Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Ο Βασιλιάς της Βιτρίνας

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Ο καταστηματάρχης όταν τέλειωσαν την δουλειά, κλείδωσε το κατάστημα και βάλθηκε μαζί με τους υπαλλήλους του να ετοιμάζουν τον χώρο. Άλλος κρέμαγε γιρλάντες στους τοίχους και στα ράφια με τα ρούχα, άλλος με το στόλισμα του δένδρου, ένας οργασμός εργασιών απαραίτητων για να αποκτήσει το κατάστημα γιορτινή ατμόσφαιρα. Όταν τελείωσαν με το εσωτερικό βάλθηκαν όλοι μαζί να διαμορφώσουν την βιτρίνα, να δείξουν το νέο εμπόρευμα που είχαν μόλις την προηγούμενη παραλάβει και βέβαια να της δώσουν γιορτινό χρώμα, όπως οι μέρες το απαιτούσαν.

Πήραν τις κούκλες μέσα, τούς έβγαλαν τα ρούχα που φορούσαν μέχρι εκείνη την στιγμή και τους φόρεσαν καινούρια.

Σε μία από αυτές της φόρεσαν ένα πανάκριβο φανταχτερό κουστούμι από κασμίρι κάποιας διάσημης μάρκας της έβαλαν και ένα ταιριαστό σατέν πουκάμισο, την τοποθέτησαν στο ποιο ψηλό σημείο της βιτρίνας, και γύρισαν ένα προβολέα προς το μέρος της. Όταν τελείωσαν με τις ετοιμασίες κλείδωσαν το κατάστημα και έφυγαν.

Οι κούκλες έμειναν μόνες.

-ΩΩΩΩΩ Τι ωραία που έγινε η βιτρίνα μας είπε μια μικρή κούκλα που έστεκε σε μια άκρη της.

-Ναι, απάντησε μια άλλη, είναι ωραιότερη από πέρυσι.

-Και το χριστουγεννιάτικο δένδρο Κ Α Τ Α Π Λ Η Κ Τ Ι Κ Ο πρόσθεσε μια τρίτη

-Και τα ρούχα που φοράμε. Υπέροχα, πρόσθεσε η τελευταία. Κοιτάξτε με τι θαυμασμό οι άνθρωποι μας κοιτούν. Όλοι σταματούν και μας θαυμάζουν.

Η κούκλα με το ακριβό κουστούμι, που μέχρι τώρα από το ψηλό σημείο που στεκόταν, δεν είχε πει κουβέντα, γέλασε δυνατά.

Οι άλλες κούκλες σταμάτησαν να μιλούν.

-Γιατί γελάς?? ρώτησαν.

-Μα μικρές φτωχές μου κούκλες πραγματικά πιστεύετε ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι σταματούν για να δουν εσάς?? Χαχαχαχαχαχα, ξαναγέλασε.

-Και δηλαδή γιατί σταματούν??

-Μα φυσικά για να δουν εμένα. Και μόνο εμένα. Κοιτάξτε με. Φορώ τα ποιο ακριβά ρούχα όλου του μαγαζιού, αν όχι όλης της περιοχής, είμαι στο ποιο ψηλό σημείο και έχω δικό μου προβολέα.

-Και λοιπόν??

-Τι λοιπόν?? Οι άνθρωποι του μαγαζιού κατάλαβαν την αξία μου, την ομορφιά μου, και γι' αυτό με έκαναν βασιλιά σας.

-Τι σε έκαναν?? Βασιλιά μας??

-Ναι ακριβώς. Γι' αυτό εγώ φορώ τα ποιο όμορφα ρούχα βρίσκομαι στο ποιο ψηλό σημείο έχω δικό μου προβολέα και το κυριότερο, οι άνθρωποι σταματούν να θαυμάσουν εμένα και μόνο. Αν έλειπα εγώ κανένας δεν θα σταματούσε σε αυτή την βιτρίνα. Να δει τι?? εσάς?? Ας γελάσω χαχαχαχαχαχα

-Τι λες μωρέ, τού φώναξαν όλες οι άλλες κούκλες μαζί. Σύνελθε. Δεν είσαι τίποτε διαφορετικό από εμάς. Ένα κομμάτι κακοχυμένο πλαστικό είσαι και τίποτε άλλο.

-Έτσι νομίζετε μικρά ποταπά αμόρφωτα κουκλάκια. Ως εδώ. Δεν σας ξαναμιλάω. Τι έχω άλλωστε να πω εγώ ένας βασιλιάς σε εσάς τους παρακατιανούς.

Οι μέρες περνούσαν, κόσμος έμπαινε μέσα στο κατάστημα, δοκίμαζε ρούχα, άλλοι αγόραζαν άλλοι όχι και πάντα όταν έκλεινε και έμεναν οι κούκλες μόνες άρχιζαν τις συζητήσεις μεταξύ τους για ότι έγινε την μέρα που πέρασε, για τους πελάτες πού μπήκαν, για τα ψώνια τους, για τις συζητήσεις που έγιναν τα κουτσομπολιά που άκουσαν.

Όλοι συμμετείχαν, εκτός από την κούκλα του ψηλότερου σημείου της βιτρίνας με τα ακριβά ρούχα που δεν σταματούσε στιγμή να κορδώνετε και να περιαυτολογεί.

Μία μέρα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν στεκόταν να δει την όμορφη βιτρίνα και όλοι όσοι έμπαιναν μέσα στο μαγαζί μιλούσαν για ένα παιδί που σκοτώθηκε κάπου εκεί κοντά, για πορείες, διαδηλώσεις, φασαρίες.

Εκείνη την μέρα το κατάστημα έκλεισε νωρίτερα. Η κίνηση αραίωσε μέχρι που όταν έπεσε το σκοτάδι στον δρόμο δεν φαινόταν κανένας, πράγμα ασυνήθιστο τέτοιες μέρες, στον στολισμένο δρόμο. Οι κούκλες της βιτρίνας αναρωτιόνταν τι πρόκειται να συμβεί αυτήν την τόσο διαφορετική νύχτα. Ξάφνου φάνηκαν άνθρωποι να έρχονται από κάθε κατεύθυνση, πολύ διαφορετικοί από αυτούς που έβλεπαν την μέρα, να κυκλοφορούν στο δρόμο και να μπαίνουν μέσα στο κατάστημα.

Αυτοί κρατούσαν ξύλα μπουκάλια πέτρες. Άρχισαν να βάζουν φωτιές στους κάδους των απορριμάτων, να σπάνε βιτρίνες να καταστρέφουν. Να καίνε.

Οι κούκλες τρόμαξαν, με αυτό το θέαμα. Ρωτούσαν η μια την άλλη γιατί αυτοί οι άνθρωποι το κάνουν αυτό και γιατί κανένας δεν τους σταματάει, αλλά απάντηση δεν έβρισκαν.

Σύντομα ο δρόμος γέμισε καπνό από τις φωτιές και οι κούκλες δεν έβλεπαν πια τι γινόταν έξω μόνο άκουγαν τον θόρυβο από τα τζάμια που έσπαγαν το τρίξιμο από τις φωτιές ανακατεμένα με τις φωνές αυτών των ανθρώπων.

Σε κάποια στιγμή δύο από αυτούς τους ανθρώπους ήρθαν και στάθηκαν μπροστά στήν βιτρίνα. Κάτι είπαν μεταξύ τους και ο ένας από αυτούς έβγαλε μια μεγάλη πέτρα και την πέταξε στο τζάμι. Αυτό θρυμματίστηκε γεμίζοντας μικρά κομματάκια γυαλιού όλο τον χώρο. Η πέτρα έπεσε πάνω στο χριστουγεννιάτικο δένδρο ρίχνοντας το κάτω σπάζοντας τα λαμπερά στολίδια που είχε κρεμασμένα επάνω του. Ο καπνός πλημμύρισε τον χώρο κάνοντας τις παγωμένες από φόβο κούκλες να βήχουν

Οι δύο αυτοί άνθρωποι μπήκαν μέσα στο κατάστημα, άρχισαν να παίρνουν ρούχα από τα ράφια και να σπάνε ότι βρισκόταν μπροστά τους.

Ένας από αυτούς είδε την κούκλα που στεκόταν στο ψηλότερο μέρος της βιτρίνας με τα ακριβά ρούχα. Την πλησίασε την άρπαξε και την πέταξε κάτω.

-Τι κάνεις ποταπέ ανθρωπάκο?? Δεν βλέπεις είμαι ο βασιλιάς. Σε διατάζω να με ξαναβάλεις στην θέση μου. Ακούς Σε διατάζω. Είπε η κούκλα στον άνθρωπο.

Αυτός όμως άρχισε να βγάζει τα ρούχα από την κούκλα, σπάζοντας της τα πόδια και τα χέρια

Στο τέλος ο άνθρωπος αυτός με τα ρούχα στά χέρια γύρισε και έφυγε ρίχνοντας όμως πριν μια γερή κλωτσιά στην κούκλα με την χοντρή αρβύλα που φορούσε κάνοντας μια μεγάλη τρύπα στο πλαστικό σώμα της.

Οι άνθρωποι έφυγαν. Ησυχία απλώθηκε πάλι στον δρόμο. Οι φωτιές έσβησαν ο καπνός άρχισε να διαλύεται και το φως της μέρας αποκάλυψε τις καταστροφές της περασμένης νύχτας.

Οι κούκλες τής βιτρίνας αν και πεσμένες κάτω μπορούσαν να δουν το μέγεθος της καταστροφής και ευγνωμονούσαν το θεό που δεν έπαθαν χειρότερα.

Μετά από λίγη ώρα ήρθε και ο καταστηματάρχης με τους υπαλλήλους. Μπήκαν μέσα στο κατάστημα. Αμέσως άρχισαν να τακτοποιούν τα πράγματα και σιγά σιγά να αποκαθιστούν τις ζημιές. Όσο η ώρα περνούσε το κατάστημα άρχισε να παίρνει πάλι την πρότερη γιορτινή του μορφή

Οι κούκλες καθαρίστηκαν και ξαναστήθικαν, το χριστουγεννιάτικο δένδρο ξαναστολίστηκε και ένα καινούργιο τζάμι τοποθετήθηκε στην θέση του παλιού.

Οι δύο υπάλληλοι στάθηκαν μπροστά στήν σπασμένη κούκλα.

-Αυτή την κούκλα τι θα την κάνουμε?? ρώτησαν τον καταστηματάρχη

-Δεν την βλέπετε πώς είναι. Πετάξτε την τους αποκρίθηκε.

-Δεν μπορείτε να με πετάξετε, φώναξε η κούκλα. Εγώ είμαι ο βασιλιάς της βιτρίνας.

Οι υπάλληλοι πήραν την σπασμένη κούκλα και την πέταξαν στά σκουπίδια.

Οι φωνές της σπασμένης κούκλας ακούγονταν όλη την υπόλοιποι μέρα ακόμα και μέσα από του κάδο του απορριμματοφόρου όταν αυτό στο τέλος της ήρθε και πήρε τα σκουπίδια.

-Δεν έχετε το δικαίωμα. Είμαι ο βασιλιάς. Ακούτε, ο βασιλιάς της βιτρίνας.

-Τον καημένο, ψιθύρισε μια μικρή κούκλα που καθαρή πια φορώντας τα νέα της ρούχα έστεκε και παρακολουθούσε την σκηνή, ενώ οι υπόλοιπες συζητούσαν τα συμβάντα της προηγούμενης νύχτας χωρίς να δίνουν καμία σημασία στίς φωνές, και ευχαριστούσαν για την καλή τους τύχη.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Ώρα για φαγητό και γλυκό

Πολλά έγιναν τις τελευταίες μέρες που μας πίκραναν.
Μια λοιπόν καλή συνταγή από τον καλεσμένο στο blog μου Σουηδό μάγειρα, και μια καταπληκτική συνταγή για σοκολατόπιτα είναι ότι πρέπει για να φτιάξει το κέφι
Πάμε λοιπόν

Πρώτα η συνταγή για ένα πρωτότυπο κυρίως πιάτο με κοτόπουλο,





Το οποίο θα συνοδεύετε από Hot Sause









Και τέλος η συνταγή που όλοι περιμένατε



Σοκολατόπιτα

450γρ βούτυρο
450γρ κουβερτούρα
900γρ ζάχαρη
9 αβγά
10γρ μπέικιν
290γρ αλεύρι μαλακό
4 φύλλα κρούστας

Σάλτσα σοκολάτας
500γρ λιωμένη κουβερτούρα
750γρ κρέμα γάλακτος

Ζεσταίνουμε σε μπαιν-μαρί το βούτυρο με τη σοκολάτα μέχρι να
λιώσουν.
Χτυπάμε σε μπολ τα αβγά με τη ζάχαρη και προσθέτουμε το μείγμα
σοκολάτας. Ρίχνουμε το αλεύρι με το μπέικιν, ανακατεύουμε καλά
και αδειάζουμε το μείγμα σε ταψί που έχουμε τοποθετήσει
βουτυρωμένα ένα-ένα τα φύλλα κρούστας. Ψήνουμε σε προθερμασμένο
φούρνο 180ο C για 35΄περίπου.
Σερβίρουμε με τη σάλτσα σοκολάτας: Βράζουμε την κρέμα γάλακτος
και τη ρίχνουμε ανακατεύοντας σιγά σιγά στην κουβερτούρα


Καλή επιτυχία και καλή όρεξη


Σλούρπ!!!!!!!!!!

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Εύγε συνέχεια 3η

Ακούγοντας το περιεχόμενο του υπομνήματος που κατέθεσε ο ειδικός φρουρός, δολοφόνος του Αλέξη, το μικρούλη, όπως τον αναφέρω και τις δηλώσεις του μεγαλοδικηγόρου κου Κούγια χωρίς να είμαι νομικός, έψαξα και βρήκα κάποιο νομοθέτημα που κατά την άποψή μου τόσο ο υπόδικος αστυνομικός όσο και ο κος Κούγιας έχουν παραβιάσει, και συγκεκριμένα το 201 Π.Κ. Που αφορά την περιύβριση νεκρών.
Λέει ο νόμος



Άρθρο 201 Π.Κ
Περιύβριση νεκρών


Όποιος αφαιρεί αυθαίρετα νεκρό ή μέλη του ή την τέφρα του, από εκείνους που έχουν δικαίωμα να τα φυλάξουν ή ενεργεί πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικές με αυτά ή με τάφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.


Είναι η δεν είναι το υπόμνημα ΠΡΑΞΗ υβριστικά ανάρμοστη σχετικά με τον νεκρό Αλέξη.
Είναι η δεν είναι οι δηλώσεις Κούγια ΠΡΑΞΗ υβριστικά ανάρμοστη σχετικά με τον νεκρό Αλέξη.
Θα αφήσουμε αυτούς τους αναιδής υβριστές ατιμώρητους να λερώνουν με πράξεις και λόγους την μνήμη του μικρούλη Αλέξη???
Θα τους κλείσει τα στόματα επιτέλους κάποιος δικαστής???
Λοιπόν??

Υ.Γ. Αν κάποιος τα ξέρει καλύτερα ΠΑΡΑΚΑΛΩ να με διορθώσει

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Εύγε συνέχεια

Την Δευτέρα το βράδυ ακολουθώντας το γνωστό μου γαϊδουρινό πείσμα αποφάσισα να περάσω από το κέντρο παρά τις φασαρίες που άκουγα ότι γίνονταν.
Θες βοήθησε σε αυτή μου την απόφαση και η περιέργεια ξεκίνησα κατά τις 22:30 περπατώ την Πειραιώς με κατεύθυνση την Ομόνοια
Η διαδρομή που ακολούθησα ήταν
Πειραιώς, Σταδίου, Εδ. Λω, Σίνα, Ακαδημίας, Β. Σοφίας. Ηρ. Αττικού, Β Γεωργίου Β' κτλ.
Αυτό που είδα δεν το είχα ξαναδεί στην Αθήνα.
Πέτρες, ξύλα διασπαρτα πάνω στο δρόμο, φωτιές συχνά πυκνά, σε κάδους και σε κτήρια, σπασμένες τζαμαρίες και ΠΛΙΆΤΣΙΚΟ
Το πλιάτσικο της αρκούδας.
Εικόνες που ακόμα και τον ποιο φαντασμένο σεναριογράφο του Χόλιγουντ ξεπερνούσαν. Σε όλη μου την διαδρομή συναντούσα καταστήματα με σπασμένες τζαμαρίες και άδεια. Σε ένα μικρό καφενεδάκι μάλιστα, δίπλα στη είσοδο του υπουργείου εργασίας, επί της Πειραιώς, είχαν σπάσει την τζαμαρία και το είχαν αδειάσει όλο, μέχρι και τον νεροχύτη είχαν πάρει.
Και η είσοδος του υπουργείου άθικτη
Έχουν ξανασυμβεί πάλι επεισόδια στην Αθήνα άλλα αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο.
Από την καταστροφική μανία των κουκουλοφόρων, κουκούλες φορούσαν και οι δοσίλογοι στη κατοχή, δεν ξέφυγαν και ιστορικά κτήρια της Αθήνας, όπως το κτήριο του Πανεπιστημίου, η Βιβλιοθήκη, όπου από τύχη δεν κάηκε, και η βιβλιοθήκη της νομικής όπου εκατοντάδες βιβλία καταστράφηκαν
"Από την μανία των κουκουλοφόρων –τι ειρωνεία– δεν γλίτωσε ούτε το κατάστημα που διατηρούσε επί της οδού Βουκουρεστίου η μητέρα του άτυχου 15χρονου που έχασε τη ζωή του από τα πυρά του ειδικού φρουρού το βράδυ του Σαββάτου στα Εξάρχεια..( Καθημερινή 09/12/08 )"
Και ως απλός άνθρωπος κάθομαι και σκέφτομαι.
Αυτοί είναι ο αγανακτισμένοι νεαροί ?? και έτσι τιμούν τον θάνατο του (συνονόματου μου) Αλέξη, του μικρούλη όπως με όλο τον σεβασμό αποκαλώ στο προηγούμενο ποστ μου??
Αυτό εγώ το θεωρώ περιύβριση νεκρού και μέσα σε όλες τις κατηγορίες που θα πρέπει να απαγγελθούν σε όσους συλληφθούν, και δεν αφεθούν ελεύθεροι επειδή κάποιος πήρε τηλέφωνο, για τα επεισόδια είναι και αυτή η κατηγορία.
Άλλο οι πορείες διαμαρτυρίας υπό το φως του ήλιου, άλλο το ΑΠΑΙΤΟΎΜΕ με βροντερή φωνή, και υψωμένη γροθιά, φωνή λαού οργή θεού έλεγαν οι παππούδες μας και είχαν δίκαιο, χωρίς κουκούλες μολότοφ, πέτρες, και άλλο οι ληστρικές επιδρομές στο κέντρο της πόλης με μόνο σκοπό την καταστροφή και επαναλαμβάνω το ΠΛΙΆΤΣΙΚΟ
Τελικά οι κουκούλες κύριοι αναρχικοί έπεσαν και φάνηκε ο πραγματικός σας στόχος. Δεν είστε ούτε ιδεαλιστές ούτε τίποτε. εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου είστε. Τίποτε παραπάνω από γρυλάκιδες μπουγαδάδες διαρρήκτες, σε αυτό το σινάφι συγκαταλέγεστε από σήμερα.
Μπορείτε σας παρακαλώ κύριοι κουκουλοφόροι αυτή την πέτρα που κρατά ο κάθε ένας από εσάς να την δέσετε στο λαιμό σας και να πάτε να πνιγείτε μαζί με τους πάτρωνες σας
Άντε να αρχίσει να ξεβρομίζει ο τόπος
Άντε μπράβο ένας ένας

Υ.Γ. Δεν θα βάλω φωτογραφίες, αρκετές εικόνες είδαμε και αρκετά αηδιάσαμε

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Εύγε. Ναι ΕΥΓΕ

Ωραία. Τα πήρες τα οφίτσια σενιόρο πολιτσμάνε. Σού δώσανε και την πιστόλα.

Άψογα.

Ξέρεις μωρέ τι να την κάνεις??? Ξέρεις ορέ τι είναι αυτό το κουμπούρι που σου δώσανε και τι μπορεί να κάνει?? Δεν είναι νεροπίστολο ορέ κατάλαβε το

Τι ξέρεις Τίποτε.

Και απλά το έχεις και τριγυρνάς στις ρούγες καμαρώνοντας και δήθεν μυστικά το δείχνεις

Εγώ έχω πιστόλα. Είμη εξουσία ιγώ τώρα, για να μας κοιτάξουν με θαυμασμό οι άλλοι, Ήρθη η εξουσία, και μπας και πέσει και καμιά άμυαλη γκομενίτσα να φάμε και κάτι. Αμ πώς??

Και όταν τα δεκαπεντάχρονα σου έρχονται εσύ τι κάνεις??

Αντί να τα βουτήξεις από τ' αυτί και να τα πας στον πατέρα τους, Καλησπέρα σου φέραμε τον κανακάρη σου και αν τον ξαναπετύχουμε εκεί και μας ξαναμιλήσει έτσι θα του ρίξουμε δυο φούσκους που θα ακουστούν από τα Εξάρχεια στο Σύνταγμα, εσύ σαν άλλος Μπαϊρακτάρης κουσουμάρης την πιστόλα και του την ανάβεις του μικρού

Δηλαδή έκανες το καθήκον σου τώρα μάγκα μου???

Γι αυτό σου το δώσανε ορέ το σίδερο???

Θα ήθελα να δω την μαγκιά σου ορέ αν αντί για τον μικρούλι βρισκόταν μπροστά σου κανένας βαρύς κουμπουροφόρος και κουσουμάριζε κανένα σίδερο και άρχιζαν να σφυρίζουν οι σφαίρες βροχή δίπλα από τα αυτιά σου.

Ήθελα να σε έβλεπα τότε Αλλά μάλλον δεν θα σε έβλεπα, παρά μόνο την άλλη μέρα σε κάποια μυρμηγκοφωλιά χωμένο μπας και την βγάλεις καθαρή

Αλλά μάγκα μου έχεις μυαλό να σκεφτείς?? Ποιος το έχασε να το βρεις εσύ??

Δεν καταλαβαίνεις ορέ ότι έτσι ρεζίλεψες όλους αυτούς που πραγματικά κάνουν το καθήκον τους???

Τι είσαι εσύ δηλαδή?? Ο μέγας ο τρανός ο ντερβεντέρης και καραμπουζουκλής με την πιστόλα και οι άλλοι είναι οι ηλίθιοι??

Αλλά ένα πράγμα θα ήθελα να δω.

Να είσαι απέναντι στην μάνα του όρε την επόμενη της κηδεία του μικρούλι να σου ζητήσει η γυναίκα να της δώσεις απάντηση σε εκείνο το κατάμαυρο ΓΙΑΤΊ που θα της κατατρώει τα σωθικά

Εκεί να δω την μαγκιά σου και όχι στις ρούγες να το παίζεις εξουσία

Εκεί να την δω. Εκεί

Αλλά και εσείς ρε ρεμάλια ρε ρεμπεσκέδες. Ναι εσείς, που το έχετε βρει παιχνίδι να σπάτε και να καίτε. Εσείς και αυτοί που σας μαζεύουν και στέλνουν, και μην μου πείτε ότι δεν υπάρχουν μεγάλα κεφάλια που σας οργανώνουν, δεν είμαστε βλάκες, που σας μαζεύουν με τις βίτσες σαν τις γαλοπούλες και σας στέλνουν, ενώ αυτοί, οι μεγάλοι ντε, τρίβουν τα χέρια τους βλέποντας τα έργα σας, την έκφραση της απόλυτης δημοκρατίας που πιστεύετε, εσείς βρε κορόιδα του κερατά, είστε ευχαριστημένοι από τον θάνατο του μικρούλι?? Γιατί μην μου πείτε ότι δεν φταίτε. Εσείς δεν τα ξεκινήσατε όλα?? Και τέλος τέλος έτσι εκφράζετε τα υπέρτατα δημοκρατικά σας αισθήματα???

Να χαρώ εγώ μάγκες της πορδής.

Τι άλλο να πω.

Τα λέει όλα το βίντεο που ακολουθεί, για τον κουμπουροφόρο και για τα βαθύτατα δημοκρατικά αισθήματα του κάθε μάγκα που νομίζει ότι κάτι έκανε επειδή πέταξε μια πέτρα η μια μολότοφ

Έγινες ΆΝΤΡΑΣ ρε κρετίνε??

Έγινες???

Η νομίζεις ότι σε φοβήθηκαν οι μεγαλόσχημοι τραπεζίτες και απανταχού μεγαλολεφτάδες??

Αλί από κανένα ανθρωπάκο η κανένα παιδάκι που θα δει πάλι τα ραδίκια ανάποδα, που θα πάει πάλι τσάμπα και βερεσέ, γιατί εσύ μωρή κότα ήθελες να το παίξεις άντρας πετώντας πέτρες και μολότοφ και γιατί εσύ ρε μπάτσε του κερατά ήθελες να το παίξεις εξουσία

Τραβάτε στο διάολο και οι μεν και οι δε.

http://www.in.gr/video/default.aspx?videoID=%2076191


Και για να μην παρεξηγούμε : Άλλο ο αστυφύλακας που τιμά την στολή του με τον ένα η τον άλλο τρόπο προσφέροντας τις υπηρεσίες του και κάνει τους πολίτες να νοιώθουν ασφαλείς, και άλλο αυτά τα αχαρακτήριστα που πάνε στην αστυνομία για να ικανοποιήσουν τα κόμπλεξ τους και που η θέση τους είναι στον ψυχίατρο

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Πολυτεχνείο

Η μαύρη μερσεντές ανέβαινε την λεωφόρο Συγγρού με ταχύτητα κατευθυνόμενη στο κέντρο. Μέσα ένας κουστουμαρισμένος κύριος οδηγούσε και συνχρόνος από το κινητό του κανόνιζε όσες εκκρεμότητες είχαν μείνει από την δουλειά του.
-Και τι με νοιάζει εμένα αν αυτή έμεινε έγκυος?? Εγώ θα πληρώσω την εγκυμοσύνη της??
-.......
-Τι θα πει τι να κάνεις?? Τους έχω γραμμένους τους νόμους, να την μεταθέσεις στο υποκατάστημά μας στην Παιανία.
-......
-Αυτό θέλω και εγώ, να εξαναγκαστεί σε παραίτηση, να γλυτώσουμε και την αποζημίωση.
-......
-Α και που 'σε, δες αν υπάρχουν άτομα να συμπληρώνουν τριετία. Να τους απολύσεις, και να προσλάβεις νέους. Να μην ανέβει το κόστος της μισθοδοσίας. Κατάλαβες??
-......
-Ο.Κ. Κλείνω τώρα γιατί φτάνω
-Είχε πλησιάσει αρκετά στήν οδό Πατησίων. Όλοι οι δρόμοι ήταν κλεισμένοι για την γιορτή.
Πλησίασε σε ένα μεγάλο πάρκινγκ όσο κοντύτερα στο πολυτεχνείο του ήταν επιτρεπτό, έδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον παρκαδόρος, άφησε μέσα στο αυτοκίνητο το σακάκι και την γραβάτα, αγόρασε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από ένα ανθοπωλείο και τράβηξε για την πύλη.
Ο κόσμος όλο και πύκνωνε καθώς πλησίαζε στην πύλη του ιδρύματος, μουσική συνθήματα γέμιζαν τον αέρα καθώς πλησίαζε.
Κάποιοι που στέκονταν κοντά στά κάγκελα τον είδαν. Άνθρωποι απλοί, χωρίς φανταχτερά ρούχα χωρίς εντυπωσιακά αυτοκίνητα, και χωρίς γεμάτα πορτοφόλια.
-Κοίτα. Ο.......... Τον θυμάστε??? είπε ο ένας.
-Ναι βέβαια, είπαν οι άλλοι δυό. Θυμόμαστε ακόμα το ξύλο που φάγαμε για να τον γλυτώσουμε,όταν τον είχαν αρπάξει οι μπάτσοι και τον βάραγαν.
-Ναι, και κοίτα τον τώρα. Τα ξεπούλησε όλα για το χρήμα.
-Δεν είναι όλοι ιδεολόγοι αγωνιστές σαν και εσάς, είπε ο τρίτος της παρέας κοροϊδευτικά στους άλλους δυό.
Και οι τρείς κούνησαν το κεφάλι.
Τον έβλεπαν να πλησιάζει, ώσπου ο ένας της παρέας δεν άντεξε.
-Θα πάω να του μιλήσω, είπε στους άλλους δυό
-Ναι, και σιγά μην και καταδεχθεί να σου μιλήσει, απάντησαν οι άλλοι δυό.
Έφυγε από την παρέα και τον πλησίασε.
-Ρε.............. τι κάνεις???
Γύρισε και κοίταξε τον άσημο άνθρωπο με τα φτωχικά ρούχα που του μίλησε.
-Παρακαλώ??
-Τι κάνεις?? Καλά??
-Δεν θυμάμαι να σας γνωρίζω κύριε, αποκρίθηκε και έκανε να προχωρήσει. Ο άλλος τον έπιασε από το μπράτσο.
-Δεν με γνωρίζεις ρε κάθαρμα?? Κοίτα καλά. Δεν με γνωρίζεις?? Τόσο πολύ σε τύφλωσε το χρήμα ρε ξεπουλημένε?? Εγώ και ο ....... δεν σε γλιτώσαμε από τους μπάτσους που σε βαράγανε με τα γκλοπ το πρωινό της μέρας που μπήκε το τανκς μέσα?? Στην ΕΣΑ κατέληξα ρε, κουτσάθηκα από το ξύλο για εσένα ρε και εσύ δεν με γνωρίζεις?? Α, να χαθείς καθίκι, του είπε και, ο άνθρωπος με τα φτωχικά ρούχα, έφυγε.
Εκείνος τίναξε το πουκάμισό του με το χέρι και πλησίασε το "κεφάλι".
Άφησε το τριαντάφυλλο εκεί μαζί με τα άλλα τριαντάφυλλα την ίδια στιγμή πού μια τηλεοπτική κάμερα γύριζε προς το μέρος του και κάποια φλας άστραφταν.
Έφυγε, Πήγε περπατώντας μέχρι το πάρκινγκ που έχε αφήσει το αυτοκίνητό του.
Ζήτησε από τον παρκαδόρο να του το φέρει
Ο παρκαδόρος χάθηκε στον διάδρομο που οδηγούσε στα υπόγεια, και επέστρεψε οδηγώντας την μαύρη μερσεντές.
Από μια αδέξια όμως κίνηση ο καθρέφτης του αυτοκινήτου βρήκε στον τοίχο αφήνοντας μια γρατζουνιά πάνω του.
Εκείνος έγινε έξαλλος και φώναζε του παρκαδόρου, την ώρα που ο νεαρός του ζητούσε συγγνώμη και του έλεγε ότι ήταν διατεθειμένος να πληρώσει τον γρατζουνισμένο καθρέφτη.
-Τι?? να πληρώσεις την ζημιά?? Όλος σου ο μισθός δεν φτάνει ρε άχρηστο για να αγοράσεις ένα τέτοιο καθρέφτη, τι νομίζεις ότι είναι?? Κουλούρι??
-Ο προϊστάμενος του πάρκινγκ άκουσε την φασαρία και τώρα ζητούσε να μάθει τι συνέβαινε.
-Να τον απολύσεις τούτη την στιγμή, απαίτησε. Τι, σας φέρνουμε εδώ τα αυτοκίνητά μας, σας πληρώνουμε χρυσούς, για να μας τα γρατζουνάει το κάθε Αλβανάκι που έχετε μαζέψει εδώ μέσα?? Να τον απολύσεις τώρα.
Ο προϊστάμενος του πάρκινγκ, πήρε τα στοιχεία του, και του υποσχέθηκε ότι θα επικοινωνήσει το συντομότερο μαζί του την ώρα που κοιτούσε αγριεμένος τον κάτωχρο, και με σκυμμένο κεφάλι, υπάλληλο.
Πήρε το αυτοκίνητο και άρχισε να οδηγεί γρήγορα με κατεύθυνση την Βούλα.
Το κινητό του χτύπησε και πάλι.
-Ναι
-.......
-Α ωραία, βρες καμιά δεκαριά Αλβανούς, δως τους από ένα εικοσάρι την ημέρα, και πολλά τους είναι, και κάνε την δουλειά.
-.......
-Άλλο κάτι??? Ο.Κ, έλα γειά
Έκλεισε το τηλέφωνο και πάτησε και άλλο γκάζι να περάσει το φανάρι που είχε ανάψει κίτρινο Δεν πρόλαβε και πέρασε το φανάρι με κόκκινο ενώ ένα αυτοκίνητο που είχε ξεκινήσει από τον κάθετο δρόμο φρέναρε απότομα.
Αυτά είναι για τους πληβείους, μουρμούρισε καθώς χανόταν στο βάθος του δρόμου



Εξαιρετικά αφιερωμένο σε...... κάθε είδους ξεπουλημένο

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Πινελιές κόκκινου

Ήταν εκεί στην ώρα του. Ίσως και λίγο νωρίτερα. Τι σημασία έχει.

Θα την δεί. Αυτό ήταν το σημαντικό. Περίμενε, ακουμπησμένος στο μαντράκι στον σταθμό του μετρό. Δίπλα του ακριβώς ακουμπισμένα προσεκτικά μια μποτήλια κόκκινο κρασί δυο κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.

Η ώρα περνούσε, τα λεπτά του φαίνονταν αιώνες. Είχε αργήσει. Αγωνιούσε μήπως δεν έρθει.

Ο κόσμος που περνούσε δίπλα του κοίταζε αυτόν, την μποτήλια, τα ποτήρια που γυάλιζαν στο τεχνητό φώς της κολόνας, το τριαντάφυλλο, και όλοι, μάλλον, του εύχονταν ότι καλύτερο, κάποιες κοπέλες μάλιστα κοιτούσαν τόσο επίμονα που θα έλεγε κανείς ζήλευαν την τυχερή και ενδόμυχα θα ήθελαν να είναι στην θέση της.

Η ώρα περνούσε, δεν είχε φανεί ακόμα. Ανησυχούσε, κάθε τόσο κοίταζε στο ρολόι του τα λεπτά να κυλούν, και στό κινητό του την άδεια οθόνη με τα μπαράκια του σήματος να ανεβοκατεβαίνουν κοροιδευτικά θα έλεγες.

Έσπρωξε με το ένα χέρι το μαύρο σακκάκι, και με το άλλο έβγαλε τα τσιγάρα από το τσεπάκι του κόκκινου κοτλέ πουκαμίσου.

Με το αναμμένο τσιγάρο στο χέρι και τα πνευμόνια γεμάτα καπνό, κοίταξε την μποτύλια.

Θα της αρέσει άραγε αυτό που είχε σχεδιάσει?? Αυτός αυτή το κρασί μόνοι κάπου, όπου διαλέξουν, να ρουφήξουν την γλυκιά ζεστασιά του.

Που είναι όμως?? Γιατί αργεί??

Από το βάθος της σκάλας άρχισε να φαίνετε ένα ξανθό κεφάλι με ένα κόκκινο σκουφάκι φορεμένο.

Την είδε, άστραψε από χαρά. Ήρθε.

Εκείνη πάνω στην κυλιόμενη σκάλα κοίταζε γύρω. Πού είναι???

Τόν είδε. Τα καταγάλανα μάτια της άστραψαν, το λευκό της πρόσωπο φωτίστηκε με ένα αγγελικό φώς, τα κατακόκκινα χείλη της σχημάτισαν ένα πλατύ χαμόγελο. Τον πλησίασε.

-Συγγνώμη που άργησα

-Σημασία έχει ότι είσαι εδώ

-Να μωρέ ξέρεις........

-Μήν λες τίποτε, την έκοψε, δεν έχει σημασία τίποτε άλλο. Μόνο ότι ήρθες. Αυτό έχει σημασία. Αυτά γιά εσένα. Της έδωσε το τριαντάφυλλο και ένα φιλί στό μάγουλο, εκείνη το πήρε στά χέρια της κρατοντας το σαν κάτι πολύτιμο, δεν μπορούσε να κρύψει πια ότι πετούσε από χαρά.

-Πάμε?? της είπε. Εκείνη έγνεψε καταφατικά και ξεκίνησαν.

Περπατούσαν ανάμεσα στα νεοκλασικά, ήταν μόνο οι δυό τους που περπατούσαν σε αυτά τα πλακόστρωτα στενά δρομάκια τα φωτισμένα με λιγοστό φώς, αυτός έψαχνε το κατάλληλο μέρος, αυτό που θα ταίριαζε στην περίπτωση, συχνά σταματούσε την αναζήτηση και την κοιτούσε που περπατούσε δίπλα του.

Θεέ μου πόσο όμορφη. Θα έλεγε κανείς ότι το φώς που υπάρχει ολόγυρα προέρχεται από εκείνη, σκεφτόταν.

Εκείνη κοιτούσε το τριαντάφυλλο, χάιδευε με τα δάχτυλα της τα κατακκόκινα πέταλα, ρουφούσε αχόρταγα το άρωμα του, και κάθε λίγο κοίταζε αυτόν, που την κοιτούσε επίμονα σαν μαγεμένος. Του χάριζε χαμόγελα, και αμήχανα ναζιάρικα γελάκια.

Σε μια σκοτεινή γωνιά στην μέση μιας φαρδιάς πέτρινης σκάλας που οδηγούσε στην κορυφή του λόφου, ενας ηλικιωμένος καθισμένος σε ένα σκαμπό έπαιζε με ακορντεόν μια μελωδία.

Την σταμάτησε. Άφησε το μπουκάλι και τα ποτήρια στό πρώτο σκαλί στην ρίζα του μεγάλου δένδρου που υπήρχε εκεί. Την πλησίασε, πέρασε τα χέρια του από την μέση της, άρχισε να την χορεύει στον ρυθμό της μουσικής.

Εκείνη χαμογέλασε, τύλιξε τα χέρια της γύρω του και παραδόθηκε στίς προσταγές της κάθε νότας.

Στροβιλίζονταν στον ρυθμό της μελωδίας, πολύ ώρα, λίγη, τί σημασία έχει.

Οι λίγοι περαστικοί τους κοίταζαν εντυπωσιασμένοι από το θέαμα, αυτοί όμως δεν τους έβλεπαν. Αιχμαλωτισμένες οι ματιές, χαμένες του ενός στόν άλλο, ταξίδευαν στο πιο όμορφο ταξίδι.

Σταμάτησαν να χορεύουν, την πήρε απο το χέρι, την οδήγησε και την έβαλε να καθήσει στο πρώτο σκαλί κάτω από τα κλαριά το δένδρου που έκοβαν το φώς και τους έκρυβαν από τα αδιάκριτα μάτια.

Άνοιξε το μπουκάλι, γέμισε τα ποτήρια απο το κόκκινο σαν αίμα νέκταρ.

Της πρόσφερε το ένα ποτήρι, πήρε αυτός το άλλο. Τα ποτήρια άφησαν εκείνο τον λεπτό ήχο όταν αγγίχτηκαν. Ήπιαν λίγο, άφησαν τα ποτήρια στο σκαλί.

Κοίταξε γιά λίγο τα καταγάλανα μάτια της. Έσκυψε, άγγιξε με τα χείλη του τα κατακκόκινα δικά της χείλη.

Θαρρείς εκείνη την στιγμή άνοιξε ένα φράγμα, κύματα αγάπης ξεχύθηκαν τυλίγοντας και τους δυό, κάνοντάς τους να λάμπουν καθώς χάνονταν ο ένας στήν αγκαλιά του άλλου.

Το φώς της μέρας διέλυσε το σκοτάδι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι περνούσαν από αυτή την σκάλα πηγαίνοντας στις δουλειές τους βιαστικά.

Κάποιοι όμως κοντοστέκονταν. Τούς έκανε εντύπωση που έβλεπαν το δένδρο ανθισμένο τέτοια εποχή, γεμάτο κατακκόκινα μικρά λουλούδια, και την μποτήλια με τα δυό μισογεμάτα, με κόκκινο κρασί, ποτήρια στην ρίζα του.

-Βρέ μυστήρια πράγματα, μουρμούρησε κάποιος περαστικός.



Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Sebastian

Προχωρούσε στον δρόμο τυλιγμένος στο ζεστό πανωφόρι του πολύ πρωί, είχε μόλις χαράξει, και το πρώτο φως της μέρας πάλευε με την βαριά συννεφιά να φτάσει στην γη Ο καιρός κρύος, η πρωινή πάχνη έκανε τα πάντα να μοιάζουν σαν τυλιγμένα σε ένα ψιλό λευκό τούλι. Ψιλόβρεχε, τόσο που ίσα ίσα που το καταλάβαινες, περισσότερο από τους κύκλους που σχημάτιζαν οι σταγόνες όταν συναντούσαν τον βρεγμένο δρόμο.
Προχωρούσε στον έρημο δρόμο βιαστικά να φτάσει ( που?)
-Σεμπάστιαν, η φωνή έσχισε την ησυχία
Κοντοστάθηκε, γύρισε το κεφάλι να δει την γυναίκα που τον φώναζε
-Σεμπάστιαν, ξαναείπε εκείνη
Αυτός, σήκωσε τούς γιακάδες του πανωφοριού, και άρχισε να περπατά γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα πολλές φορές γλιστρώντας στην βρεγμένη άσφαλτο.
Η φωνή ξανακούστηκε απόμακρη πια λες και έβγαινε από τα βάθη της γης
-Σεμπάστιαν
Άρχισε να τρέχει, να τρέχει όσο ποιο γρήγορα μπορούσε, και ας μην ήταν αυτό το όνομά του.
Έτρεχε λες και τον κυνηγούσαν, κάποιος ή κάτι.
Έτρεχε μέχρι που οι δυνάμεις του άρχισαν λίγο λίγο να τον εγκαταλείπουν, λαχανιασμένος πήγε και ακούμπησε σε έναν από τους φανοστάτες ,που ακόμη αναμμένος, συμπλήρωνε με το δικό του το λιγοστό ακόμα φως της μέρας.
Κοίταξε πίσω, να δει Ο δρόμος έρημος, η φωνή δεν ακουγόταν πια
Έριξε μια ματιά απέναντι, το καφενεδάκι της γωνίας είχε μόλις ανοίξει. Μπήκε μέσα, παράγγειλε καφέ. Ο νους του γύρισε πάλι σε εκείνη την γυναικεία φιγούρα που ντυμένη μόνο με ένα λευκό φόρεμα τον είχε φωνάξει με αυτό το όνομα. Κάτι του θύμιζε, κάπου την είχε ξαναδεί. Προσπαθούσε όσο έπινε τον καφέ να θυμηθεί. Το ραδιόφωνο που μέχρι εκείνη την ώρα ήταν σιωπηλό άρχισε να παίζει ένα τραγούδι σε αργό ρυθμό. Samebody call me Sebastian.
Σύμπτωση?? Γύρισε έριξε μια ματιά στο ραδιόφωνο, τράβηξε μια τελευταία γουλιά από τον καφέ και σηκώθηκε να φύγει.
Βγαίνοντας από το καφέ έριξε μια ματιά στο φανοστάτη, αυτόν τον παλιό πράσινο φανοστάτη που το πάνω μέρος του έγερνε θαρρείς από το βάρος του χρόνου, και τότε θυμήθηκε, την κοπέλα με το λευκό φόρεμα γονατιστή μπροστά στον φανοστάτη να φωνάζει αυτό το όνομα και να ξεσπά σε κλάματα ένα ίδιο, πρωινό σαν και αυτό
Καθώς κούμπωνε το μπουφάν του τη είδε να έρχεται από την άκρη του δρόμου, τον πλησίασε του άπλωσε το λευκό της χέρι και είπε χαμηλόφωνα πάλι το ίδιο όνομα
-Sebastian
Εκείνος την κοίταξε, ήταν βρεγμένη ως το κόκκαλο, έτρεμε από το κρύο, κοίταξε το χέρι της που έμενε μετέωρο, απλωμένο προς το μέρος του, και τέλος την κοίταξε στα μάτια. Τότε ήταν που πήρε την απόφαση. Από εκείνη την στιγμή έτσι θα τον έλεγαν.
Έπιασε το απλωμένο χέρι την τράβηξε κοντά του κάτω από την προστασία του χοντρού πανωφοριού του και άρχισαν να περπατούν μαζί χέρι χέρι μέχρι που χάθηκαν στο βάθος του ορίζοντα

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Αναμνήσεις

Όσο ζεις, διάφορα πράγματα συσσωρεύονται μέσα στο μυαλό σου.

Εικόνες, αισθήσεις λόγια, συναισθήματα, όλα αυτά τακτοποιημένα μέσα στο μυαλό όπως οι φωτογραφίες σε ένα άλμπουμ.

Άλλα από αυτά είναι ευχάριστα άλλα όχι. Άλλα σε έκαναν, να χαμογελάσεις να γελάσεις δυνατά, να ευχαριστηθείς, άλλα σε πόνεσαν, σε πλήγιασαν σε έκαναν να κλάψεις και ίσως έμεινες γιά μέρες άρρωστος μέχρι να συνέλθείς από το, εσύ ξέρεις ποιό, χτύπιμα.

Λένε ότι "ο χρόνος γιατρός", σου απαλύνει τον πόνο, σου γιατρεύει τις πληγές, γίνεσαι όπως πριν(?). Δεν το σκέφτεσαι πια, δεν πονάς πια, και το χαμόγελο επανέρχεται. Είσαι πια καλά.

Όμως στο βάθος του μυαλού μέσα σε αυτό το άλμουμ, υπάρχουν ακόμα, όλα αυτά που σε πλήγιασαν, σε πόνεσαν. Δεν έφυγαν. Έμειναν καλυμμένα ανάμεσα στις σελίδες, ξεχασμένα ίσως, αλλά μένουν εκεί.

Υπάρχουν, περιμένουν θαρρείς κρυμμένα όπως οι ξεχασμένες καρφίτσες στα ρούχα να τρυπίσουν το ανυποψίαστο δάχτυλο που θα αγκίξει το συγκεκριμένο σημείο.

Παραμένουν μέσα στις σελίδες αυτού του άλμπουμ βαθιά, χωρίς ίσως ακόμα και εσύ ο ίδιος να θυμάσαι, υποψιάζεσαι την ύπαρξή τους.

Κάποια στιγμή η μοναξιά, ή κάποιο γεγονός, κάποιο μέρος, κάποια λόγια, κάποια εικόνα η μελωδία, η ακόμα και ένα αντικείμενο, θα σε κάνουν να ανοίξεις αυτό το άλμπουμ και να αρχίσεις την περιπλάνηση στις σελίδες του, να βλέπεις εικόνες, να θυμάσαι αισθήσεις λόγια συναισθήματα.

Εκεί σε κάποια ανύποπτη στιγμή το δάχτυλο καθώς γυρίζει τις σελίδες θα τρυπηθεί από κάποια από τις κρυμμένες καρφίτσες.

Θα νιώσεις πόνο, θα θυμηθείς τον πόνο εκείνο. Μήν φοβηθείς. Μην μείνεις να πονάς. Να έχεις την δύναμη να γυρίσεις να δεις το δάχτυλό σου με την καρφίτσα καρφωμένη πάνω σε αυτό. Να την τραβήξεις, να την ξεκαρφώσεις από το δάχτυλο, να δείς την πληγή, μια τόση δα τρυπίτσα που από μέσα της βγαίνουν μια δυο σταγόνες αίμα πριν κλείσει, και χαθεί.


Μένεις και κοιτάς μια την καρφίτσα μια το δάχτυλό σου μιά το ζεστό αίμα και μιά την σελιδα με την εικόνα.

Παίρνεις την καρφίτσα, την βουτάς στο αίμα που έχει τρέξει, όπως την πένα στο μελάνι και γράφεις μια και μόνη λέξη, λεζάντα σε αυτή την φωτογραφία.

ΓΙΑΤΊ.......????????


Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που θέλεις να πάρει αυτό το άλμπουμ από το μυαλό σου, να το πετάξεις στην ζωηρή φωτιά που καίει στό τζάκι απέναντί σου, να πάψεις κάθε που το ξεφυλίζεις να τρυπιέσαι, να πονάς να θυμάσαι.


Κοιτάς το κατακόκκινο "γιατί" που έγραψες στήν σελίδα, το κλείνεις και αντί να το πετάξεις στην φωτιά, το αγκαλιάζεις γέρνεις στό πλάι κλείνεις τα μάτια κοιμάσαι.


Ας μείνει αναπάντητο το κατακκόκινο "γιατί".


Τι θα αλλάξει αν απαντηθεί?

Τίποτα

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Ας Παίξουμε

Η αγαπητή blogοφιλη Κοκκινογούλι με κάλεσε να παίξω στο παιχνίδι τον 5 ερωτήσεων.
Τι θα ρωτούσα ένα φιλόσοφο, έναν παλιό έρωτα, ένα μέντιουμ, ένα παιδί και στον καθρέφτη σου…
Ας αρχίσω πρώτα με τον φιλόσοφο κάνοντάς του δυο ερωτήσεις:
1) Μπορεί να χαρακτηριστεί ένας κόσμος υψηλής τεχνολογίας πολιτισμένος??
και
2) Μπορεί να χαρακτηριστεί ο άνθρωπος, ως ενσάρκωση της ελευθερίας, μέσα σε ένα σύμπαν που υπακούει κατά γράμμα σε νόμους??

Τον παλιό έρωτα:
Έφυγες για το λίγο μου, η επειδή αυτό που ένοιωθα ήταν πολύ και σε έπνιξε??

Ένα μέντιουμ:
Πώς θα κάνουμε λεφτααααααααααααααααααααααααααααααααααααα???( χιχιχιχιχιχι ), και σιγά μην μου απαντήσει, γιατί αν ήξερε τότε δεν θα έκανε το μέντιουμ.........

Ένα παιδί:
Δεν θα το ρωτούσα τίποτε, μόνο θα το κοίταζα για να θυμηθώ τη σημασία της ελευθερίας

Τον Καθρέφτη σου:
Το βράδυ όταν ετοιμάζομαι για ύπνο αφού πλύνω τα δόντια μου, στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη μου και ρωτώ τον εαυτό μου. "Έμαθες σωστά αυτά που σου δίδαξε η σημερινή μέρα?? Να φροντίσεις αυτά τα μαθήματα να τα θυμάσαι ώστε να είσαι την αυριανή μέρα καλύτερος άνθρωπος"

Αυτά τα ολίγα.
Δεν απευθύνω συγκεκριμένη πρόσκληση, όποιος θέλει παίρνει σκυτάλη και παίζει
Καλό Σ/Κ.



Αφιερωμένο σε όλους τους φίλους και φίλες μου.
Καλή και χαμογελαστή Κυριακή, και εβδομάδα

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Άνθρωποι και ναυάγια

Κυριακή πρωί. Ένα φθινοπωρινό Κυριακάτικο πρωινό από αυτά που σε προκαλούν να βγεις έξω, να περπατήσει, να μυρίσεις μυρωδιές χορτασμένου από νερό χώμα, να απολαύσεις την λιακάδα, το γαλανό του ουρανού με στολίδια, λίγα άσπρα σύννεφα να μένουν ακίνητα.
Βγήκε με αργά βήματα από το σπίτι κρατώντας ένα βιβλίο "ΜΕΓΆΛΑ ΝΑΥΆΓΙΑ". Άρχισε να περπατά στον δρόμο με προορισμό το γνωστό γι' αυτόν καφέ. Οι διαβάτες λιγοστοί, να περπατούν αργά ολόγυρα απολαμβάνοντας την πρωινή τους βόλτα. Όλοι ελαφρά ντυμένοι, έδειχνε να είναι μια ζεστή μέρα.
Αυτός όμως ένιωθε αυτό το αλλόκοτο κρύο να του περονιάζει τα κόκαλα, να τον κάνει να μαζεύεται, και να τρίβει τα ξυλιασμένα χέρια του. Μόνο αυτός φαινόταν να το νιώθει??? Γιατί άραγε???
Η χιλιοπερπατιμένη διαδρομή όλο και έφτανε στο τέλος της, δεν πρόσεχε τριγύρω,τις εικόνες που προσπερνούσε, τις είχε δει άλλωστε τόσες φορές.
Τι να είχε αλλάξει σε τόσο λίγο διάστημα που να είναι άξιο προσοχής??? Μάλλον τίποτε.
Έφτασε στην πλατεία με τα πολλά τραπεζάκια, διάλεξε ένα και κάθισε, παράγγειλε μια ζεστή σοκολάτα, επιθυμία που έκανε τον σερβιτόρο να απορήσει, σχηματίζοντας στο πρόσωπό του μια γκριμάτσα την ίδια στιγμή που του απαντούσε, "Αμέσως".
Κοίταξε γύρω του. Η φύση είχε φορέσει τα καφεκόκκινα χρώματα του φθινοπώρου λιγοστές παρέες, τα περισσότερα τραπεζάκια άδεια, κοιμούνται ακόμη από την έξοδο του Σαββάτου οι άνθρωποι.
Μα αυτή η κοπέλα τον κοιτάζει, ναι τον κοιτάζει. Γιατί όμως?? Δεν την ξέρει, δεν θυμάται να την ξέρει.
Κοιτάζει τον εαυτό του. Δεν έχει τίποτε παράξενο επάνω του που να προσελκύει την προσοχή, και όμως τον κοίταζε. Τι έβλεπε??
Κοίταξε πάλι προς το μέρος που την είχε δει, η καρέκλα ήταν άδεια, είχε φύγει. Όμορφη ήταν. Μπορεί και όνειρο.
Ο σερβιτόρος άφησε την κούπα με την ζεστή σοκολάτα λέγοντας το συνηθισμένο "Ορίστε", πήρε τα χρήματα πού του έδωσε και εξαφανίστηκε στο εσωτερικό του καταστήματος.
Άρπαξε την κούπα με τα δυο χέρια, θέλοντας περισσότερο να τα ζεστάνει. Τράβηξε μια γερή γουλιά από το ζεστό ρόφιμα προσπαθώντας να διώξει το κρύο που ένοιωθε. Άφησε την κούπα πάλι στο τραπεζάκι, κοίταξε γύρο.
Ήταν μόνος.
Άνοιξε το βιβλίο, άρχισε διαβάζει, ώσπου στην πρώτη φωτογραφία ναυαγισμένου πλοίου στάθηκε, άρχισε να την κοιτά με επιμονή. Η ψυχή του βρέθηκε σε μια περίεργη έκσταση, θα έλεγε κανείς ότι ενόθηκε με την ψυχή του βυθισμένου πλοίου της φωτογραφίας, έβλεπε εικόνες της αλλοτινής του ζωής.
Το είδε περήφανο, γεμάτο ζωή με τις τσιμηνιέρες του να καπνίζουν ,έτοιμο να φύγει για άλλους τόπους, μεταφέροντας εμπορεύματα, ανθρώπους και αισθήματα, χαρές, λύπες, προσμονή αγωνία, αγάπη, μέχρι που εκείνο το λάθος, το μοναδικό λάθος το έκανε να στέκει εκεί ανήμπορο κουφάρι καθισμένο στην άμμο με την μοναξιά του βυθού να γεμίζει τα αμπάρια του ποιος ξέρει πόσα χρόνια τώρα, και για πόσα χρόνια ακόμα.
Η ελπίδα για ένα χέρι να το σώσει από το μαρτύριο του, τραβώντας το και πάλι στην επιφάνεια να επουλώσει τις πληγές του, να έχει μια δεύτερη ευκαιρία να οργώσει περήφανο πάλι την θάλασσα να αργοσβήνει, μαζί με αυτό το ίδιο που λίγο λίγο η αρμύρα το κατατρώει το εξαφανίζει, ίδια όπως εξαφανίστηκε από τις μνήμες των ανθρώπων.
Και από πάνω του το βάρος της θάλασσας.
Αβάσταχτο βάρος.
Ίδιο σαν αυτό που πιέζει την ανθρώπινη ψυχή











Πληροφορίες για το βιντεάκι: Πρόκειται για το Α/Τ ΠΑΤΡΊΣ το οποίο βυθίστηκε την νύχτα της 20ης Νοεμβρίου το 1868 στην θέση Κούνδουρος.
Το καράβι με 400 επιβάτες είχε σαλπάρει από τον Πειραιά και περιπλέοντας την Κέα κατευθυνόταν προς Σύρο
Το πλοίο άνηκε στην ναυτιλιακή εταιρεία «Ελληνική Ατμοπλοΐα»
Χαρακτηριστικό του πλοίου οι τεράστιες προωθητικές ρόδες που το έκαναν να μοιάζει περισσότερο με ποταμόπλοιο.
Χαρακτηριστικά στο άρθρο της εφημερίδας Αστήρ των Κυκλάδων της 2ας Μαρτίου του 1868 αναφέρεται για το ναυάγιο: «Το δυστύχημα τούτο κατετάραξε τους συμπολίτας ημών και ελύπησε βαθέως τους ενδιαφερομένους Κυρίους Μετόχους και τους ομογενείς, ουχί ήττον άκρως κατέθλιψε και κατεπίκρανε και άλγος ανίατον επροξένησε εις την καρδίαν των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας και εις τον Πλοίαρχον αυτόν και τους άλλους Πλοιάρχους, όσοι τυχαίως ευρέθησαν ταξιδεύοντες με το ατμόπλοιον εκείνο, ερχόμενοι από τας πατρίδας αυτών, εις άς ήσαν εν αδεία προ ημερών».

Βιβλιογραφία:( και για περισσότερες πληροφορίες )

http://www.keawest.gr/viewtopic.php?t=72&sid=e4f8c1e7ff6ae37004232660b9225803

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Η Θαλασσούλα

Η άδειά του για το καλοκαίρι ξεκινούσε εκείνο το πρωινό.
Εκείνος χωρίς να χάσει καιρό φόρτωσε τα πράγματα πού είχε ετοιμάσει την προηγούμενη μέρα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για το εξοχικό του σπίτι, όπου θα περνούσε τις μέρες που είχε στην διάθεσή του.
Οδηγούσε γρήγορα, βιαζόταν να φτάσει εκεί που τον περίμενε η χαλάρωση και η αγαπημένη του βάρκα.
Του άρεσε πολύ να ξανοίγεται με αυτή στα ανοιχτά, να ψαρεύει με το καλάμι του, να κάνει βόλτες, ανακαλύπτοντας ερημικές ακρογιαλιές, να κολυμπά στα καθαρά νερά τους, να απολαμβάνει την ησυχία που τόσο είχε ανάγκη.
Μετά από τέσσερις ώρες οδήγημα, έφτασε επιτέλους. Πάρκαρε το αυτοκίνητο στην αυλή.
Δεν είχε αλλάξει, ευτυχώς τίποτα από την τελευταία φορά που ήταν εκεί, αρκετούς μήνες πριν Ένα μικρό αλλά πολύ όμορφο διώροφο σπίτι με επάνω τις δυο κρεβατοκάμαρες μια τουαλέτα και ένα μεγάλο μπαλκόνι που μπορούσε κανείς να καθίσει και να απολαύσει την υπέροχη θέα που απλωνόταν μπροστά του. Κάτω το σαλόνι η κουζίνα και μια δεύτερη τουαλέτα. Μια υπέροχη αυλή περιέβαλε το σπίτι, το σπίτι του, γεμάτη γρασίδι πέτρινους διαδρόμους και παρτέρια με λουλούδια που της έδιναν ιδιαίτερο χρώμα και άρωμα.
Κάποια άλλα εξοχικά ήταν σε τέτοια απόσταση, που με δυσκολία φαίνονταν, δίνοντάς σου την εντύπωση ότι κανένας άλλος δεν υπήρχε εκεί.
Ξεφόρτωσε τα πράγματα και άρχισε να τα τακτοποιεί στο σπίτι. Όταν τελείωσε έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στο μπαλκόνι. Άρχισε να κοιτά γύρω την θέα, τέλος έριξε μια ματιά και στην αυλή
-Η αυλή θέλει φτιάξιμο, μουρμούρισε, αλλά όχι σήμερα αύριο.
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε, μια ηλιόλουστη ζεστή καλοκαιρινή μέρα.
Εκείνος βάλθηκε να καλλωπίζει την αυλή του, να κουρεύει το γρασίδι, να τακτοποιεί τους θάμνους, να περιποιείται τα παρτέρια, τέλος έβγαλε την βάρκα του από το γκαράζ που την φύλαγε.
Μια μικρή γαλάζια βάρκα πέντε μέτρων με μηχανή και μια μικρή καμπινούλα με δυο κρεβάτια που ίσα ίσα χωρούσε ένας μετρίου ύψους άνθρωπος να ξαπλώσει.
Έκανε τις απαραίτητες ετοιμασίες και την έριξε στην θάλασσα.
Την επόμενη μέρα θα πήγαινε για ψάρεμα.
Αδημονούσε, γιατί είχε πολύ καιρό να πάει και του έλειπε η χαρά που του έδινε αυτή η απασχόληση.
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε, αφού ήπιε ένα πρωινό καφέ μάζεψε τα σύνεργα του ψαρέματος τα φόρτωσε στην βάρκα του και ξεκίνησε. Ακολούθησε την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που πήγαινε συνήθως.
Μετά από λίγη ώρα εντόπισε ένα κόλπο που δεν είχε ξαναδεί. Του φάνηκε καλό μέρος και πλησίασε. Στην είσοδο του κόλπου υπήρχαν βράχια που μόλις ξεπρόβαλαν από την επιφάνεια της θάλασσας. Γύρω γύρω από τον κόλπο ψηλές απότομες πλαγιές εμπόδιζαν την προσέγγιση στην μικρή παραλία, ένα ήσυχο μέρος ότι έπρεπε γι'αυτόν.
Μπήκε προσεκτικά στον κόλπο αποφεύγοντας τα βράχια που βρίσκονταν στην είσοδο, και όταν πλέον έφτασε στο κέντρο του, σταμάτησε την μηχανή, έριξε άγκυρα, έριξε την πετονιά του στο νερό και περίμενε να "τσιμπήσει".
Στο ενδιάμεσο άνοιξε το ραδιόφωνο, πήρε το βιβλίο που είχε αγοράσει πρόσφατα και άρχισε να διαβάζει.
Η ώρα περνούσε, αυτός είχε ξεχαστεί πια, τον είχε απορροφήσει το βιβλίο του, η απαλή μουσική και ο ρυθμικός ήχος των κυμάτων που έσκαγαν όταν έβρισκαν την στεριά.
Ένα τράβηγμα στην πετονιά έκανε το καλάμι να αναπηδήσει και αυτόν να πεταχτεί, άρπαξε το καλάμι και άρχισε να μαζεύει την πετονιά.
Αυτό που είχε πιάσει έδειχνε μεγάλο, γιατί τραβούσε δυνατά κάνοντας το καλάμι να λυγίζει και αυτόν να παλεύει μια να κρατηθεί πάνω στην βάρκα που έγερνε και τρανταζόταν και από την άλλη να νικήσει τον "αντίπαλό του" που πάλευε να μείνει στον κόσμο του νερού.
Η "μάχη" εξελισσόταν αμφίρροπη, και για πολύ ώρα μέχρι που και οι δυο αντίπαλοι απόκαμαν.
Αυτός άφησε το καλάμι που έπεσε πάνω στην βάρκα, έκατσε στην κουπαστή. Σκούπισε τον ιδρώτα του, κοίταξε την πετονιά που χαλαρή πια έμενε για λίγο στην επιφάνεια πριν χαθεί μέσα στο νερό.
Μια μικρή κόκκινη σταγόνα βγήκε στην επιφάνεια, κάτι που τον έκανε να απορήσει, μετά και άλλη και άλλη........
Βούτηξε στο νερό, έκανε ένα μακροβούτι προσπαθώντας να δει τι ήταν αυτό που είχε πιαστεί στο αγκίστρι του, χωρίς επιτυχία. Η πετονιά κατέβαινε πολύ βαθιά.
Ξαν' ανέβηκε στην επιφάνεια, πιάστηκε από την κουπαστή, πήρε μερικές βαθιές ανάσες, σκουπίζοντας το πρόσωπό του.
Λίγο πιο εκεί το νερό ταράχτηκε και ένα ξανθό γυναικείο κεφάλι ξεπρόβαλε στην επιφάνεια.
Τον κοίταξε με τα καταγάλανα μάτια της και με παραπονεμένη φωνή του είπε.
-Με πόνεσες
Εκείνος την κοιτούσε αποσβολωμένος
-Μη χειρότερα, ήταν το μόνο που μπόρεσε να αρθρώσει.
-Με πόνεσες, του είπε εκείνη δείχνοντάς του το χέρι της με το καρφωμένο σε αυτό αγκίστρι του.
Εκείνος ανέβηκε στην βάρκα και τής έδωσε το χέρι να ανέβει και αυτή.
Όταν εκείνη βρέθηκε πάνω στην βάρκα εκείνος έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Μια ψηλόλιγνη κοπέλα με ξανθιά μαλλιά που έφταναν μέχρι την μέση της, καταγάλανα μάτια, και κατάλευκο δέρμα βρισκόταν μπροστά του.
-Μα εσύ δεν φοράς τίποτε, της είπε
Εκείνη κοίταξε το γυμνό σώμα της. ενώ εκείνος πήρε από ένα ντουλαπάκι ένα κίτρινο αδιάβροχο και την σκέπασε με αυτό.
-Και τώρα ας δούμε το χέρι.
Της έπιασε το χέρι, τράβηξε το φαρμακείο που είχε πάντα μαζί του, της έβγαλε το αγκίστρι και της έδεσε την πληγή με έναν επίδεσμο.
Εκείνη περιεργαζόταν μια τον επίδεσμο και μια το αδιάβροχο που ήταν τυλιγμένη, ενώ αυτός κοιτούσε εκείνη.
Άπλωσε το χέρι του, άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά, εκείνη τον κοίταζε. Πέρασε το χέρι του πάνω από το μάγουλό της.
Εκείνη άπλωσε το χέρι της και έκανε ακριβός τις ίδιες κινήσεις με αυτόν χαϊδεύοντας του τα μαλλιά και το μάγουλο. Άρχισαν χαρίζουν δειλά χάδια ο ένας τον άλλο σαν μικρά παιδιά, ώσπου αυτός τράβηξε το χέρι του, και εκείνη το δικό της. Έμειναν να κοιτιούνται ίσα στα μάτια
-Πώς σε λένε??
-Θαλασσούλα
-Πού είναι το σπίτι σου??
-Εδώ, απάντησε δείχνοντας ολόγυρα την θάλασσα.
Εκείνος γέλασε και εκείνη χαμογέλασε σκερτσόζικα
-Εδώ μένω, του ξαναείπε, εδώ.
Εκείνος άπλωσε πάλι το χέρι του και με τα δυο του δάχτυλα άγγιξε το μέτωπό της κατεβάζοντας τα σιγά σιγά προς την μύτη της, κάνοντάς την να κάνει μια αστεία γκριμάτσα
Εκείνη άπλωσε το χέρι της και επανέλαβε την ίδια κίνηση, κάνοντάς τον να κάνει και αυτός μια αστεία γκριμάτσα, γέλασαν και οι δυο Εκείνη σηκώθηκε όρθια.
-Πρέπει να φύγω
-Θα σε ξαναδώ???
-Αν έρθεις εδώ
-Θα έρθω.
Πέταξε το αδιάβροχο βούτηξε στο νερό, απομακρύνθηκε με γρήγορο κολύμπι από την βάρκα προς το ανοιχτό πέλαγος.
-Θα έρθω και αύριο, της φώναξε, Θα έρθω.
Εκείνη γύρισε, και τον κοίταξε. Τού χαμογέλασε και βούτηξε βαθιά στο νερό.
Έμεινε μόνος πάνω στην βάρκα με τα σύνεργα ψαρέματος, το κίτρινο αδιάβροχο που πριν λίγο τύλιγε το σώμα της Θαλασσούλας ριγμένο στο πάτωμα της βάρκας.
Έπιασε το αδιάβροχο από το πάτωμα της βάρκας και το κοίταξε. Μετά κοίταξε πρός την θάλασσα.
Θα έρθω και αύριο. Θα έρθω.
Την άλλη μέρα πρωί πρωί ήταν εκεί, μαζί της, και την επομένη και την επόμενη.. Τούς έβλεπες συχνά να κολυμπούν μαζί, να τρέχουν να γελούν, να περπατούν χέρι χέρι να πειράζονται, να κοιτούν αγκαλιά κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα, και όταν νύχτονε, ξαπλωμένοι στην αμμουδιά έμεναν να κοιτούν τα άστρα, με το χέρι της κουρνιασμένο τρυφερά στο χέρι του.
Ο καιρός πέρασε. Ένα βράδυ καθώς βρίσκονταν ξαπλωμένοι στην αμμουδιά εκείνος της είπε πώς πρέπει να φύγει.
-Γιατί, τον ρώτησε.
Εκείνος της εξήγησε ότι τελείωσε η άδειά του και έπρεπε να γυρίσει στην πόλη. Εκείνη έδειξε σαν να κατάλαβε.
-Έλα μαζί μου, της είπε
-Δεν γίνετε, ξέρεις ότι εδώ ζώ.
-Μείνε, του είπε
-Δεν γίνετε της αποκρίθηκε, αλλά θα έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ. Έβγαλε από την τσέπη του ένα γαλάζιο φουλάρι, της το έδεσε μαλακά στο μπράτσο. Έσκυψε και την φίλησε.
-Για να μην με ξεχάσεις.
Ένα φιλί που το πήρε μαζί του καλά φυλαγμένο μέσα στην καρδιά, την ψυχή του, μαζί με μια φωτογραφία της που είχε από τότε πάντα μαζί του, και που κάθε νύχτα την έβγαζε και έστελνε μια καληνύχτα και ένα φιλί στην Θαλασσούλα του.
Κάθε Σαββατοκύριακο το περνούσε μαζί της, δεν τον ένοιαζε αν έβρεχε αν έκανε κρύο αν είχε αέρα και φουσκοθαλασσιά αυτός πήγαινε και την έβρισκε, και αυτή πάντα τον περίμενε να τον καλωσορίσει με ένα λαμπερό χαμόγελο και ένα γλυκό φιλί, που όσο πέρναγε ο καιρός του έμοιαζε και πιο γλυκό.
Είχαν περάσει δυο μέρες από την τελευταία τους συνάντηση, εκείνο το χειμωνιάτικο Σαββατοκύριακο. Ο καιρός ήταν πολύ άσχημος αλλά αυτούς δεν τους ένοιαζε Όσο και αν λυσσομανούσε ο αέρας και τα κύματα χτυπούσαν στην αμμουδιά με ορμή αφήνοντας αφρούς να ξεχυθούν ολόγυρα, αυτοί είχαν μια σχισμή βράχου να τους προστατεύει και μια αγκαλιά να τους ζεσταίνει. Με τις αναμνήσεις αυτές νωπές ακόμα, γύρισε σπίτι του κατάκοπος από την δουλειά εκείνο το απόγευμα.
Πέταξε σε μια καρέκλα το μπουφάν, κάθισε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση.
Η είδηση για ένα ναυτικό ατύχημα και πετρελαιοκηλίδα τον έκανε να πεταχτεί πάνω σαν ελατήριο.
Το ρεπορτάζ έδειχνε την γνώριμη σε αυτόν ακτή γεμάτη πετρέλαιο ενώ το κουφάρι ενός τεράστιου τάνκερ που “λόγο θαλασσοταραχής έμεινε ακυβέρνητο και καρφώθηκε σε ύφαλο” φαινόταν σε κοντινή απόσταση.
-Θαλασσούλα, Θαλασσούλα μου, ψέλλισε, κάτ' ωχρός
Την άλλη μέρα πρωί πρωί ξεκίνησε για το εξοχικό του. Ανησυχούσε πολύ για την Θαλασσούλα.
Όταν έφτασε στην ακτή τότε μόνο συνειδητοποίησε το μέγεθος της καταστροφής.
Όλη η θάλασσα είχε σκεπαστεί με πετρέλαιο και μια μυρωδιά νάφθας σχεδόν του έσκιζε τα ρουθούνια.
Πού και πού κάποιος γλάρος κατάμαυρος από το πετρέλαιο προσπαθούσε να περπατήσει στην αμμουδιά, πού είχε γίνει και αυτή μαύρη, ανάμεσα σε νεκρά πουλιά και ψάρια που συνέχεια ξέβραζε η θάλασσα.
Χωρίς να χάσει καιρό τράβηξε με όλη του την δύναμη την βάρκα προς την θάλασσα, μπήκε μέσα και τράβηξε κατά τον κόλπο.
Δεν μπόρεσε όμως να φτάσει. Το λιμενικό τον γύρισε κακήν κακός πίσω.
Έμεινε στην “ζώνη ασφαλείας” που όριζε το λιμενικό και άρχισε να την ψάχνει.
Την φώναζε με όλη του την δύναμη, τα μάτια του άρχισαν να βουρκώνουν και τέλος λύθηκαν σε ένα γοερό κλάμα.
Θαλασσούλα μου, γλυκιά μου Θαλασσούλα, που είσαι??? Που???
Έμεινε εκεί. Κάθε μέρα προσπαθούσε να φτάσει στον κόλπο και κάθε μέρα έβρισκε το λιμενικό να τον σταματάει, και εκείνος μέσα στην "προκαθορισμένη ζώνη ασφαλείας", έμενε να την φωνάζει με την ελπίδα να την δει να ξεπροβάλει από κάπου, μέχρι που νύχτωνε, και αποκαμωμένος έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού, χωρίς να σταματά να φωνάζει το όνομά της ανάμεσα σε λυγμούς που πολλές φορές έπνιγαν την φωνή του.
Ένα πρωί κανείς δεν τον σταμάτησε.
Τα συνεργεία είχαν τελειώσει το έργο του καθαρισμού, τα απομεινάρια του μεγάλου πλοίου είχαν ρυμουλκηθεί μακρυά . Ο κόλπος έχε αποκτήσει φαινομενικά την πρότερη του όψη.
Μπήκε μέσα πλέοντας αργά και φωνάζοντας συνέχεια το όνομά της χωρίς να πάρει απόκριση.
Βγήκε στην ακτή, η κατάσταση εδώ ήταν πολύ χειρότερη.
Η λεπτή ξανθή άμμος είχε μετατραπεί σε μια μαύρη πηχτή λάσπη πού μύριζε έντονα νάφθα και χημικά καθαρισμού, πάνω της νεκρά ψάρια και πουλιά άλλα μισοθαμμένα, άλλα αφημένα ολόκληρα πάνω την άμμο, όλα στο ίδιο μαύρο χρώμα. Σε όλο τον κόλπο κομμάτια πετρελαίου έμεναν να επιπλέουν, όλα μάρτυρες της καταστροφής.
Άρχισε με πολύ κόπο να περπατά στην ακτή, κοιτώντας πότε προς την θάλασσα και πότε προς την ξηρά φωνάζοντας, μέχρι που ένα κάτι που ξεχώριζε από το μαύρο τον έκανε να σταματήσει
Άπλωσε το χέρι του, το τράβηξε από την άμμο.
Ένα μαύρο, απ' το πετρέλαιο πανί κρεμόταν από την άκρη του χεριού του. Ήταν το φουλάρι που της είχε χαρίσει τότε, εκείνη την τελευταία μέρα της άδειάς του πρίν οι υποχρεόσεις του τους χωρίσουν.
Το γνώρισε από το λίγο μπλέ που άφηναν να φανεί οι τεράστιοι μαύροι λεκέδες και αυτός ο ένας μαύρος λεκές που δεν έμοιαζε τόσο γιά πετρέλαιο.
Κρατούσε το φουλάρι μέ τα δυό του χέρια σφικτά.
Τα δάκρυά του, που άρχισαν να πέφτουν πάνω στό πανί όλο και πιό γρήγορα όλο και πιό χοντρά, ξεπλέναν το πετρέλαιο και αποκαλύπταν το μπλέ χρώμα του φουλαριού και το κόκκινο του άλλου λεκέ που δεν έμοιαζε με πετρέλαιο...........



Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Στον κτηνίατρο

Νιαρρρρρρ!!!!!!! Ουφ Ουφ, τί έχω πάθει????
Νιώθω πιασμένος. Τα κοκαλάκια μου πονάνε, η μύτη μου είναι βουλωμένη και ο λαιμός μου, σαν να έχω κάνει γαργάρες με αχινούς.
Ας τεντωθώ λιγάκι.........Νιαουρρρρρρρρρ αχ βάχ τι περνάω ο γάτος................
Ας ξανακοιμηθώ........Νιαρρρρρρ χρρρρρρ φσσσσσ...........
-Έλα Καστράτο, έτοιμο το φαί
-Νιάουμφ, δεν έχω όρεξη. Θέλω να μείνω κάτω από την κουβέρτα......Μιάουφφφφ
-Έλα βρε τεμπελόγατε.........
-Νιαου, τεμπελόγατος???? Εγώ κοιμάμαι μόνο 22 ώρες το 24ωρο, όχι και τεμπελόγατος....Νιουρ
-Καστράτο, Τι έχεις??? να δω.
-Νιαου μπρρρρρ, είμαι χάλια.
-Καλά εσύ καίς, την άρπαξες μου φαίνετε.
-Νιάου μάλλον, κάποιο ρεύμα αχαχαχαχαχαχαχαχαχ
..................................ΛΊΓΗ ΏΡΑ ΜΕΤΆ..............................................................................................
-Λοιπών νεαρέ, έκλεισα ραντεβού στον κτηνίατρο, σε τρείς ωρίτσες θα σε δει ο γιατρός.
-Νιαου, αυτός ο αλμπάνης να δει εσένα. Έτσι είναι οι γιατροί????? Καλέ αυτός το πτυχίο το πήρε νύχτα. Άκου κτηνίατρος αυτός.
-Εεεεεεεελα Καστράτο μου, σου ετοίμασα κάτι ζεστό να πιείς, έλα.
-Νιαουρρρ, ναι καλά οι αγκαλιές μας έλειπαν τώρα. Άσε με κάτω. Α! τι είναι αυτό στο πιατάκι μου??? Ζεστό και ωραίο φαίνετε, να μυρίσω...σνιφφφφ.... Τσάι Κίνας επαρχίας Γιουνάν. Μα καλά αφού το ξέρεις ότι εγώ πίνω Μόνο πράσινο τσάι δυτικής Κεϋλάνης. Νιουφ, τέλος πάντων........γκλίπ γκλίπ γκλίπ, ααααααα!!!!!! τί καλόοοοοοοο... νιάου
-Λοιπόν Καστράτο ώρα να φεύγουμε, έλα στο κλουβάκι.
-Νιάου, μα καλά πιστεύεις πραγματικά ότι χωράω εκεί μέσα.......ΕΕΕΕΕ μην σπρώχνεις, τα πάχη μου τα κάλλη μου θα μου θα μου τα τσαλακώσεις μην σπρώχνεις αχ ουχ......... Τελικά σου πέρασε......Μπήκα.....Ούτε να πάρω ανάσα δεν μπορώ εδώ μέσα....#%*^##^& Νιούμφ!!!!!!!!!!
-Το ξέρεις Καστράτο ότι παραβάρυνες?? Θες δίαιτα.
-Νιάου, δίαιτα να κάνεις εσύ, εγώ απλά έχω λίγα πιασίματα, ενώ εσύ, κοίτα κοιλιά. χαχαχαχαχα...γκουχ γκούχ...
-Νιάου, μην κουνάς το κλουβί έτσι, δεν πάς σε παρέλαση, δεν μεταφέρεις πατάτες γάτο μεταφέρεις και συγκεκριμένα εμένα, σιγά βρε άσχετε......νιαααρρρρρ....Θα ξεράσω ζαλίζομαι....... ααααααααχ τι τραβάω ο γάτος νιάουουουουουου.
-Νιουρ, ωραία θα πάμε με το αυτοκίνητο. Τέλεια.
-Έλα Καστράτο βγες
-Νιάου, μια κουβέντα είναι μισό να ξεσφηνώσω...νιούμφφφφφφ, ααααααχ, και τώρα στην εταζέρα ωωωωπ, ξάπλες, και πού είσαι, βάλε και Οzzy να φτιαχτούμε, αυτός είσαι, γουστάρω. Ξεκινήσαμε, τί ωραία.
-Μαμά κοίτα ένα γατάκι
-Νιάουρ, Τι λες ρε νιάνιαρο, ποιόν είπες γατάκι??? Αν ήταν λίγο πιο ανοιχτό το παράθυρο θα σε συγύριζα εγώ μούλικο, που θα με πεις και γατάκι...
-Καστράτο ήσυχα...
-Νιάου, μα δεν το άκουσες το νιάνιαρο, την μισή μπουκιά, με είπε γατάκι. Τέλος πάντων, ας δώσω τόπο στην οργή. Ααααααααχ. Αιώνια ξάπλαααααχχχχ
-ΝιαΩΩΩΩΩπα....Φανάρι νιούφ
-Καλέ ζωντανό είναι. Κοίτα κοίτα
-Νιούρρρρ. Ναι ρε αποτυχημένη ξανθιά ζωντανός είμαι. Έχεις πρόβλημα????
-Μπορώ να το χαϊδέψω??
-Να σας ανοίξω λίγο το παράθυρο.
-Καλέ είναι τέλειος
-Νιουρρρ. Το ξέρω τίποτε άλλο???
-Νιάου, μάζεψε το ξερό σου από την γούνα μου μην στο κόψω από την ρίζα, μαζέψου κοπέλα μου, σταμάτα να μου ανακατεύεις το τρίχωμα θα μου χαλάσεις την κόμμωση, Άντε στην μηχανή με τον άντρα σου, το φανάρι είναι πράσινο, τσακίδια, ούστ!!!!!
-Νιάου κοίτα ζευγάρι να σου πετύχει, αυτός σαν κακοχυμένος λουκουμάς και αυτή είναι αδύνατη σαν να έχει να φάει μήνες, άσε που φοράει και μίνι. Νιουρ, μίνι κοπέλα μου φοράνε αυτές που έχουν πόδια εσύ ρε πτώμα τί έχεις, μόνο κόκαλα μουαχαχαχαχαχα
-Νιούρ, τί κοιτάς ρε κοπρόσκυλο?? Άντε κυρά μου μάζεψε το ψιλόσπιτο μας πήρε τα αυτιά.
-Νιάου, ευτυχώς αυτή με τον κόπρο πάει ευθεία, εμείς στρίψαμε, μα καλά την είδες μια μούρη, αυτή με τον σκύλο?? Εντελώς σκυλίσια νιάουρρρρ
-Νιαου όπα, άλλο φανάρι. Αααα!!! Κοίτα αυτή, ωραία είναι καλό κομμάτι ε?? Ψιλή στιλάτη. Ωραίο πράμα. Άρε τί φτιάχνει ο Θεός όταν έχει κέφια, κοίτα την άλλη, τί γυαλιά είναι αυτά κοπέλα μου, σαν τρόλεϊ είσαι χαχαχαχα, αμ αυτός, κοίτα πώς είναι, πώς πάει χαχαχαχαχα, σιγά ρε θα σου πέσει κανένα κιλό μαγκιά....χαχαχαχαχα, να κι' άλλη με σκύλο, μα καλά τί βρίσκουν στα σκυλιά, αφού είναι τελείως χαζά. Ξέρουν μόνο 3 γράμματα απ' όλη την αλφάβητο και αυτά με λάθος σειρά "ΓΑΒ"!!!!!!!!!!!!!!!!
-Νιουρ ξεκινάμε πάλι
..................................................................................ΛΊΓΟ ΜΕΤΆ..............................................................
-Φτάσαμε Καστράτο μου, έλα μπες πάλι στο κλουβάκι
-Νιάου, όπως τα λες, κλουβάκι για ένα γάταρο...αχ, ούχ #$%^^^&^*%%%, Ουφ, πάλι εδώ μέσα. Τί στριμωξίδι Θεέ μου νιούμφ
-Καλημέρα στον έφερα να δούμε τί έχει
-Ωραία βάλε τον εκεί
-Έλα Καστράτο βγες
-Νιάου βγαίνω, αχχχχχ ωραία, ας τεντωθώ λίγο νιάχχχχχχχχχχχχχχχ
-Πώ πώ ένα λιοντάρι, καλέ πώς έγινε έτσι?????
-Νιαουρ, κατ' αρχή δεν είμαι λιοντάρι είμαι γάτος, αν εσύ βλέπεις λιοντάρι να πάς σε γιατρό να σου βγάλει τα μάτια να ησυχάσουμε. Ας κάτσω, μάλλον ξαπλώσω, εδώ, φαίνετε άνετα.
-Εύη, σε παρακαλώ φέρε τον γάτο εδώ.
-Νιάου ποιά είναι η Εύη?? Καλέ εσύ είσαι η Εύη, άντε να φας κορίτσι μου που είσαι σαν να ήρθες από τον λιμό της Αιθιοπίας, τι πάς να κάνεις, να με σηκώσεις?? Εσύ καλέ με το ζόρι σηκώνεις τον εαυτό σου νιαουουουουουου, σιγά κοπέλα μουουουουουουουου
-Καλέ είναι βαρύς!!!!!
-Νιούρρρ, φυσικά είμαι βαρύς. Τί σαν και εσένα φτερό στον άνεμο. Καλέ τί κόκκινα μαλλιά είναι αυτά, μουαχαχαχαχαχαχα σαν πυρσός είναι χαχαχαχαχαχαχα νιάου νιάου.
-Ωραία τώρα κράτα του την ουρά σηκωμένη
-Νιάου Ε!!! Τέτοια ουρά σαν την δική μου, πρέπει να την θαυμάζουν. Σας αρέσει έ, Μα τί πάς να κάνεις εκεί με το θερμόμετρο??? πού πάς να το βάλεις??? Έχω καλό όνομα στην γειτονιά εγώ, δεν θα μου το χαλάσεις εσύ, μη γιατί νιουάαααχχχ, ##$%^&^^%%$$#$#$%%^^&&%^%%$$. κακόχρονο να έχεις πανάθεμάσε, γιατρέ της συμφοράς. Πάλι καλά που δεν με είδε κανένας, πωπω ρεζιλίκιιιιιιιιιι νιάουρρρ νιούρρρρ
-Έχει πυρετό, για να τον ακροαστώ
-Νιάου μπα έχεις και στηθοσκόπιο, ωχ άχ είναι κρύο χαχα γαργαλιέμαι χιχιχι
-Μάλιστα, θα του γράψουμε ένα φαρμακάκι και θα γίνει περδίκι
-Ωραία θα πάω να το πάρω αμέσως.
-Δύο φορές την ημέρα, πρωί βράδυ και σε δυό τρείς μέρες θα είναι περδίκι
-Νιάου, τί λες ρε κομπογιαννίτη, να το πάρεις εσύ το φάρμακο να γίνεις βόδι που σου ταιριάζει όχι εγώ ο μέγας και ονομαστός γάτος περδίκι. Άκου πράγματα, να πάρω το φάρμακο να γίνω πουλί. Περδίκι. Α να χαθείς, και εσύ και το άλλο το σκιάχτρο η Εύη. Τί κοιτάς κοπέλα μου που μέσα από τη ρόμπα μου φοράς και σορτσάκι. Άντε φάε να γίνεις άνθρωπος, η λακόστ η μπλούζα σου έλειπε χάλι ε χάλι. Να σε δω το χειμώνα, που θα φυσάει τί θα κάνεις, θα τριγυρνάς με βαρίδια στις τσέπες????
-Ωραία φεύγουμε τώρα. Καστράτο μέσα
-Νιάου #$$%^%%$%$^$^$^&#$^$&$%*&%&(^&^# Μπήκα. Νιούφφφφ
-Τι χρωστάω
-Νιάουρρρ θέλει και λεφτά ο κτηνίατρος της συμφοράς??? Τί τον πληρώνεις??? Αυτός είναι για ανθρώπους όχι για γάτους, ο αλμπάνης ο άσχετος.
-Νιάου αχχχχχ ωραία πάλι στο αυτοκίνητο, ωωωωπ στην εταζέρα, και Ozzy στο cd άψογα
-Νιάου, γιατί σταματήσαμε?? που πάς??? Α, στο φαρμακείο. Αυτός είναι ο φαρμακοποιός???
Χαχαχαχα καλέ αυτός είναι πιο φαρδύς από το γραφείο χαχαχα, οι καρέκλες σου ατσάλινες είναι ρε φαρμακοτρίφτη??? χαχαχαχα, και κοίτα κάτι γυαλιά, σαν παρμπρίζ αυτοκινήτου είναι, ρε τί γέλια.
Νιάου, ρε φαρμακοτρίφτη, κοίτα μην πέσεις γιατί θα γίνει σεισμός ρε γέλια χαχαχα, ρε σύ χωράς μαζί με το νερό στις πισίνες???? χαχαχαχαχα
-Άντε Καστράτο μου, πάμε σπίτι, να πάρεις και το φαρμακάκι σου να γίνεις καλά.
-Σιγά μην πάρω εγώ αυτό. Να γίνω περδίκι. Πτηνό δηλαδή. Να το πιείς εσύ.
-Νιάου κοίτα αυτός με την μηχανή πώς τρέχει. Φίλε θα σε βρούμε στην επόμενη κολώνα, μόνο που εσύ θα είσαι αυτοκόλλητο. Τι βλάκες Θεέ μου.
-Νιούρ, κοίτα την καστανομάλλα που περιμένει στην διάβαση, Κούκλα. Αυτή μάλιστα, να φορά μίνι. Αυτή μάλιστα κύριε, νιαου. Άλλος ηλίθιος, πώς οδηγάς έτσι ρε, κοίτα τι κάνει. Σφήνες. Ναι ρε, έτσι να οδηγάς και θα προκόψεις.
-Νιάου κοίτα το κοπρόσκυλο που τα κάνει. Πάνω στο πεζοδρόμιο. Αυτά τα ζώα δεν έχουν τρόπους τελικά. Εντελώς αμόρφωτα. Αμ το άλλο το ζώο, δεν τα μάζεψε. Τα άφησε πάνω στο πεζοδρόμιο τι βλήμα. Τι άχρηστος. Το ένα ζώο έβγαλε βόλτα το άλλο.
-Φτάσαμε σπιτάκι μας Καστράτο μου.
-Νιάου. Ωραία σπίτι μου σπιτάκι μου, ωραίο κρεβατάκι μου.
-Νιαρχ, τί ωραία να είσαι πάλι σπίτι, ωραία η βόλτα δεν λέω αλλά η ξάπλα άπαιχτη.
-Έλα Καστράτο μου το φαρμακάκι σου
-Νιάρ, σιγά μην το πιώ, πιες το εσύ. Μη όχι ΓΛΟΥΠ ΓΚΑΧ ΓΚΟΥΧ.
-Νιάου μου το έδωσε με το ζόρι. Έχει γούστο να γίνω περδίκι, για να με δω. Γούνα ουρά, κεφάλι πόδια, όλα Ο.Κ. και πούπουλα πουθενά. Ωραία.
-Νιάου πάω να ξαπλώσω. Νιαουουουουρρρρρρχχχχ, τί μέρα και η σημερινή
-Νιαουρχχχχχχχχρρρρρρρρρ φσσσσσσσσσ χρρρρρρρρ φσσσσσσσσσσσσ
....................................



Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Βόλτες

Περπατάς, πότε στο πεζοδρόμιο και πότε στον δρόμο, χωρίς λόγο και σκοπό, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Τα πόδια κινούνται σχεδόν μηχανικά, πότε το ένα εμπρός και πότε το άλλο, χωρίς θαρρείς να παίρνουν εντολές, σαν να είναι ανεξάρτητα από το μυαλό, απλά κινούνται και σε μεταφέρουν χωρίς να γνωρίζεις που, και από πού.
Θυμάσαι πώς έφτασες μέχρι εδώ??? Από πού πέρασες??? Με ποιους συναντήθηκες??? Τι είδες, ποιους??? Τι σε είδε??? Ποιοι???
Καμία απάντηση δεν σού έρχεται και οι ερωτήσεις μένουν ερωτήσεις.
Δεν σε νοιάζει, Εσύ συνεχίζεις να περπατάς στον δρόμο που εσύ επιλέγεις, η μάλλον τα πόδια σου που σε οδηγούν.
Το κεφάλι άδειο, από σκέψεις αποφάσεις, προβληματισμούς σαν το μυαλό να μην λειτουργεί, λες και έχει πέσει σε μια προσωρινή νάρκη.
Οι δρόμοι αλλάζουν το ίδιο και οι κατευθύνσεις Εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη, έρχονται και φεύγουν σε ένα ζωντανό slide show που προβάλετε ολόγυρά σου. Άνθρωποι σε προσπερνούν, λίγοι σε κοιτάζουν μα εσύ δεν κοιτάζεις κανένα και τίποτα, απλά προχωράς με αργά νωχελικά βήματα ίδια σε τέμπο από την αρχή που ξεκίνησες τούτο τον δρόμο.
Σταματάς. Μπροστά στα πόδια σου απλώνετε μια μικρή λίμνη μέσα στον δρόμο, απομεινάρια από την προηγούμενη βροχή?.............πιος ξέρει.
Σκύβεις και κοιτάς τον εαυτό σου που καθρεφτίζετε παλώμενος μέσα στο νερό.
Κοιτάς το τζιν παντελόνι που φοράς, το πουκάμισο τα διπλωμένα στα μπράτσα μανίκια, τα χέρια σου που κρέμονται δεξιά και αριστερά πάνω στα πλευρά σου.
Αυτός είσαι????
Κουνάς τα δάχτυλα των χεριών, τα βλέπεις να κινούνται στο καθρέφτισμα του νερού.
Είναι τα δικά σου δάχτυλα.
Κάνεις ένα βήμα, τώρα βρίσκεσαι στη μέση της λιμνούλας, ξανακοιτάς την εικόνα που σχηματίζετε και πάλεται όλο και λιγότερο καθώς το νερό ηρεμεί.
Εσύ είσαι αυτός, κοιτάς το είδωλο στα μάτια σε κοιτάει και αυτό.
Ποιο είναι το είδωλο, ποιος κοιτά ποιόν, ποιος καθρεφτίζετε πού, ποιος θα σταματήσει να κοιτά πρώτος????
Κοιτάς στο πλάι, βλέπεις, το πλαϊνό του κορμιού σου, και μετά το άλλο πλαϊνό τα χέρια σου που κρέμονται
Κοιτάς επάνω, το απέραντο γαλάζιο του ουρανού
"Θεέ, πόσο γαλάζιο χάλασες για να μην σε βλέπουμε????"
Πώς σου ήρθε τώρα αυτό??? Πού το διάβασες??? Ποιος το είπε???
Το μυαλό δεν βοηθά, δεν σου έρχεται καμιά απάντηση.
Τα πόδια αρχίζουν και πάλι το νωχελικό τους περπάτημα, αιχμάλωτος τους θαρρείς ακολουθείς, που σε πάνε??? Δεν υπάρχει απάντηση, δεν σε νοιάζει.
Σε λίγο η θάλασσα απλώνετε μπροστά σου. Ένα παγκάκι, προχωράς πρός αυτό, κάθεσαι
Τα κύματα αγωνίζονται να σε φτάσουν, να σε αγγίξουν, δεν μπορούν.
Η θάλασσα σε καλεί με την ιδιόρρυθμη φωνή της να πας σε αυτήν να πλαγιάσεις μέσα της.
Εσύ μένεις στο παγκάκι ακίνητος απλά να κοιτάς.
"Θεέ πόσο χρώμα χάρισες σε αυτό τον κόσμο???"
Ο ήλιος, αρχίζει να κατεβαίνει, βάφεται στα πορφυρά χρώματα της δύσης, και μαζί του κάθε τι γύρω, η θάλασσα, ο ουρανός, η άμμος, οι άνθρωποι, το παγκάκι, εσύ.
Χάνετε σιγά σιγά στο βάθος της, παραβιάζοντας το σύνορο μεταξύ ουρανού και γης, το όριο μεταξύ των δυο μπλε, παίρνοντας μαζί του λίγο λίγο το φως
Οι φανοστάτες των δρόμων ανάβουν, σαν υπάκουοι στρατιώτες παρατεταγμένοι δεξιά και αριστερά σε καλούν να ακολουθήσεις τον δρόμο που ορίζουν. Γυρίζεις, τούς κοιτάζεις να μικραίνουν όσο η απόσταση από εσένα μεγαλώνει μέχρι που χάνονται κάπου μακριά σε ένα ιδιότυπο τέρμα.
Από μακριά έρχεται θόρυβος από μουσική και ανθρώπους που διασκεδάζουν, φτάνει στα αυτιά σου σαν να σε προσκαλούν να πας και εσύ, γυρίζεις και κοιτάς τα πολύχρωμα φώτα να παίζουν στον ρυθμό της μουσικής, μα εσύ μένεις εκεί.
Αλλάζεις θέση, κάθεσαι πια στην πλάτη στο παγκάκι σαν να θέλεις να είσαι πιο ψηλά, να βλέπεις καλύτερα να σε βλέπουν καλύτερα.
Δεν προσέχεις πια τίποτε, ούτε το κύμα που προσπαθεί, μάταια να σε φτάσει, ούτε την θάλασσα, παρά μόνο κοιτάς ψηλά, τα χιλιάδες αστέρια που έχουν ανάψει στον σκοτεινό πια ουρανό.
Διαλέγεις ένα, το πιο φωτεινό και τραβάς γραμμή μέχρι το διπλανό του, μετά άλλη και άλλη και άλλη. Οι γραμμές σχηματίζουν εικόνες, και αυτές ξυπνούν συναισθήματα, συνεχίζεις να τραβάς γραμμές να σχηματίζεις εικόνες μέχρι που όλος ο ουρανός γίνετε μια και μοναδική εικόνα, αυτή τη μοναδική που μόνο εσύ βλέπεις, ίδια με αυτή που έχεις μέσα στήν ψυχής σου.

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Ήρθα!!!!!!!!!

Ναι καλοί μου φίλοι.
Γύρισα, και ακόμα αναρωτιέμαι γιατί????????
Έλα ντε. Ιδού το μέγα ερώτημα.
Η Ισπανία είναι εντυπωσιακή, και οι άνθρωποι της μου φάνηκαν αρκετά ευγενικοί.
Σε καμία περίπτωση δεν μας άφησαν αβοήθητους και παρ' ότι δεν ήξεραν γρι Αγγλικά, η άλλη ξένη γλώσσα προσπαθούσαν και τελικά με νοήματα και σκόρπιες στραπατσαρισμένες Αγγλογαλλικοιταλικές λέξεις μας έδιναν να καταλάβουμε, και απομακρυνόμασταν εμείς ευχαριστώντας και αυτοί με ένα χαμόγελο.
Ας αφήσουμε όμως τα πολλά λόγια και ας αρχίσουμε την βόλτα μας στις Ισπανικές πόλεις που πήγα.
Βαρκελώνη



Μια πλευρά, η πιο εντυπωσιακή, κατά την γνώμη μου, από την Εκκλησία της Αγίας οικογένειας (SAGRADA FAMILIA).
Ξεκίνησε να χτίζετε από τον GAUDI το 1890 και μόνο ο θεός ξέρει πότε θα τελειώσει.......

Μια άποψη από ένα κεντρικό δρόμο της Βαρκελώνης (GRAN VIA) που διασχίζει την πόλη από την μια πλευρά μέχρι την άλλη.


Ένα διάσημο κτήριο, η PEDRERA, σχεδιασμένο από τον GAUDI, φαίνεται ε??



Και βέβαια σε παραλιακή πόλη βρισκόμασταν εκείνες τις μέρες και φυσικά κάναμε μπάνιο εδώ, στην PUENTA DEL MAR


Μια γρήγορη επίσκεψη στην Παναγία pilar στην Σαραγόσα

μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή εκκλησία που είναι για τους καθολικούς κατοίκους της Ιβηρικής Χερσονήσου ότι και η Παναγία της Τήνου για εμάς.

Και πάμε στην πρωτεύουσα

ΜΑΔΡΊΤΗ

Πρώτα το πάρκο RETIRO που δεν το είδαμε όλο γιατί στο μισό βγάλανε φουσκάλες τα πόδια μας από το περπάτημα ΟΥΦ!!!!!!!!!!!

Να και η λιμνούλα του πάρκου για τις πάπιες και τα ψαράκια


Το εξωτερικό του μουσείου PRADO


Το ανάκτορο ESCORIAL, που χρησιμοποιείτε πλέων μόνο για επίσημες εκδηλώσεις ιδιαίτερα επιβλητικό.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός ATOCHA της Μαδρίτης όπου εκεί είχε γίνει πριν 8 περίπου χρόνια η επίθεση της αλ καιντα, ιδιαίτερα επιβλητικός τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά όπου υπάρχουν εξωτικά δένδρα, κάτι σαν μίνι βοτανικός κήπος


Και βέβαια σιδηροδρομικός σταθμός χωρίς τραίνα δεν γίνετε

Να λοιπόν ένα που κάνει την διαδρομή Μαδρίτη Βαρκελώνη (570χιλ) σε 2 ώρες και 38 λεπτά ΑΚΡΙΒΩΣ

Και τέλος Βαλένθια, όπου ο ποταμός TURIA αποβλήθηκε από την πόλη για να μάθει να πλημμυρίζει και η κοίτη του έγινε πάρκο με γήπεδα ποδοσφαίρου, μπάσκετ, χώρους αναψυχής βόλτας, ηρεμίας. Εκεί έστησε ο Καλατράβα τα δημιουργήματά του.

Αυτά δηλαδή

Και μη χειρότερα. Τι άλλο θα δούμε!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Και το καταπληκτικότερο όλων

Το ΕΝΥΔΡΕΊΟ

Έργο Καλατράβα και αυτό όπως καταλαβαίνετε.

Να και μέσα

Μέσα στο χώρο του ενυδρείου είναι και το Δελφινάριο, όπου δίνονται φοβερές παραστάσεις με δελφίνια

Και τέλος το Τολέδο, η παλιά πόλη, που απλά σας παραθέτω μια πανοραμική φωτογραφία που αν την συγκρίνετε με τον πίνακα του EL GREKO "Θύελλα πάνω από το Τολέδο" θα δείτε ότι δεν έχει αλλάξει τίποτε.

Η φωτογραφία δεν είναι καλή γιατί την είχα τραβήξει με την φιλμάτη κάμερα, και προσπάθησα να την "ψηφιοποιήσω" φωτογραφίζοντας την με την ψηφιακή αλλά μάλλον το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό. Μπαίνοντας μέσα στην πόλη, και περπατόντας στα στενά δρομάκια της πόλης διαπιστώνεις ότι δεν έχει αλλάξει και πολύ από τον 15-16 ο αιώνα.

Στην φωτο όμως μπορείτε να δείτε δεξια το ALKAZAR (Αλκαθάρ) το παλάτι, όταν η πόλη ήταν πρωτεύουσα της Ισπανίας και τον καθεδρικό ναό, φαίνετε το καμπαναριό περίπου στήν μεση, που εκεί είναι η έδρα της Ισπανικής εκκλησίας.

Η αρχιεπισκοπή ένα πράγμα.

Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στίν Ισπανία, είναι τα τεράστια πεζοδρόμια σε όλες τις πόλεις, και βέβαια η φιλικότητα τους στα άτομα με ειδικές ανάγκες.

Δεν υπάρχει μέρος που να μην μπορεί να πάει μόνος του ένας συνάνθρωπος καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, ακόμα και στην παραλία.

Αυτό για εμένα σημαίνει πολιτισμός

Τώρα όλα αυτά είναι μια ευχάριστη ανάμνηση, αποτυπωμένη σε 580 ψηφιακές φωτό 108 αναλογικές, νέους φίλους μέσα από το γκρουπ που λόγο μεγέθους, 11 άτομα, γίναμε όλοι μια παρέα και περάσαμε υπέροχα.

Να είμαστε καλά και του χρόνου καλύτερα


Κλείνοντας αυτό το ποστ δεν μπορώ να μην σας δείξω και μερικά ακόμα "αξιοθέατα" όπου σας καλώ να ψηφίσετε για να βγάλουμε το καλύτερο....................

1) Σαραγόσα....................

Ναι καλέ η μαυρομάλλα και η ξανθιά

2) ΜΑΔΡΊΤΗ..............


3) Βαλένθια.................




Και τέλος 4) Βαρκελώνη





Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Επανάληψη

Φεύγω για διακοπές. Επειδή όμως δεν πρόλαβα να ετοιμάσω κάτι νέο θα σας βάλω να διαβάσετε κάτι από τα πρώτα μου post, τότε που το ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ ήταν ένα νέο και άγνωστο blog. Κάτι όπως κάνουν τα κανάλια ένα πράγμα.
Τα λέμε όταν επιστρέψω.
ΝΑ ΠΕΡΝΆΤΕ ΚΑΛΆ
Τα λέμε μετα τίς 3/9
Φιλιά σε όλους

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΆ

Το φως στην κουζίνα του μικρού σπιτιού ήταν ακόμα αναμμένο.
Μέσα στο δωμάτιο, εκείνη καθισμένη σε μια καρέκλα, δίπλα στο τραπέζι. Μικροκαμωμένη κοπέλα, αδύνατη. Την έβλεπες και έλεγες ότι με το παραμικρό τράνταγμα θα έσπαγε σε κομμάτια, με πράσινα μάτια και με καστανόξανθα μαλλιά αφημένα ελεύθερα να πέφτουν στους ώμους της, θαρρούσες ότι ήταν η ενσάρκωση κάποιας Παναγίας του Μποτιτσέλι.
Φορούσε μία ροζ φόρμα και στα πόδια ένα ζευγάρι γκρι παντόφλες σκυλάκια που χαμογελούσαν.
Το τασάκι πάνω στο τραπέζι ήταν γεμάτο αποτσίγαρα ενώ ένα ακόμα έκαιγε ανάμεσα στα μικρά της δάχτυλα, και πιο δίπλα ένα μισογεμάτο ποτήρι. Με το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο, έπιασε το ποτήρι και τράβηξε μια γουλιά.
Κοίταξε το ρολόι της. Τρεις η ώρα και εκείνος δεν είχε φανεί ακόμα. Σηκώθηκε από την καρέκλα αναστενάζοντας και πήγε μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Το μωρό στην κούνια κοιμόταν ήρεμο. Γυρισμένο στο πλάι σκεπασμένο με μια γαλάζια κουβερτούλα και τα χέρια του ενωμένα στις παλάμες σαν να προσεύχεται.
Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Γύρισε πίσω στην καρέκλα που καθόταν και τράβηξε μια γουλιά ακόμα από το ποτήρι.
Ο θόρυβος από την πόρτα που άνοιγε την έκανε να αναπηδήσει πάνω στην καρέκλα. Ήρθε επιτέλους, σιγοψιθύρισε.
Αυτός μπήκε μέσα και εκείνη πήγε να τον προϋπαντήσει. Εκείνος ψηλός, γεροδεμένος με πολύ κοντά μαύρα μαλλιά και καστανά μάτια.
-Ηρθες?, τον ρώτησε όλο αγωνία.
-Οχι, της απαντά νευριασμένα, Ακόμα στην γωνία είμαι.
-Πεινάς? Να σου βάλω να φας κάτι τον ρωτά.
-Δεν με παρατάς βραδιάτικα, της αποκρίνεται αυτός.
-Μα γιατί μου μιλάς έτσι? Που ήσουν? Βρωμάς οινόπνευμα. Πάλι ήπιες?Εκείνος γύρισε απότομα.
-Ανάκριση θα μου κάνεις της φώναξε άγρια.
-Μην φωνάζεις, θα ξυπνήσεις το μωρό. Μου υποσχέθηκες ότι δεν θα ξαναπιείς.
-Αϊ παράτα με
-Μου υποσχέθηκες, του είπε ξανά πιάνοντάς τον από το χέρι.
Εκείνος αντί για απάντηση σήκωσε το χέρι του. Εκείνη σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Το χέρι του σηκώθηκε και άλλες φορές, μέχρι που η κοπέλα σωριάστηκε στο πάτωμα.
-Να για να μάθεις να ανακατεύεσαι στην ζωή μου, της είπε και την έφτυσε.
Μια κραυγή πόνου έφυγε από τα χείλη της, καθώς αυτός φεύγοντας, της πάτησε το χέρι. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Ένα δάκρυ κύλησε στα μάγουλά της, και μετά άλλο, άλλο, μέχρι που δύο ρυάκια αυλάκωναν τα ροδαλά της μάγουλα.
Μου υποσχέθηκες ότι δεν θα το ξανακάνεις είπε χαμηλόφωνα, ενώ οι λυγμοί έπνιγαν την φωνή τής.
Το μωρό είχε ξυπνήσει και έκλαιγε. Αυτός ήρθε πάλι, την έπιασε από το σβέρκο την σήκωσε και την έσπρωξε στην κρεβατοκάμαρα. Εκείνη ανήμπορη να αντιδράσει σωριάστηκε στο πάτωμα μπροστά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
-Κάντο να σκάσει το μούλικο, μην σας αρπάξω και τους δυο και σας πνίξω. Ακούς μωρή. Κάντο να σκάσει. Θέλω να κοιμηθώ.
Της έριξε μια κλοτσιά και πήγε στην κουζίνα. Είδε το ποτήρι με το ποτό και μονολόγησε. Κοίτα! Μου πίνει και το ποτό μου τώρα. Ξαναγέμισε το ποτήρι και άρχισε να πίνει κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Είχε αρχίσει να βρέχει.
Άχρηστη, μονολόγησε και τράβηξε άλλη μια γουλιά ποτό. Εκείνη σηκώθηκε πιάνοντας τα πλευρά της και πήγε στο μωρό που ακόμα έκλαιγε γοερά. Του χαμογέλασε. Το πήρε στα χέρια της, το τύλιξε με την κουβερτούλα και πήγε στο σαλόνι. Άρχισε να του τραγουδά ένα νανούρισμα και συγχρόνως του έβαλε την πιπίλα στο στόμα.
Το μωρό ησύχασε, αλλά εκείνη δεν σταμάτησε να του τραγουδά. Το τραγούδι της διακοπτόταν από λυγμούς και η κουβερτούλα του μωρού μουσκευόταν από τα δάκρυά της.
Έτρεμε
Έτρεμε τόσο πολύ σαν να την χτυπά ρεύμα.
Πήγε με το μωρό στην κρεβατοκάμαρα, το άφησε μαλακά στην κούνια και στα όνειρά του και πήγε στο κρεβάτι, αυτός είχε ήδη ξαπλώσει, σήκωσε την κουβέρτα και ξάπλωσε δίπλα του.
Την κοίταξε. Γύρισε και την άρπαξε από τα χέρια, με το ένα του χέρι της κρατούσε τα δύο χέρια και με το άλλο της τράβηξε δυνατά την φόρμα.
Μόνο πόνο ένιωθε, πόνο σε όλο της το κορμί.
Το μωρό άρχισε να κλαίει πάλι, την έσπρωξε, και την πέταξε από το κρεβάτι.
Τράβα να το κάνεις να το βουλώσει, της είπε.
Εκείνη φόρεσε ξανά την φόρμα τής, σηκώθηκε, πήγε στο μωρό, το πήρε από την κούνια και αφού το τύλιξε με την κουβερτούλα του, πήγε στο σαλόνι, άρχισε να το κουνά μαλακά, και σκεφτόταν την ζωή της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό, και πάντα την άλλη μέρα οι συγνώμες και οι υποσχέσεις ότι δεν θα ξαναγίνει, και όλο τα ίδια και τα ίδια.
Κοίταξε το μωρό της. ΤΟ ΜΩΡΟ ΤΗΣ.
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, άρχισε να περπατά στον δρόμο, με το μωρό στην αγκαλιά της, τυλιγμένο με την γαλάζια κουβερτούλα του.
Έβρεχε δυνατά. Αστραπές αυλάκωναν τον μουντό ουρανό και οι βροντές τους έσκιζαν την βραδινή ησυχία.
Ο δρόμος έρημος. Οι λίγοι διαβάτες έτρεχαν να γλιτώσουν από την καταιγίδα, τα γυμνά της πόδια πλατσούριζαν στα νερά και εκείνη είχε γίνει μούσκεμα ως το κόκαλο.
Έτρεχε.
Κουρασμένη πια μπήκε στο πάρκο, περπάτησε ως ένα παγκάκι και κάθισε.
Το μωρό ήταν ήρεμο, ξάπλωσε στο παγκάκι προσέχοντας να μην βρέχεται το μωρό της.
Έκλεισε τα μάτια.
Ήταν τόσο μα τόσο κουρασμένη.
Άρχισε να λέει μια προσευχή.
Πάτερ υμών ο εν τις ουρανείς.........Ένας ύπνος βαθύς άρχισε να την κυριεύει.
Αγιασθήτο το......όνομά σου Ελθέτω ή ........Ένας Ύπνος.
Το μωρό της.
Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το κεφαλάκι,ήταν τόσο ήρεμο.
Οι αστραπές αυλάκωναν τον μουντό ουρανό, και ή βροχή έπεφτε ασταμάτητα.
Κυριακή πρωί.
Ο κύρ Παναγιώτης ήταν κιόλας όρθιος.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Χαρά θεού μονολόγησε, η πρωινή λιακάδα προμήνυε μια ηλιόλουστη μέρα.
Έφτιαξε τον καφέ του και κάθισε να τον πιει. Η γυναίκα του η κυρά Τασία ήρθε και κάθισε δίπλα του. Πήρε το χέρι της γυναίκας του μαλακά μέσα στο δικό του και πάτησε το κουμπί του τηλεκοντρόλ.
-Να ακούσουμε καμιά είδηση να μάθουμε τι γίνεται στον κόσμο, της είπε.
Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε χαμογελώντας, τριάντα χρόνια παντρεμένοι πάντα από το χέρι την κρατούσε και όλο και κάτι της έφερνε."Δώσε μου το λουλούδι τού λουλουδιού μου", έλεγε στον ανθοπώλη της γωνίας, κάθε φορά που έμπαινε στο μαγαζί του.
Της έδωσε λίγο από τον καφέ του, εκείνη ρούφηξε λίγο καφέ και σκουπίζοντας τα χείλια της με μία χαρτοπετσέτα του είπε.
-Κάνε γρήγορα γιατί θα έρθουν τα παιδιά και θα μας βρουν με τις πιτζάμες.
Εκείνος τής χαμογέλασε και αφού ρούφηξε λίγο από τον καφέ του γύρισε στην τηλεόραση
........Οικογενειακή τραγωδία αποκαλύφθηκε σήμερα το πρωί όταν περαστικοί βρήκαν σε παγκάκι πάρκου στην οδό......μία μητέρα με το μωρό της νεκρή.........ο Εισαγγελέας έχει διατάξει..........

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

SMS. Μηνύματα

Καλησπέρα.
Έχουμε κανένα νέο από την δουλειά???
Τι έγινε με αυτό που μου έλεγες εχθές????

Καλησπέρα.
Ευτυχώς, καλά νέα.
Παρ ότι θα έχουμε αλλαγές στην δουλειά σε σύντομο χρονικό διάστημα, μας εγγυήθηκαν ότι θα μείνουμε όλοι στις θέσεις μας.

Α! Ευτυχώς. Πάλι καλά

Ναι καλά. Δεν είναι να τους πιστεύεις αυτούς.
Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, έχουμε τούς τρεις πρώτους που κινδυνεύουν να μείνουν άνεργοι

Εσένα σε επηρεάζει αυτό???

Όχι Ευτυχώς, δεν κινδυνεύει η θέση μου. Ακόμα τουλάχιστον. Αλλά οι άλλοι????
Τόσα χρόνια στην δουλειά, και να κινδυνεύουν να πεταχτούν έξω σαν τα σκυλιά????

Μακάρι, να μείνουν τα πράγματα όπως έχουν. Τουλάχιστον με το προσωπικό


Μακάρι το εύχομαι, γιατί στην ηλικία που είναι ποιος θα τους πάρει??
Θα δυσκολευτούν να βρούν δουλειά και όπως ξέρεις οι υποχρεώσεις τρέχουν.
Το ίδιο ισχύει και γιά εμένα
Και όσο να' ναι 15 και χρόνια δουλεύω εκεί, και να σού πώ φοβάμαι και εγώ μη γίνει καμιά στραβή

Μπα, δεν νομίζω, θέλουν έμπειρα στελέχη σε τέτοια νευραλγικά πόστα.
Τα έμαθες όμως????
Υπάρχουν φήμες ότι θα κλείσει η .............. και ο ................... έχει τρελαθεί.
Έχει οικογένεια, δυο παιδιά ο άνθρωπος, να ζήσει.


Η ................... Τι λες καλέ????
Γιατί???? Δεν φαινόταν ότι δεν πάει καλά τέτοια εταιρία.
Εγώ νόμιζα ότι δεν έχει πρόβλημα.


Η ........... Είναι μέλος του ομίλου ............... Η οποία κλείνει μονάδες ανά τον πλανήτη


Ναι αλλά γιατί??? Γιατί αυτήν εδώ στην Ελλάδα???
Μα πού θα βρει καλύτερη πρώτη ύλη????
Στην Κίνα??? Ας γελάσω???


Τι να σου πω. Όταν μιλάμε για χρηματιστήρια με μετόχους να απαιτούν άμεσα κέρδη ανα τρίμηνο, η κοινή λογική πάει περίπατο


Ναι, αλλά όλα πρέπει να έχουν κάποιο όριο, που αν το ξεπεράσεις θα έχεις και συνέπειες, κάτι σαν την κότα με τα χρυσά αυγά ένα πράμα.
Και να στο πω και αλλιώς
Η πλεονεξία όταν ξεπερνά κάποια όρια γίνετε πια επικίνδυνη ψυχική διαταραχή.


Τα Δ.Σ δυστυχώς είναι υπόλογα στους μετόχους. Έτσι προσπαθούν να βγάλουν βραχυπρόθεσμα κέρδη, για να τους ευχαριστήσουν και να πάρουν και τα μπόνους τους που σχετίζονται άμεσα με την τιμή της μετοχής.


Αν θες την γνώμη μου ΣΚΑΣΊΛΑ ΤΟΥΣ και για την εταιρία και για τους μετόχους.
Τα μπόνους θέλουν να πάρουν μόνο.
Παράλληλα δε υπάρχει και κάτι άλλο που παίζει και το έχουμε δει και οι δυο.
Ο νέος διευθύνον σύμβουλος, η ο όποιος νέος μεγαλοδιευθηντής, ο οποίος θέλει να δείξει ότι κάνει έργο, γίνετε βασιλικότερος του βασιλέως, και δεν διστάζει να μετατραπεί σε ένα αιμοσταγές ανθρωπομόρφωμα για να κάνει τον καλό στους από πάνω και να του πούνε ΜΠΡΑΒΟ με ευρώ.


Τελικά το θέμα είναι ποιος την πληρώνει.
Στον βωμό του κέρδους θυσιάζονται, άνθρωποι, προσδοκίες όνειρα, και δεν τους σταματάει κανείς. Αλλά όλα έχουν ένα όριο διάβολε που αν το ξεπεράσεις θα υπάρχουν συνέπειες και για αυτούς. Ελπίζω. Θέλω να πιστεύω.


Τι να πεις. Για να πάρει κάποιο καθαρματάκι, καινούργια PORCHE, η σπίτι στην Εκάλη με πισίνα δεν διστάζει να πατήσει επί πτωμάτων.
Μεγάλη ζωή για κάποιους που την κάνουν διαλύοντας, και καίγοντας όνειρα και ανθρώπους.


Ότι και να λέμε το πράγμα μένει ίδιο.
Έχε τον νου σου πάντως μην ακούσεις τίποτε, ώστε αν τελικά συμβεί το κακό να βοηθήσουμε όσο μπορούμε μην χάσει το σπίτι του ο χριστιανός. Ξέρεις ακόμα χρωστά κάποιες δόσει από το στεγαστικό δάνειο και όπως ξέρεις οι τράπεζες δεν ξέρουν από τέτοια.


ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑλα παράσιτα από εκεί.
Θα έχω τον νου μου.
Μακάρι όμως να μην συμβεί το κακό
Αλλά αν συμβεί έχει εμάς.
Θα τον βοηθήσουμε όσο μπορούμε, πες του το, να μην ανησυχεί


Θα του το πω.
Μακάρι να μην συμβεί όμως, ούτε σε αυτόν ούτε σε κανένα μας.
Σε αφήνω τώρα
Καλό βράδυ


Ο.Κ. Καληνύχτα. Τα λέμε




Τι όμορφος κόσμος................................

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2008

Ο Θάνατος της Αλήθειας


Στην οξυγραφία (είδος χαλκογρφίας) αυτή του F. Goya εικονίζετε μια πανέμορφη νεκρή κοπέλα που ακτινοβολεί σαν ήλιος, αντιπροσωπεύοντας την αλήθεια, η οποία ενταφιάζεται από βλοσυρούς κληρικούς με προεξάρχοντα έναν μάλλον ευτυχή επίσκοπο, αυτός με την τιάρα στο κέντρο, ενώ στην αριστερή πλευρά, με τα γυαλιά, φαίνεται καθαρά ένα άλλο μέλος της υψηλής Ισπανικής κοινωνίας της εποχής με ένα πλατύ χαμόγελο.
Η μόνη που θρηνεί απαρηγόρητη είναι η δικαιοσύνη, κάτω αριστερά με την ζυγαριά, γιατί με τον θάνατο της αλήθειας αχρηστεύεται και αυτή.
Δεν θα μείνω στο τι ήταν αυτό που έκανε τον μεγάλο αυτό Ισπανό καλλιτέχνη να φτιάξει αυτό το έργο αλλά θα ρωτήσω απλά.
Πόσες φορές χαρήκαμε με ένα τέτοιο τον θάνατο???
Πόσες φορές ήμασταν εμείς οι δολοφόνοι???
Θα αντέχαμε ποτέ να εξυψώσουμε την αλήθεια, αν αυτό αντέβαινε στα συμφέροντά μας???
Μήπως κάποιοι από εμάς αναγνωρίζουμε τα "πρόσωπά μας" σε αυτούς που κηδεύουν την νεκρή αλήθεια.
Τι ζημιά άραγε μπορεί να προκαλέσαμε στους γύρω μας, γνωστούς η αγνώστους, με αυτή μας την πράξη????
Μια τέτοια πράξη που μπορεί να εξυπηρετεί τα οικονομικά μας συμφέροντα, η ικανοποιεί τον εγωισμό μας η να μεταθέτει την ευθήνη των πράξεών μας σε άλλον-ους, μας εξυψώνει σαν ανθρώπους???????
Παρ' ότι η δημιουργία της ανάγεται στις αρχές του 19ου, αιώνα (1810) πόσο δυνατά μας χτυπά όλους, μη εξαιρουμένου και του γράφοντος.
Αυτή είναι μια από τις 300 χαλκογραφίες που εκτίθενται στην Εθνική πινακοθήκη μέχρι τις 10 Οκτωβρίου.
Η έκθεση έχει τον τίτλο " Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα"
Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να την επισκεφθείτε, αλλά όχι απλά να την δείτε στα πεταχτά αλλά να αφιερώσετε λίγο χρόνο να σκεφτείτε αυτό που είδατε.