Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Η Σκόνη του χρόνου

Γεννήθηκες σε χρόνους παράταιρους, από μήτρα Δαναίδος. Τράφηκε ρουφώντας γάλα από βυζί Τρωάδας σκλάβας. Δυνάμωσες, στάθηκες στα πόδια σου. Η ώρα για το ταξίδι ήρθε. Τα λιγοστά σου πράγματα κουβαλώντας άρχισες την περιπλάνηση.
Στον τόπο που πρωτοπήγες, σπασμένα αγάλματα θεών βρήκες κομμάτια άχρηστα πια πεσμένα κάτω στο υγρό χώμα με το πρόσωπο χωμένο στην λάσπη να μην βλέπουν, των ανθρώπων τα έργα. Να μην βλέπουν τις ιεροσυλίες και φρίττουν. Η φυσιογνωμία ενός αγάλματος σου φάνηκε γνωστή. Από περιέργεια πήγες να δεις. Ήσουν εσύ. Στην θέα πάγωσες, μα πώς?? Άρχισες να ψάχνεις τα αγάλματα, μήπως βρεις γνωστά τα πρόσωπά τους. Όμως τίποτε. Πρόσωπα όλα άγνωστα. Βρήκες το δικό μου, του άλλου του άλλου του άλλου, ανθρώπων που στο διάβα σου μπορεί να συναντήσεις. Έμεινες λίγο να ξαποστάσεις πριν κινήσεις πάλι το ταξίδι. Έφυγες από τον τόπο εκείνο, πήγες σε άλλο σε άλλο σε άλλο. Παντού συμπληγάδες συναντούσες, και λωτοφάγους κύκλωπες να βασιλεύουν τις χώρες. Άλλαζαν οι εποχές, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και πάλι χειμώνας, στολίζοντας η κάθε μια με στολίδια πολύτιμα τα πάντα γύρω ενώ εσύ περιπλανιόσουν και μάθαινες για τόπους, ανθρώπους, χαρές και λύπες, από την ηδονή της γνώσης κυριευμένος.
Ο χρόνος, πάντα αυτός σε προσπερνούσε. Μόνο αυτός, πάνω στο χρυσοποίκιλτο αμάξι κρατώντας σφικτά τα χαλινάρια των αλόγων, σκορπίζοντας τριγύρω σκόνη, όλο περισσότερη σε κάθε πέρασμά του, πού ενώ άλλοι έδιωχναν, με γρήγορες κινήσεις των χεριών, από τα ακριβά τους ρούχα, εσύ προσεκτικά μάζευες και φύλαγες σε δερμάτινο δισάκι.
Έφτασες στην θάλασσα έμεινες στο ακρογιάλι κοιτώντας πέρα μακρυά, την λεπτή γραμμή που ορίζει την γη από τον ουρανό χωρίζοντας το γαλάζιο σε ουρανό όπου τα αστέρια ο ήλιος το φεγγάρι κατοικούν και πέλαγος όπου αστέρια ήλιος και φεγγάρι καθρεπτίζονται,
Το ταξίδι σου όμως δεν έφτασε στο τέλος του. Βρήκες τρικάταρτο γερό σκαρί και με ολόασπρα πανιά ορθάνοιχτα, τον άνεμο να παγιδεύουν και αυτός μες στον αγώνα του να βγει απ' την παγίδα, το καράβι να σπρώχνει με δύναμη στην πορεία που εσύ ορίζεις, ταξίδια σκαρώνοντας σε γη και σε ψυχές ανθρώπων. Και να. Μετά από μέρες πολλές και κακουχίες εξίσου, φύκια πολλά στην θάλασσα πλέουν, ένα κλαδί από πεύκο, ένα πουλί, σημάδια πώς στεριά πλησιάζεις για ακόμα μια φορά. Και να, μέσα από την λευκή αχλή που την κόμη της γαλάζιας απέραντης θεάς στεφανώνει, βουνά αρχίζουν να φαίνονται, να πλησιάζουν. Το νησί μου. Άραξες το πλοίο κοντά στην αμμουδιά, και εσύ στην άμμο βρέθηκες να περπατάς βαθιά τα ίχνη αφήνοντας στην μαλακό κορμί της. Σε είδα. Έρχομαι με γοργά βήματα για να σε συναντήσω. Σού έδωσα το χέρι στο καλωσόρισμα. Με κοίταξες καλά στα μάτια, όπως και εγώ
-Σε ξέρω, μου είπες
-Και εγώ, από τα αγάλματα
