Σάββατο 27 Ιουνίου 2009

Το λουλούδι

Εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα, βγήκε την συνηθισμένη του βόλτα στον γνωστό κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. Πέρασε το πολύβουο κομμάτι που είναι οι καφετέριες, περπατώντας αργά χωρίς λόγο, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό.
Τα ακουστικά του walkman τον απομόνωναν από τον θόρυβο, πλημμυρίζοντας τα αυτιά του με την μουσική που του άρεσε και ταίριαζε στην στιγμή.
Συνέχισε να περπατά στον δρόμο, όπως και άλλοι αρκετοί μάλιστα. Διάφοροι άνθρωποι με ποικιλία ντυσιμάτων, χρωμάτων και λόγων που βρίσκονταν εκεί. Κάποιος με κουστούμι, μεσήλικα θα τον έλεγες, τον προσπέρασε βιαστικός. Λογικό. Συνήθως οι άνθρωποι που φορούν κοστούμια τρέχουν να προλάβουν, και τελικά κανένας δεν ξέρει, ούτε οι ίδιοι, αν πρόλαβαν η ακόμα αν αυτό που κυνηγούσαν ήταν αυτό που πραγματικά ποθούσαν, και έτσι συνεχίζουν να τρέχουν για να προλάβουν, να γεμίσουν την κενότητα τους.
Λίγο πιο πέρα μια παρέα νεαρών περπατούσε γρήγορα. Αντάλλασσαν αστεία, καθώς πρόδιδαν οι γκριμάτσες των προσώπων και τα δυνατά γέλια που έφταναν στα αυτιά του από αυτούς, ανακατεμένα με την μουσική του walkman.
Συνέχισε να περπατά χωρίς να αλλάζει τον αργό ρυθμό του.
Παρατηρούσε τα χρώματα γύρω του να σκουραίνουν καθώς το φως λιγόστευε, τόσο περισσότερο όσο ο ήλιος έγερνε προς την δύση του σκορπώντας γύρω του όλο και πιο έντονο εκείνο το κόκκινο που σημαίνει ότι το τέλος την μέρας πλησιάζει.
Ένιωσε ένα ελαφρό σκούντημα, την ώρα που μια κοπέλα τον προσπέρασε τρέχοντας αφήνοντας πίσω της ένα ανάλαφρο άρωμα.
Το εμπριμέ φόρεμα ανέμιζε, αποκαλύπτοντας κάποιες φορές, ένοχα θαρρείς τα καλλίγραμμα πόδια της ενώ τα μαλλιά της, μακριά ριγμένα ελεύθερα στις πλάτες αναπηδούσαν ακολουθώντας τον βιαστικό ρυθμό της. Την κοίταξε. Πού να πηγαίνει τόσο βιαστική άραγε? Λίγο πιο κάτω έπεσε στην αγκαλιά του καλού της και χάθηκε μέσα της όπως τα δελφίνια στην αγκαλιά της θάλασσας. Αυτός ήταν ο επιθυμητός προορισμός της λοιπόν. Παρέες, αγόρια και κορίτσια καθόταν στην χαμηλή μάντρα, στο πλάι του πεζόδρομου, μιλώντας γελώντας. Κάποια ζευγαράκια φιλιούνταν λίγο πιο πέρα, και κάποια άλλα απλά κρατούνταν από το χέρι απολαμβάνοντας τις μελωδίες του πλανόδιου μουσικού.
Ένα ζευγάρι με το μωρό στο καρότσι περπατούσε αργά δίπλα του. Εκείνο κοιμόταν ήρεμο γαλήνιο, εκείνη έσπρωχνε το καρότσι προσεκτικά να μην το τραντάξει και χαλάσει τον αγγελικό του ύπνο, με εκείνον να περπατά δίπλα της κρατώντας την μαλακά από την μέση. Ωραία εικόνα, σκέφτηκε.
Συνέχισε να περπατάει, να προσπερνιέται, να προσπερνά ποικιλία ανθρώπων με η χωρίς προορισμό.
Σταμάτησε. Αυτό πάνω στο πλακόστρωτο. Έσκυψε, το σήκωσε από κάτω πιάνοντας το προσεκτικά με τα δυο δάχτυλα.
Ένα λουλούδι.
Ένα από εκείνα τα λουλούδια με τα ολόλευκα πέταλα και τους πολλούς μοβ μεγάλους στήμονες.
Ωραίο είναι. Έσκυψε να μυρίσει το άρωμά του, δεν υπήρχε τίποτε που να μυρίζει όμως.
Άρχισε να το περιεργάζεται. Κάποια από τα φύλλα ήταν τσαλακωμένα με σημάδια από πάτημα παπουτσιού πάνω τους, που όμως δεν μείωναν ούτε την ομορφιά ούτε την λάμψη του. Να έγινε κατά λάθος άραγε?? Δεν το είδε και το πάτησε, η το είδε......??
Άγγιξε με τα ακροδάχτυλα του τα πέταλα τους στήμονες θαρρείς σε ένα ιδιόμορφο χάδι.
Πώς να βρέθηκες εδώ άραγε. Σε κρατούσε κάποιο παιδάκι, που ζήλεψε την ομορφιά σου και σε πήρε?? Τού έπεσες άραγε κατά λάθος, από το τρυφερό χεράκι η, όπως κάνουν τα παιδάκια συχνά, σε βαρέθηκε και σε πέταξε έρμαιο της μοίρας σου.
Προσφέρθηκες άραγε σε κάποια κοπέλα από κάποιον που ήθελε να υμνήσει την ομορφιά της??
Αν είναι έτσι τότε αυτή γιατί δεν σε πρόσεξε και σε άφησε να χαθείς?? Εκτός αν επιθυμούσε τον χαμό σου.
Όπως και να έχει ψυχούλα έχεις και εσύ. Και μοιάζεις στην μοίρα με ψυχούλα. Ταλαιπωρήθηκες και εσύ όπως και αυτές από τον εγωισμό την μισαλλοδοξία και την αδιαφορία, γνωρίσματα των ανθρώπων, θύμα και εσύ της πρόσκαιρης επιθυμίας, όπως τόσα άλλα έμψυχα και άψυχα, όλα πράγματα, όλα ίδια, αντικείμενα προς εκμετάλλευση θυσία στον βωμό της πρόσκαιρης προσωπικής τέρψης.
Κρατώντας το λουλούδι στο χέρι κοίταξε γύρω του. Βράδιασε πια.
Πίσω στο σπίτι του καθισμένος στον καναπέ με ένα ποτήρι χυμό στο χέρι παρακολουθούσε την διαδοχή των εικόνων πάνω στο φωτισμένο γυαλί. Λίγο πιο πέρα το λουλούδι μέσα σε ένα μικρό ποτήρι γεμάτο νερό αναπαυόταν κατάκοπο από τις κακουχίες. Εκείνος γύρισε ρίχνοντάς του μια ακόμα ματιά. Άπλωσε το χέρι αγγίζοντας μαλακά τα πέταλα και τους στήμονες.
Να είναι αυτό άραγε το μοναδικό χάδι που παίρνεις?? σκέφτηκε. Μα τι σημασία έχει τώρα πια το παρελθών. Πριν λίγο ήσουν σκουπίδι, τώρα είσαι στολίδι.
Τράβηξε την τελευταία γουλιά από τον χυμό.
Είναι αργά πια. Ώρα για καληνύχτα

Δεν υπάρχουν σχόλια: