Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2007

Η πόλη που ζω

Γεννήθηκα και ζώ σε μια πόλη.
Αυτή την πόλη θέλω να σας περιγράψω γιατί είναι παράξενα μοναδική.
Στην πόλη μου δεν υπάρχει μικρό η μεσαίο, μόνο μεγάλο.
Δέν υπάρχουν τρίγωνα, τραπέζια, κύκλοι, άλλα σχήματα, εκτός από ορθογώνια παραλληλόγραμμα.
Δέν υπάρχουν χρώματα παρά μόνο γκρι.
Αυτή η πόλη μπορείς να πεις ότι είναι ζωντανή, γιατί συνέχεια μεγαλώνει.
Απλώνεται σιγά σιγά, όπως η λάβα, και αλλάζει το τοπίο ολόγυρα της.
Αυτή ή πόλη έχει ποτάμια, άλλα μεγάλα, άλλα μικρά, που διακλαδίζονται, συγκλίνουν και αποκλίνουν, ενώνονται, χωρίζουν, διασταυρώνονται, και διατρέχουν όλη την πόλη, απ' άκρη σ' άκρη.
Οι όχθες αυτών των ποταμών, είναι ψηλές απότομες και αφήνουν πότε πότε τον ήλιο να φτάσει μέχρι κάτω και τον ουρανό να φανεί.
Αυτοί οι ποταμοί πηγάζουν από μικρές πηγές που οι άνθρωποι τις λένε σπίτια.
Αυτό πού συμβαίνει σε αυτήν την πόλη είναι εντελώς παράδοξο.
Ο άνθρωπος όταν βγαίνει από αυτές τις πηγές, τα σπίτια, μετατρέπεται σε μια σταγόνα
Αυτή ή σταγόνα συναντά και άλλες και αρχίζουν να σχηματίζουν ρυάκια, μικρά ποτάμια και τέλος μεγάλα παράξενα ποτάμια χωρίς ενιαία ροή.
Σε άλλο μέρος του ποταμού το ρεύμα πάει από δεξιά προς τα αριστερά, αλλού ανάποδα, αλλού πέφτει από καταρράκτες μεγάλους η μικρούς, και αλλού τους ανεβαίνει.
Οι άνθρωποι σταγόνες, όταν κυκλοφορούν μέσα στα ποτάμια χάνουν την μνήμη τους.
Δέν θυμούνται.
Δέν θυμούνται πώς ήταν αυτός που προσπέρασαν, αυτός που τους προσπέρασε, η αυτός με τον οποίο διασταυρώθηκαν.
Δεν θυμούνται τι φορούσε, πώς περπατούσε τι κρατούσε.
Δέν ήξεραν πώς είναι η φωνή του, γιατί δεν την είχαν ακούσει ποτέ, Δέν ήξεραν τι τού άρεσε, πώς ένοιωθε, γιατί δέν ήταν άνθρωποι, αλλά σταγόνες μέσα σε ένα ποτάμι.
Όλες και όλοι, σταγόνες χωρίς μνήμη, χωρίς συνείδηση να ρέουν.
Απλά να ρέουν.
Αυτοί οι ποταμοί εκβάλουν σε κάτι μέρη πού τα λένε δουλειές.
Αυτή είναι και η αιτία που ή πόλη μεγαλώνει.
Όσο περισσότερα τέτοια μέρη δημιουργούνται, τόσο και πιο γρήγορα η πόλη μεγαλώνει, καταβροχθίζοντας τα πάντα γύρω της.
Εξαφανίζει τα χρώματα, τις μυρωδιές τα σχήματα, τα μικρά και τα μεσαία, και τα μετατρέπει όλα σε μεγάλα, όλα σε γκρι, όλα σε παραλληλόγραμμα, και νέες κοίτες ποταμών δημιουργεί, που γεμίζουν από ανθρώπους σταγόνες.
Εκεί στις δουλειές οι σταγόνες, ξαναγίνονται κανονικοί άνθρωποι, και ασχολούνται με διάφορες δραστηριότητες πού άλλοι άνθρωποι τούς επιβάλλουν να κάνουν.
Είναι αυτοί οι άνθρωποι που φτιάχνουν αυτά τα μέρη που λέγονται δουλειές και πού κάνουν την πόλη να μεγαλώνει.
Από αυτές τις δραστηριότητες παράγονται διάφορα αγαθά, τα οποία τα παίρνουν οι άνθρωποι που φτιάχνουν τις δουλειές γιατί θεωρούν τούς εαυτούς τους σπουδαίους.
Νομίζουν ότι κατέχοντας αυτά τα αγαθά και αποταμιεύοντας τα γίνονται όλο και σπουδαιότεροι και ζουν μια ζωή καλύτερη από τους άλλους, ενώ στην ουσία είναι άρρωστοι, αιχμάλωτοι τής μανίας τους.
Στους άλλους ανθρώπους που παράγουν αυτά τα αγαθά, τούς δίνουν ένα μικρό μέρος όσων παράγουν πού το λένε μισθό, τόσο σε ποσότητα ώστε να μπορούν να ζουν, για να παράγουν.
Υπάρχουν και κάποια άλλα μέρη που εκβάλουν ποτάμια, που μοιάζουν με δουλειές.
Τα λένε σχολεία.
Εκεί πηγαίνουν οι μικροί σε ηλικία άνθρωποι, για να μορφωθούν, να μάθουν δηλαδή να παράγουν αγαθά για τούς άλλους ανθρώπους που φτιάχνουν τις δουλειές, και που μόλις ετοιμαστούν παίρνουν και αυτοί την θέση τους, σε αυτά τα μέρη.
Υπάρχουν και άλλα μέρη που εκβάλουν ποτάμια.
Σε αυτά τα μέρη πηγαίνουν οι άνθρωποι για να διασκεδάσουν.
Σε πολλά όμως από αυτά, οι άνθρωποι ΝΟΜΙΖΟΥΝ ότι διασκεδάζουν ενώ στην πραγματικότητα χαζεύουν και αποβλακώνονται.
Όταν έρθει ή ώρα γίνεται η αντίστροφη κίνηση.
Τα μέρη, που περιέγραψα σαν εκβολές, γίνονται πηγές.
Οι άνθρωποι βγαίνουν έξω από αυτά, ξαναγίνονται σταγόνες και αρχίζουν να ρέουν προς τα εκεί που ξεκίνησαν, και που στην αρχή ήταν πηγές και τώρα έγιναν εκβολές, δηλαδή τα σπίτια όπου ζουν, για να ξαναγίνουν την άλλη μέρα σταγόνες, και να μπουν στα ποτάμια σε μια συνεχή κίνηση, χωρίς τέλος.
Και ή πόλη μεγαλώνει, προς όλες τις κατευθύνσεις, καταπίνοντας τα χρώματα, τα σχήματα, τους ήχους τις μυρωδιές, το μικρό και το μεσαίο, επιβάλλοντας το γκρι, το μεγάλο, δημιουργώντας νέες κοίτες περιμένοντας και άλλους ανθρώπους να γίνουν σταγόνες και να τις γεμίσουν σε μια ασταμάτητη ροή.
Σε μία ατέρμονη κίνηση.