-Ναι, από τα αγάλματα.
-Γιατί ταξιδεύεις??
-Γνώσεις κυνηγώ, Όνειρα ψάχνω να βρω να αναστήσω. Άλλα δικά μου και άλλα ξένα.
Σώπασα.
Φαΐ, νερό σου έδωσα και κάμαρα, την κούραση να αφήσεις στα χέρια του Μορφέα.
Συναντηθήκαμε ξανά περπατήσαμε μαζί ίσα στον βράχο, να δούμε τον βασιλιά της μέρας ήλιο να σπάει την γραμμή, των γαλάζιων σύνορο, στο πέλαγο να βουτά χαρίζοντας το πορφυρό του χρώμα όσο που να χαθεί τελείως, δίνοντας την θέση του στην μάγισσα σελήνη, βασίλισσα της νύχτας και των λαμπρών αστέρων.
Στο γυρισμό, ιστορίες λέγαμε των ταξιδιών που εκάμαμε, και των ωραίων τόπον των λαμπρών την χάρη ιστορούσαμε, και γνώσεις που αποκτήσαμε με χαρά μοιράσαμε.
Στην αλλαγή της εποχής , όταν τα φύλλα από τα δένδρα άρχισαν κοκκινωπά το χώμα να στολίζουν κι η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος από βροχή την φύση να ευωδιάζει η ώρα σήμανε, μου λες το ταξίδι πάλι να αρχινίσεις. Και έχω να σου χαρίσω κάτι, μου είπες, κάτι πιο πολύτιμο και απ' το χρυσό, που λίγους κόκκους του ούτε με όλο τον πλούτο τού κόσμου δεν μπορείς να αποκτήσεις..
Την σκόνη του χρόνου, που όταν την χάριζα απλόχερα σε ανθρώπους, άλλοι με ευγνωμοσύνη με στεφάνωσαν για αντίδωρο τιμώντας με, μα πιο πολλές για αντίδωρο, αχαριστία μου έδωσαν να με τιμήσουν μη έχοντας τίποτε άλλο πολυτιμότερο μέσ' στην ψυχή τους.
Εγώ τις χούφτες μου άνοιξα, και εσύ με προσοχή άφησες μέσα τους να πέσει λίγη σκόνη από το δισάκι σου, χρυσή και μαύρη μαζί, η σκόνη του χρόνου.
Στην αμμουδιά τώρα μόνος στέκομαι και κοιτώ τα λευκά πανιά του πλοίου σου να σβήνουν στο γύρισμα της γης. Το χέρι κουνώντας το αργά σε χαιρετώ και σε τιμώ με ευγνωμοσύνη για το δώρο σου, το άγαλμα σου στήνοντας στο ιερό μου μέρος. Την σκόνη που μου άφησες, στο δικό μου δισάκι προσεκτικά τοποθετώ, μαζί με την δική μου σκόνη που μάζεψα στα δικά μου ταξίδια που τώρα τελείωσαν. Μια σκόνη χρυσή και μαύρη, πιο πολύτιμη απ' όλο το βίος του κόσμου που ο χρόνος και τα ταξίδια, κάθε λογής απλόχερα χαρίζουν. Την σκόνη του χρόνου, που όσοι ξέρουν μόνο μπορούν να εκτιμήσουν.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εκεί ανάμεσα στους κόκκους της, θάβονται οι αλήθειες μα τίποτα δεν πεθαίνει όταν το θυμάσαι, όταν το νοσταλγείς, όταν το γεννάς το πρωί με καλημέρες στο νου από την αρχή

Ανώνυμος είπε...

Ο κάθε ανθρωπος , στη ζωή μας Αλεξακο μου,πεθαίνει όταν πεθάνει μέσα μας.. Οταν πάψουμε να τον σκεφτόμαστε! Ζει όσο είναι ζωντανός στη σκέψη μας!
Τα φιλιά μου και καλό Μήνα ( που δεν έχουμε πει ως τώρα)

fish eye είπε...

καλημερουδιααα..

:)))

Ανώνυμος είπε...

Ο χρόνος περνάει και ενίοτε μας προσπερνάει. Η σκόνη του μας γεμίζει το νου και την καρδιά με αποστάγματα εμπειριών και αναμνήσεις συναισθημάτων. Πράγματα πολυτιμότερα κι απ' το πιο λαμπερό χρυσάφι του κόσμου...

Kaveiros είπε...

Έτσι πρέπει...