Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Ο Λαβύρινθος

Εκεί στεκόσουν. Μπροστά στο σκοτεινό χάσμα που όριζε την αρχή του λαβυρίνθου.
Δίπλα σου εκείνη, όμορφη, λαμπερή σαν τον ήλιο. Σου χαμογέλασε. Δεν φοβάμαι, σου είπε, ξέρω ότι θα τα καταφέρεις. Σού έδωσε την άκρη του νήματος μαζί με ένα φιλί.
Εγώ θα κρατώ την άλλη άκρη, να μην χαθείς. Θα σε περιμένω, εδώ. Όσο και αν χρειαστεί. Θα είμαι εδώ.
Της χαμογέλασες. Πήρες την άκρη του νήματος. Προχώρησες μερικά βήματα προς την είσοδο. Κάτι ξέχασες, γύρισες πίσω τρέχοντας. Ήθελες να πάρεις ακόμα ένα φιλί να έχεις φυλαχτό και την εικόνα του φωτεινού της χαμόγελου να σου φωτίζει τον δρόμο.
Πλησίασες την είσοδο. Το νήμα που σας ένωνε είχε αρχίσει να ξετυλίγεται.
Γύρισες να την κοιτάξεις ακόμα μια φορά πριν περάσεις στον κόσμο του σκοτεινού πιθανόν.
Άρχισες να περπατάς σε λασπωμένους διαδρόμους, ανάμεσα σε μαύρους γεμάτους μούχλα τοίχους, όμως δεν σταμάτησες. Eίχες την εικόνα της να σε φυλάει και την λάμψη του χαμόγελου της να σου φωτίζει τον δρόμο. Έφτασες στο τέλος του διαδρόμου. Μπροστά σου ένας κάθετος διάδρομος, και το ερώτημα που σου υπέβαλε. Δεξιά η αριστερά??
Έμεινες να κοιτάζεις για λίγο. Γύρισες το κεφάλι κοίταξες προς τις δυό κατευθύνσεις. Τόσο δεξιά όσο και αριστερά οι διάδρομοι τραβούσαν μακριά χωρίς να φαίνεται το τέλος ενώ κάθε τόσο ανοίγματα φαίνονταν δεξιά και αριστερά με το ίδιο ερώτημα να υποβάλουν. Δεξιά η Αριστερά??
Κοίταξες πίσω σου. Στην μακρινή πια είσοδο φαινόταν η φιγούρα της να κρατά την άλλη άκρη του νήματος με τον ελαφρύ βοριά να παίζει πότε ανάμεσα στις δίπλες του φορέματος της και πότε να της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά. Την ένοιωσες να σου χαμογελά από την ζέστη που άρχισε να σε πλημμυρίζει. Πήρες την απόφαση. Δεξιά. Προχώρησες και στο επόμενο ερώτημα απάντησες αριστερά. Προχωρούσες απαντώντας στα ερωτήματα, πότε δεξιά και πότε αριστερά καταπώς σου φαινόταν πιο σωστό να πράξεις. Είχες μπει βαθιά πια μέσα στους διαδρόμους, αλλά δεν φοβόσουν είχες στην ζώνη σου δεμένο το νήμα που σε ένωνε με το φως με εκείνη να κρατά την άκρη του.
Κοντοστάθηκες λίγο. Χάιδεψες το νήμα. Άραγε εκείνη ένοιωσε το χάδι?? Ξανάρχισες να περπατάς απαντώντας κάθε τόσο στα ερωτήματα, δεξιά αριστερά αριστερά δεξιά.
Το τράβηγμα που ένιωσες στήν ζώνη τι να ήταν??
Άπλωσες το χέρι να πιάσεις το νήμα. Δεν υπήρχε. Γύρισες γρήγορα, το είδες να χάνετε στήν γωνιά προσπάθησες τρέχοντας να το ακολουθήσεις αλλά μάταια. Το έχασες. Μετά από λίγο ένα φοβερό γέλιο έφτασε μέχρι τα αυτιά σου. Ήταν εκείνης. Το αναγνώρισες αλλά πόσο διαφορετικό ακουγόταν τώρα. Καθώς σιγά σιγά ο ήχος του έσβησε χάθηκε το φυλαχτό, η μορφή της, και το φως που σου φώτιζε, το χαμόγελό της. Τότε κατάλαβες για πρώτη φορά πόσο κρύος και σκοτεινός ήταν ο λαβύρινθος.
Άρχισες πάλι να περπατάς προσπαθώντας να βρείς τον δρόμο για την έξοδο. Τα ερωτήματα τώρα σε χτυπούσαν αλύπητα, και εσύ αγωνιούσες να δώσεις απαντήσεις. Δεξιά. Όχι, αριστερά, η ίσως δεξιά. Αλλά πάλι.....μπορεί.....ίσως......πιθανόν.....μάλλον......
Πού βρέθηκες εδώ. Τι είναι εδώ. Έριξες μια ματιά. Το κέντρο του. Έφτασες στο κέντρο του. Εκεί υπήρχε κάτι σαν μεγάλο δωμάτιο. Μπήκες μέσα. Στη μέση του δωματίου ένας λάκκος βαθύς με τα τοιχώματα του κάθετα γλιστερά Κοίταξες γεμάτος περιέργεια. Μέσα του άνθρωποι. Πολλοί άνθρωποι να σε κοιτούν. Δεν μιλούσαν μόνο σε κοιτούσαν.
-Μα πώς βρεθήκατε εκεί μέσα??
Μόνη απάντηση η ηχώ της φωνής σου, έφτασε στά αυτιά σου επαναλαμβάνοντας την τελευταία σου λέξη πριν χαθεί και αυτή.
-Θα σας βοηθήσω να βγείτε είπε στους ανθρώπους.
Εκείνοι σε κοίταζαν καθώς ξάπλωνες μπρούμητα απλώνοντας συνχρόνος το χέρι σου μέσα στον λάκκο.
Οι άνθρωποι που ήταν μέσα άρχισαν να ανεβαίνουν ο ένας πάνω στις πλάτες του άλλου για να φτάσουν το χέρι. Το πλησίασαν και όταν το χέρι σου έπιασε το χέρι του πρώτου ανθρώπου τότε κατάλαβες. Ο άνθρωπος εκείνος προσπαθούσε να σε τραβήξει μέσα στον λάκκο. Σε λίγο ακόμα ένα χέρι σε άρπαξε, σε λίγο και άλλο και άλλο.............
Αγωνιζόσουν με όλες σου τις δυνάμεις να ξεφύγεις από τα χέρια που σε ήθελαν και εσένα όμηρο του λάκκου. Κατάφερες να ξεφύγεις αφήνοντας στά χέρια το ρούχο σου. Έβλεπες γυμνός και αποκαμωμένος τώρα τους ανθρώπους να ξεσπούν πάνω στο λευκό ύφασμα με λύσσα για την αποτυχία τους, σκίζοντας το και πατώντας τα κομμάτια του. Έκανες μερικά βήματα και κάθισες να ξεκουραστείς ακουμπώντας στον τοίχο.
Το σφύριγμα που ακούστηκε να σκίζει τον αέρα σου έκανε το αίμα να παγώσει. Από την πόρτα φάνηκε να μπαίνει στο δωμάτιο ένα τεράστιο φίδι. Πλησίασε τον λάκκο έχωσε το κεφάλι του μέσα και όταν το σήκωσε πάλι, τα πόδια ενός ανθρώπου εξείχαν από το στόμα του.
Με μια κίνηση τον κατάπιε. Γύρισε προς το μέρος σου, σε πλησίασε, ενώ εσύ κρατώντας το σπαθί ετοιμαζόσουν να πουλήσεις ακριβά το τομάρι σου.
-Λοιπόν, ήρθες και εσύ να με σκοτώσεις για να πάρεις τον θησαυρό μου?? σου είπε
-Όχι, του απάντησες, θέλω μόνο να βγω έξω.
-Και τότε γιατί μπήκες??
-Για να πάρω τον θησαυρό
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑχαχαχαχαχαχαχαχα γέλασε το φίδι δυνατά. Δεν θέλεις μόνο να βγεις έξω αλλά θέλεις και τον θησαυρό μου. Και πώς θα τον πάρεις λοιπόν χωρίς να με σκοτώσεις πρώτα?? Εμπρός λοιπόν. Έλα να με σκοτώσεις.
-Όχι. Δεν τον θέλω πια. Και δεν θέλω να σε σκοτώσω. Θέλω μόνο να σου ζητήσω να με βοηθήσεις να βρω ένα θησαυρό μεγαλύτερο, σπουδαιότερο από τον δικό σου.
-Μπα?? και ποιος είναι αυτός??
-Το φως του ήλιου.
-Έχεις δει τον θησαυρό μου
-Τον έχω ακουστά. Είναι σπουδαίος λένε.
-Και λίγα σου έχουν πει, και λένε. Έλα να στον δείξω.
Ακολούθησες το φίδι ανάμεσα στους σκοτεινούς διαδρόμους, σε ένα άλλο δωμάτιο.
-Κοίτα σου είπε το φίδι παραμερίζοντας
Μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Όλα τα πλούτη του κόσμου θαρρείς μέσα σε εκείνο το δωμάτιο να ήταν.
Βουνά το χρυσάφι, οι πολύτιμες πέτρες. Αμύθητος πλούτος.
-Μα για να τον κάνεις δικό σου πρέπει πρώτα να με σκοτώσεις, είπε το φίδι προτάσσοντας τα δόντια τα γεμάτα με δηλητήριο. Εσύ όμως έβαλες το σπαθί στήν θήκη του.
-Δεν θα το κάνω, είπες, γυρίζοντας προς το φίδι, αλλά σου ζητώ την βοήθειά σου να βρω τον θησαυρό που εγώ ποθώ.
-Το φως του ήλιου, είπε το φίδι μαζεύοντας τα δόντια του.
-Ναι
-Είναι σπουδαιότερος θησαυρός από τον δικό μου λοιπόν??
-Ναι, είναι. Εκτός και αν θέλεις να με φάς όπως εκείνον τον άνθρωπο.
-Δεν τρώω ανθρώπους.
-Και εκείνος που έφαγες τι ήταν?? Είχε και εκείνος δυό πόδια, δυό χέρια, σώμα, κεφάλι, μύτη, μάτια, στόμα, σαν και εμένα ήταν.
-Μην σε ξεγελά η εικόνα. Δεν ήταν άνθρωπος. Μα έλα μην καθυστερούμε. Ο θησαυρός σου σε περιμένει.
Ο λαμπερός ήλιος ζέσταινε το γυμνό σου σώμα καθώς κατέβαινες την απότομη πλαγιά.
Περπατούσες με γοργά βήματα προς την πόλη. Εκεί στους πλακόστρωτους δρόμους ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος την είδες. Πλησίασες την όμορφη κοπέλα, την έπιασες από το μπράτσο και της είπες.
-Εσύ τελικά είσαι το τέρας, και έμπηξες το σπαθί σου βαθιά, στο σώμα της ανάμεσα στα σφριγηλά της στήθη, κόβοντάς της το νήμα της ζωής

Δεν υπάρχουν σχόλια: