Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Ημέρα Μνήμης

Η καινούργια μέρα ξεκίνησε. Μια υπέροχη κυριακάτικη λιακάδα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.
Η ζέστη της έσπαγε την μονοτονία του κρύου των προηγουμένων ημερών. Εκείνος με την γεμάτη καφέ κούπα στο χέρι πλησίασε στο παράθυρο, και έμεινε πίνοντας τον με αργές μεγάλες ρουφηξιές, να κοιτάζει την ελάχιστη κίνηση του δρόμου. Αυτή η μέρα ήταν η μέρα που έπρεπε να κάνει κάτι πολύ σημαντικό για τον εαυτό του, κάτι σαν ιερή υποχρέωση. Κοίταξε το ρολόι του, είχε ακόμα αρκετή ώρα. Γύρισε την ματιά του πάλι στον δρόμο. Ένα ζευγαράκι που περνούσε από κάτω πιασμένο χέρι χέρι, του κίνησε το ενδιαφέρων και έμενε να το παρακολουθεί καθώς χανόταν στο βάθος του δρόμου.
-Η κοπέλα είχε ίδια μαλλιά με τα δικά της, ψιθύρισε στον εαυτό του, καθώς με τον νου ξεκίνησε ένα ταξίδι στο παρελθόν, τότε που σε εκείνο το πάρτι την είχε δει για πρώτη φορά.
Θυμάται πόσο μεγάλη εντύπωση του είχε κάνει αυτή η λυγερόκορμη κοπέλα με τα μακριά μαύρα μαλλιά, το γλυκό χαμόγελο, το γάργαρο σαν νερό γέλιο, και τα μάτια της. Τα ωραιότερα μάτια που είχε δει ως τότε.
Της είχε ζητήσει να χορέψουν από την πρώτη στιγμή και εκείνη δέχθηκε. Το άγγιγμα του βελούδινου δέρματος της, του έφερε μια γλυκιά ανατριχίλα και μια θέρμη μέσα στην καρδιά που έμελλε να τον στοιχειώνει για πάντα. Την ερωτεύτηκε τόσο έντονα που δεν μπορούσε χωρίς αυτή στιγμή σχεδόν. Είχε ανάγκη να την ακούει να την βλέπει να την νιώθει κοντά του.
Έβγαιναν πολύ συχνά και εκείνος έκανε το κάθε τι για να τις δείξει τα αισθήματά του όμως εκείνη ενώ στην αρχή ήταν θετική στο τέλος του είπε ότι δεν μπορούν να είναι μαζί γιατί η καρδιά της ήταν δοσμένη άλλου.
Εκείνη η μέρα ήταν η χειρότερη της ζωής του. Ένοιωθε τα πάντα να γκρεμίζονται γύρω του, ότι αυτή με αυτά της τα λόγια του είχε στερήσει ακόμα και την ίδια την θέληση για ζωή.
Ακόμα θυμάται τα τελευταία λόγια που της είχε πει σε εκείνο το γαλάζιο τραπεζάκι εκείνου του μικρού παραλιακού καφενείου.
-Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.
Οι φίλοι του καταλαβαίνοντας τον πόνο του του συμπαραστέκονταν με όλη τους την ψυχή, όμως εκείνος δεν έλεγε να ξεχάσει.
Προσπάθησαν να του συστήσουν άλλες κοπέλες αλλά όλες οι προσπάθειες κατέληγαν σε αποτυχία.
Καμία δεν κατάφερε να τον κάνει να νιώσει την ίδια θέρμη όπως εκείνη.
Τα χρόνια περνούσαν. Εκείνος την παρακολουθούσε διακριτικά. Μάθαινε νέα της από κοινούς γνωστούς. Έμαθε για τον γάμο της για τα παιδιά που έκανε χαιρόταν με την ευτυχία της, την όποια ευτυχία και λειπόταν που δεν ήταν αυτός η αιτία γι αυτήν, αλλά, όπως ο ίδιος έλεγε, “Στόχος αυτού που αγαπά είναι να κάνει τον άλλο ευτυχισμένο, ακόμα και με την απουσία του. Και εκείνη είναι”.
Όποτε χρειαζόταν κάποια βοήθεια εκείνος το μάθαινε και όποτε μπορούσε την βοηθούσε χωρίς εκείνη να το μάθει ποτέ. Δεν ήθελε να φέρει καμία αναστάτωση στην ζωή της και σε καμία περίπτωση να την κάνει να νοιώσει άβολα, η να ταράξει με την παρουσία του την ευτυχία της.
Τα χρόνια περνούσαν, ο χρόνος άρχισε να αφήνει βαθιά τα σημάδια επάνω τους, τα πρόσωπα ρυτήδιασαν, τα μαλλιά άσπρισαν όμως δεν μπορούσε να πειράξει ότι είχε φυλαγμένο αυτός για εκείνη μέσα στην καρδιά και στο μυαλό του. Εκείνος έμενε να την περιμένει. Ποιος ξέρει σε τι είδους θαύμα ήλπιζε
Μέχρι πού έμαθε για εκείνο το φοβερό ατύχημα. Εκείνο που την έστειλε στο νοσοκομείο να παλεύει για την ζωή της. Μία προσπάθεια χωρίς ελπίδα που τελείωσε μετά από λίγες μέρες.
Όταν το έμαθε η καρδιά του πήγε να σπάσει. Ένοιωσε όπως και τότε, σε εκείνο το τραπεζάκι, όταν εκείνη του είχε πει εκείνα τα λόγια
Αμέσως θυμήθηκε τα δικά του τελευταία λόγια, την υπόσχεσή του.
Παρακολούθησε την κηδεία της από κάποια απόσταση ώστε να είναι αόρατος. Όταν όλα τελείωσαν πήγε και εκείνος και άφησε ένα και μοναδικό λουλούδι, ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, με μια γαλάζια κορδέλα δεμένη φιόγκο γύρω από τον βλαστό του, όπως τότε που συναντιόνταν και εκείνος της ομολογούσε τον βαθύ έρωτά του, μαζί με ένα δάκρυ για την χαμένη αγάπη του.
Έτσι και σήμερα ήταν εκείνη η μέρα που έπρεπε να πάει. Να κρατήσει την υπόσχεσή του.
Βγήκε από το σπίτι του και τράβηξε κατά το νεκροταφείο. Περπάτησε το γνώριμο πια πλακόστρωτο δρομάκι με τα κυπαρίσσια και πλησίασε τον τάφο της.
Έμεινε μακριά, αθέατος από τον λίγο κόσμο που συγκεντρωμένος γύρω του παρακολουθούσε το τρισάγιο, και όταν όλα τελείωσαν και έμεινε μόνος σε εκείνο το μέρος τότε πλησίασε, άφησε το κόκκινο τριαντάφυλλο με την γαλάζια κορδέλα, πάνω στο λευκό μάρμαρο φίλησε τα δάχτυλά του και τα ακούμπησε μαλακά πάνω στην κρύα πέτρα, που όμως εκείνου του άφησε την ίδια αίσθηση που είχε το βελούδινο δέρμα της και τον έκανε να ανατριχιάσει, όπως τότε.
-Να κατάλαβες ποτέ πόσο πολύ σε αγάπησα?? ήταν τα μόνα λόγια που ψιθύρισε για όση ώρα έμεινε εκεί.
Περπατούσε σκυφτός αντίθετα τώρα τον πλακόστρωτο δρόμο με τα κυπαρίσσια προς την έξοδο, γυρίζοντας στο σπίτι του. Κοντοστάθηκε για λίγο κοιτάζοντας τον ουρανό πού τώρα σκέπαζαν μολυβί βαριά σύννεφα, γεμάτα βροχή.
-Δεν θα σε ξεχάσω πότε, είπε καθώς οι πρώτες σταγόνες έβρεχαν το πρόσωπό του. Κούμπωσε το πανωφόρι του και συνέχισε τον δρόμο του, με τα χρόνια να βαραίνουν τις πλάτες του όλο και περισσότερο.

