιτά τις κορυφές των δένδρων που κινούνταν αργά σαν να χόρευαν στις προσταγές του ανέμου, ένα αισθησιακό βαλς

Μία σιγανή φωνούλα τον έκανε να γυρίσει να κοιτάξει προς το μέρος που ακούστηκε

Ένα ζευγάρι, μια γυναίκα και ένας άνδρας στέκονταν όρθιοι, λίγο πιο μακριά.

Η γυναίκα κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. Μαζί τους ήταν και ή κοπέλα του, που με τα μακριά καστανά μαλλιά της έκανε παιχνίδια στο μωράκι και εκείνο γελούσε και άπλωνε προς το μέρος της τα μικρά του χεράκια, και εκείνη χαμογελούσε και χαιρόταν την σκηνή.


Τον κοίταξε και του χαμογέλασε.


Την κοίταξε, τι όμορφη που ήταν. Ποτέ δέν την είχε ξαναδεί τόσο όμορφη και λαμπερή. Της χαμογέλασε και αυτός, εκείνη γύρισε και άρχισε να παίζει πάλι με το μωράκι και να συζητά με την γυναίκα που το κρατούσε στην αγκαλιά της, εκείνος σηκώθηκε, και έψαξε στην τσέπη του, έβγαλε από μέσα ένα πακέτο χαρτομάντιλα και πλησίασε στο ποτάμι.


Γονάτισε και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, και το σκούπισε με ένα χαρτομάντιλο, σηκώθηκε ξανά όρθιος, έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα του και άναψε ένα.


Ρούφηξε απολαυστικά τον καπνό και έβγαλε μερικά δαχτυλίδια καπνού από το στόμα του, γύρισε και άρχισε να περπατά αργά προς το ζευγάρι και την κοπέλα του.


-Καλησπέρα. είπε και τράβηξε μαλακά την κοπέλα του την έπιασε από την μέση και της έδωσε ένα φιλί. Κοίταξε το μωρό. Τι όμορφο που είναι να σας ζήσει, είπε στο ζευγάρι. Εγώ θα πάω να περπατήσω λίγο θα έρθεις ρώτησε την κοπέλα του.


Όχι θα μείνω να παίξω λίγο ακόμα με το μωράκι.


Καλά, θα τα πούμε σε λίγο της είπε, της χάιδεψε τα μαλλιά και της τα φίλησε.


Εκείνη χαμογέλασε, κόκκινη από ντροπή και συνέχισε να παίζει με το μωρό.


Απομακρύνθηκε από την παρέα με τα χέρια στις τσέπες και άρχισε να σιγοτραγουδά ένα σκοπό που είχε ακούσει κάποτε άλλα δεν θυμόταν που. Ακολουθούσε την κοίτη του μικρού ποταμού και απολάμβανε την ομορφιά του τοπίου και τους ήχους της φύσης, και ένιωθε μια γλυκιά ηρεμία να τον καταλαμβάνει και να τον χαλαρώνει.


Ένας αμυδρός ήχος τον έκανε να σταματήσει και να κοιτάξει πίσω του.


Ήταν ο άνδρας του ζευγαριού που τον ακολουθούσε λίγο πιο πίσω, και τον πλησίαζε.


Καλησπέρα και πάλι,του είπε. Σκέφτηκα ότι ήταν καλή ιδέα για λίγο περπάτημα, να ξεμουδιάσω λίγο.


Άρχισαν να περπατούν αμίλητοι, ο ένας δίπλα στον άλλο απολαμβάνοντας την ομορφιά του τόπου.


-Ωραίο μέρος, είπε στον άνδρα.


Ναι του απάντησε αυτός, είναι πολύ όμορφο και ήσυχο μέρος.


-Τόση ηρεμία και ομορφιά, σε αντίθεση με την βαβούρα της πόλης.


-Και αέρας, είναι απόλαυση να τον αναπνέεις, γεμάτος απο αρώματα τής φύσης.


-Και όχι νέφος, πρόσθεσε και γέλασαν και οι δύο.


Συνέχισαν να περπατούν.


-Είστε πολύ ώρα εδώ? ρώτησε τον άνδρα


-Όχι πολύ, του απάντησε.


-Με αυτοκίνητο ήρθατε?


Ο άντρας δεν του απάντησε, μόνο τον κοίταξε.


-Μα τι μαλακίες λέω, φυσικά με αυτοκίνητο ήρθατε, αλήθεια τι μάρκα είναι?


-Όχι τίποτε σπουδαίο, του απάντησε ο άνδρας. Ένα λευκό ............. τετράπορτο του είπε, ίσα να μπορώ να βγάζω καμιά βόλτα την οικογένεια.


-Εγώ έχω ένα...........μπλε χρώμα με 1600 κυβικά 160 άλογα και το έχω κάνει κούκλα.


Του έχω βάλει ράλι εξάτμιση και βγάζει έναν πολύ καυλιάρικο ήχο, μπάκετ καθίσματα, αεροτομή και το έχω χαμηλώσει και αν το δεις πώς μπαίνει στις στροφές δεν θα το πιστέψεις,


Ο άντρας τον κοίταζε.


-Του έχω βάλει και ένα γαμάτο ηχοσύνολο και έχει γίνει μια κούκλα, αν το δεις δεν θα το πιστέψεις.


-Έχει γίνει και γαμώ τα αμάξια, είπε στον άντρα φουσκώνοντας από καμάρι.


-Ναι έτσι είναι, θα πρέπει να είναι πολύ ωραίο αμάξι, είπε ο άνδρας, να σε ρωτήσω όμως κάτι? συνέχισε.


-Πες μου.


-Γιατί μας έφερες εδώ? τον ρώτησε αυστηρά.


-Εγώ? Εγώ σας έφερα εδώ? απάντησε απορημένος


-Ναι εσύ, και σε ρωτώ γιατί μας έφερες


-Μα πώς?


-Έλα να δεις του είπε ο άνδρας πιάνοντας τον από το μπράτσο.


Βρέθηκαν σε έναν δρόμο, γεμάτο ανθρώπους, άλλοι φορούσαν στολές και άλλοι άσπρες μπλούζες, έτρεχαν φωνάζοντας ο ένας στον άλλο διάφορα. Δεξιά και αριστερά του δρόμου ήταν σταματημένα κόκκινα και άσπρα αυτοκίνητα που χρωμάτιζαν με τα κόκκινα και μπλε φώτα τους τον αέρα.


-Κοίτα, του είπε ο άνδρας και του έδειξε, μια άμορφη μάζα λευκών σιδερικών με πολλούς ανθρώπους τριγύρω, άλλοι να κόβουν λαμαρίνες άλλοι να ψάχνουν εργαλεία και άλλοι να κρατούν μια μάνικα.


Γύρισε από την άλλη πλευρά, και είδε μια μπλε άμορφη μάζα σιδερικών, ζωσμένη στις φλόγες και στους καπνούς.


Άνθρωποι, με στολές κρατώντας μάνικες προσπαθούσαν να σβήσουν την φωτιά.


-Κατάλαβες τώρα, του είπε ο άνδρας.


-Εγώ πηγαίνω τώρα πίσω, εκεί που μας πήγες, στην γυναίκα μου και στο παιδί μου, εσύ μείνε λίγο ακόμα αν θες, αλλά όταν έρθεις φρόντισε να μου απαντήσεις στην ερώτηση που σου έκανα, εντάξει?


Ο άντρας άρχισε να απομακρύνετε ώσπου χάθηκε στην άκρη του δρόμου, εκείνος έμεινε εκεί κοιτάζοντας αποσβολωμένος.


Και στο μυαλό του έψαχνε μια απάντηση στην ερώτηση του άνδρα. Γιατί???????????????????????


Υ.Γ. Αφιερωμένο, σε κάθε έναν-μία, που με την συμπεριφορά του στον δρόμο, θέλει να κάνει την ιστορία μου πραγματικότητα.

Χωρίς τίτλο

(φωτογραφία από το περιοδικό Der Spiegel)

Όταν ή ανθρώπινη ζωή δέν είναι τίποτε άλλο από έναν αριθμό σε ένα κομμάτι χαρτί
και η δίψα για κέρδος δεν έχει όρια, τότε ακόμα και η δολοφονία είναι γίνετε θεμιτή.
Χωρίς κανένα δισταγμό, η ενοχή, τα τρομερά σχέδια μπαίνουν σε εφαρμογή, και η δυστυχία παίρνει την θέση της ελπίδας, και ο θάνατος την θέση της ζωής.

http://www.spiegel.de/international/world/0,1518,517805,00.html