Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Το Χάος

Μέσα στο μικρό δωμάτιο, το φωτισμένο από τα πορφυρά χρώματα της δύσης εκείνη μπροστά στον καθρέπτη της ετοιμαζόταν. Τόνιζε με χρώματα την ομορφιά της και ενίσχυε με προσεκτικές κινήσεις την λάμψη του προσώπου της. Δίπλα της, πάνω στο κρεβάτι, ήταν απλωμένο το αγαπημένο της κόκκινο φουστάνι, ένα μαύρο καλτσόν και στο πάτωμα ένα ζευγάρι καλογυαλισμένες γόβες. Ένας απαλός λεβάντες πλησίασε το παράθυρο, παραμέρισε την λευκή κουρτίνα, μπήκε στο δωμάτιο. Μαγεμένος από την ομορφιά της την πλησίασε, άρχισε να χαϊδεύει τα γυμνά μέρη του κορμιού της, κάνοντάς την να ανατριχιάσει
Σε λίγη ώρα ήταν έτοιμη. Πήρε από το ράφι τα κλειδιά, την τσάντα της και βγήκε στον δρόμο με ένα πεταχτό βήμα σαν να χόρευε.

Μέσα σε ένα κόσμο. Τον δικό της κόσμο, τον γεμάτο ευωδιές χρώματα αρώματα και φως, πολύ φως, εκείνη χαιρόταν την κάθε στιγμή. Χόρευε ξέγνοιαστη το ρυθμό της ευτυχίας, κάνοντας στροφές ανάμεσα στα πολύχρωμα λουλούδια τις πλουμιστές πεταλούδες που ακολουθούσαν τον ρυθμό της μελωδίας, μαζί με τα λουλούδια που κουνώντας τα χρωματιστά άνθη τους πότε δεξιά και πότε αριστερά, χόρευαν και αυτά θαρρείς μαζί της. Λαχανιασμένη πια από τον χορό έπεσε γελώντας στο παχύ χορτάρι. Ένας απαλός λεβάντες βρήκε την ευκαιρία να σηκώσει το κόκκινο φουστάνι και να αγγίξει το βελούδινο δέρμα της κάνοντάς την να ανατριχιάσει.

Είχε βραδιάσει πια. Εκείνη με βαριά βήματα πλησίασε την πόρτα του σπιτιού. Μπήκε μέσα, άφησε την τσάντα και τα κλειδιά της πάνω στον καναπέ. Έφτιαξε στα γρήγορα ένα καφέ, πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και βγήκε στο μπαλκόνι.
Σταύρωσε τα πόδια, κάθισε στα κρύα πλακάκια, χωρίς να νοιώσει κρύο. Χωρίς να νοιώθει τίποτε. Ακούμπησε το ποτήρι με τον καφέ δίπλα της, σήκωσε τα μάτια, κοίταξε γύρω. Σκοτάδι πυκνό κάλυπτε τα πάντα γύρω της. Ούτε σελήνη ούτε αστέρια μόνο σκοτάδι πυκνό μαύρο. Κενό. Το απόλυτο κενό τέτοιο που έδινε την εντύπωση πώς δεν υπήρχε τίποτε άλλο γύρω της παρά το μπαλκόνι και εκείνη, Ίδιο με αυτό που υπήρχε τώρα μέσα της. Άναψε ένα τσιγάρο, γέμισε τα πνευμόνια της με καπνό. Κοίταξε την καύτρα του τσιγάρου, το μόνο φως που έσπαγε το σκοτάδι ήταν αυτό. Ξέσπασε σε κλάματα.

Ξαπλωμένη τώρα εκείνη στο παχύ χορτάρι ανάσαινε αργά με βαθιές ανάσες. Χάιδευε με τα χέρια της το μαλακό γρασίδι. Δίπλα της ο λεβάντες να χαρίζει χάδια στο βελούδινο δέρμα, να ηδονίζεται από το άγγιγμα, των γυμνών ώμων και τον λεπτών ποδιών. Να έρχεται, ξεθαρρεμένος τώρα πια, όλο και πιο συχνά όλο και ποιο πολύ. Πολύχρωμες πεταλούδες μαζεύτηκαν πάνω από το πρόσωπό της. Χόρευαν, την καλούσαν να έρθει να συνεχίσουν τον χορό τους.
Ένας τρομερός θόρυβος σαν κεραυνός έσκισε την ατμόσφαιρα. Ο λεβάντες τρομαγμένος πήγε να βρει καταφύγιο στα κλαδιά των δένδρων, οι πεταλούδες πέταξαν μακριά τρομαγμένες και αυτές, ενώ τα λουλούδια μάζεψαν τα πέταλά τους από φόβο. Εκείνη ανασηκώθηκε. Κοίταξε γύρω. Ο ουρανός είχε χάσει το γαλανό χρώμα του και είχε σκεπαστεί από ένα σκούρο γκρι Σε λίγο τα λουλούδια τα δένδρα το γρασίδι έχαναν τα χρώματά τους, αποκτούσαν το ίδιο χρώμα με τον ουρανό. Μεγάλες ρωγμές άρχισαν να σχηματίζονται όλο και πιο βαθιές χωρίζοντας τον κόσμο της σε κομμάτια που άρχισαν να καταρρέουν κάνοντας τρομερό θόρυβο στο κενό που φάνηκε να χάσκει από κάτω και να εξαφανίζονται στο άφωτο χάος. Εκείνη πετάχτηκε όρθια. Άρχισε να τρέχει με όλη της την δύναμη, ενώ πίσω ο κόσμος της διαλυόταν, και την θέση του έπαιρνε το κενό που απειλούσε να καταπιεί και την ίδια. Στο τέλος εκείνη απόμεινε καθισμένη πάνω σε ένα γκρίζο μικρό κομματάκι, απομεινάρι του πολύχρωμου κόσμου της περιτριγυρισμένη από σκοτάδι με ένα μεγάλο γιατί μέσα στην ψυχή της. Ξέσπασε σε κλάματα.

Τράβηξε μια ακόμα ρουφηξιά από το τσιγάρο της, άπλωσε τα χέρια πιάστηκε από τα κάγκελα του μπαλκονιού. Κοίταξε προς τα πάνω, προς τα κάτω, παντού το ίδιο χρώμα. Μαύρο. Η ίδια ύλη. Κενό, ίδιο με αυτό που τώρα πια είχε καταλάβει όλο το κορμί το μυαλό την ψυχή της μαζί με ένα μεγάλο γιατί. Η μόνη διαφορά ήταν πώς το κενό που την περιτριγύριζε μόνο αν δεχόταν θα γινόταν ένα με αυτό, το κενό όμως που την είχε γεμίσει είχε εισβάλει μέσα της ετσιθελικά χωρίς να το επιδιώξει, η ίδια η να το επιθυμεί, όμως τώρα αυτό και μόνο υπήρχε από άκρη σε άκρη του κορμιού της καταλαμβάνοντας κάθε χιλιοστό της υλικής και άυλης υπόστασης της.