9 σχόλια:

Λουλούδι είπε...

Απλα υπεροχο...Αλεξη μου,νασαι καλα μου γλυκανες την μερα!Πολλα φιλια

ολα θα πανε καλα... είπε...

Αχ,βρε Αλεκάκι μου,μου μαύρισε την ψυχή το τρυφερό σου αυτό κείμενο...Κι είναι και πρωί-πρωί,νομίζω πως χρειάζομαι επειγόντως γλυκάκι.
Είδες;Έκανα παραχώρηση και σε είπα Αλεκάκι,μετά από τα...χθεσινά!
:)

βασίλης είπε...

Τα χρόνια βαραίνουν από τις ωραίες αναμνήσεις . Μακάρι να είναι παρισσότερες από τις δυσάρεστες. Τρυφερό κείμενο Αλέξη, μπράβο!

ΕΛΕΝΑ-ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΟΝΕΙΡΑ είπε...

Αλέξη μου ο ηρωάς σου κάτι μου θυμίζει..... Σε ευχαριστώ...

http://polyxrwmaoneira.blogspot.com/2009/03/blog-post_22.html

Kaveiros είπε...

Από τους σταυρούς, που σηκώνονται μόνο από έναν....

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

Οι παλιές καλές αγάπες δεν λησμονιούνται

Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

xeimwniatikhliakada είπε...

Καλησπέρα Αλεξακο!
Ομορφο και τρυφερο το ποστ σου..
Μου θυμησε την ταράτσα... τις κουβεντες μας..
Σε φιλώ
Να είσαι πάντα καλά και να χαμογελας που και που ε?
Δεν πειράζει αν κάποιοι/ες πέρνουν αυτά τα χαμόγελα για αφέλεια η χαζομάρα..
Εμεις ξέρουμε ..

Alexis B είπε...

Λουλούδι > Σε ευχαριστώ και από εμένα ευχές για καλό υπόλοιπο Κυριακής

Ολα θα πάνε καλά > Τι να πώ εγώ τώρα παρά μόνο να είσαι καλά

Βασίλη > Αυτό είναι και το επιθημιτό, αλλά μόνο να προσπαθούμε μπορούμε

Alexis B είπε...

Ελενα > Το διάβασα το πόστ σου. πολύ όμορφο ανθρώπινο.

Kaveiros > Ναί φίλε μου. από εκείνους

Λιακάδα > Αν κάποιοι περνούν τα χαμόγελα η την χαρά κάποιου για χαζομάρα τότε είναι άξιοι της μοίρας τους

Γλαρένια > Οχι δεν λησμονιούνται.
όπως και οι δυνατές