Κοίταξε γύρω της, σκοτάδι, κενό. Όπου και αν γύριζε το κεφάλι της το ίδιο αντίκριζε. Κοίταξε το κομμάτι πάνω στο οποίο καθόταν, το γκρι σκούρο κομμάτι θλιβερό απομεινάρι ενός κόσμου όλο φως και χρώματα, γύρισε τα μάτια και κοίταξε πάλι,. Χάος παντού, ένα τεράστιο τίποτα
Σιγά σιγά άρχισε να μπαίνει μέσα της να την καταλαμβάνει πόντο πόντο, μια αίσθηση σαν κάψιμο που όλο και απλωνόταν μέσα στο κορμί το μυαλό την ψυχή, αίσθηση μιας ιδιότυπης φλόγας που την έκαιγε. Εκείνη προσπαθούσε να το διώξει από πάνω της να το βγάλει από μέσα της να μην το αφήσει να καταλάβει την ίδια το μυαλό της, την ψυχή της, να μην κάψει τα τελευταία ίχνη χρώματος που φύλαγε προσεκτικά μέσα της. Δεν τα κατάφερε την κατέλαβε ολόκληρη. Σιγά σιγά απλώθηκε σαν λάβα σε κάθε χιλιοστό την υλικής και άυλης υπόστασις της. Ένοιωθε να την καίει, παντού σε όλο της το κορμί. Ο θόρυβος ξαν' ακούστηκε. Το κομμάτι πάνω στο οποίο καθόταν έσπαγε τώρα και αυτό. Οι ρωγμές απλώθηκαν, επεκτάθηκαν πάνω της, γέμισαν το σώμα της. Κομμάτια από σάρκα και πέτρα άρχισαν να ξεκολλάνε , να χάνονται, μέχρι που το μόνο που έμεινε ήταν το άδειο πια κόκκινο φουστάνι να πέφτει αργά σαν μαραμένο φθινοπωρινό φύλλο, και να χάνετε και αυτό στο χάος.

Κρατιόταν από τα κάγκελα του μπαλκονιού όσο πιο σφικτά μπορούσε, το κορμί της έκαιγε ολόκληρο, το κενό που είχε μέσα της προσπαθούσε να ενωθεί με το κενό που την περιτριγύριζε. Αντιστεκόταν όσο μπορούσε για να μην την παρασύρει όμως οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν. Η φλόγα μέσα της δυνάμωσε τόσο που δεν μπορούσε πια να αντισταθεί. Χαλάρωσε τα χέρια και αφέθηκε στην επιθυμία του εσωτερικού κενού, να ελευθερωθεί από το σώμα, να ενωθεί το με το έξω κενό.
Άρχισε να ταξιδεύει το ταξίδι του τίποτε μέχρι που το μέσα της κενό ελευθερώθηκε, και έγινε ένα με αυτό που την περιτριγύριζε όλη αυτήν την ώρα ελευθερώνοντας μαζί και το τελευταίο χρώμα που της είχε απομείνει, προσεκτικά φυλαγμένο μέσα της, το κόκκινο, που έμεινε σαν λεκές να λερώνει τόν πάτο του κενού. Το μαύρο της ασφάλτου.


6 σχόλια:

aa είπε...

Το κενό παύει να υπάρχει, όταν πέφτεις μέσα του. Έχει καταπιεί πολλούς. Κάποιες φορές και μένα. Κάθε εικόνα του κειμένου σου και μια φωτογραφία κάπως αλλοιωμένη. Είναι ωραία η αιώρηση στο θολό κάποιες φορές.

Καλώς σε βρίσκω.

milch-käfer είπε...

Το Milch είναι πηγή οξυγόνου
πρέπει να το σέβονται και να του βάζουν λάμπες αλογόνου!

Freedula είπε...

Ναι έτσι είναι. Καμιά φορά δεν αρκεί να θέλεις να ξεφύγεις, πρέπει και να μπορείς.

Σου ευχομαι καλή ανάσταση, γιατί χωρίς κόπο κι επιμονή, το φως δεν φαίνεται πουθενά.

genna είπε...

Kαλό πάσχα Αλέξη μου, σου ευχομαι τα καλύτερα από καρδιάς...

φιλάκια!!!!!!

Radio Marconi είπε...

Και εκεί που νόμιζα πως ο λεβάντες είχε παραπάρει θάρρος, ήρθε η σύγκρουση (για την εσωτερική λέω).
Και πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να σκέφτεται κάποιος όταν αφήνει τα κάγκελα.

Καλό Πάσχα Αλέξη!!

βασίλης είπε...

Ένα ακόμα ταξιδι σου στον ιδιαίτερο χώρο της ψυχής...Να σαι καλά, Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση