Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

Παράδοξη ένωση ??

.....Και βρείτε ένα αστέρι, το πιο όμορφο το πιο λαμπερό, και χαρίστε του την αγάπη σας, και αυτό θα σας χαρίσει την λάμψη του......Καληνύχτα..
Το τραγούδι δυνάμωσε, αυτός έκλεισε το μικρόφωνο, έβγαλε τα ακουστικά, και μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά του.
Η πόρτα άνοιξε και ο εκφωνητής των ειδήσεων μπήκε στον ραδιοθάλαμο.
-Καλησπέρα
-Καλησπέρα, πολύ ωραία η εκπομπή σου.
-Ευχαριστώ, τι καιρό έχει έξω???
-Χάλια, χιονίζει και θα χειροτερέψει, φύγε, μην μείνεις εδώ.
-Καληνύχτα, καλή βάρδια
-Καληνύχτα
Ο εκφωνητής πήρε την θέση του μπροστά στο μικρόφωνο, και περίμενε να πέσουν τα μπιπς για να αρχίσει την εκφώνηση των ειδήσεων.
Εκείνος πήγε στο κοντρόλ, πήρε το μπουφάν το κασκόλ του και κάθισε στην καρέκλα απέναντι από την τηλεφωνήτρια.
-Τα τηλέφωνα δεν σταμάτησαν να χτυπούν με χαιρετίσματα και καλά λόγια για την εκπομπή, του είπε.
-Εκείνος χαμογέλασε και άναψε ένα τσιγάρο
-Καλά ήταν, απάντησε, τακτοποίησε τα πράγματά του στην τσάντα του, και της έδωσε δύο βιβλία.
-Φρόντισε να ταχυδρομηθούν σε αυτούς που τα κέρδισαν
-Ο.Κ, θα το κανονίσω
Σηκώθηκε να φύγει, καληνύχτισε και κατέβηκε τις σκάλες του κτιρίου.
Βγήκε έξω και κατευθύνθηκε στο πάρκινγκ, μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο του, και άρχισε να οδηγεί, στους έρημους δρόμους της πόλης, προς το σπίτι του.
Είχε αρχίσει να χιονίζει από νωρίς και όσο περνούσε η ώρα το χιόνι δυνάμωνε, και η οδήγηση γινόταν δύσκολη.
Το φανάρι μπροστά του άναψε κόκκινο, εκείνος σταμάτησε το αυτοκίνητο του.
Μια κοπέλα τυλιγμένη στο μπουφάν της κατέβηκε από το πεζοδρόμιο να περάσει απέναντι. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει δυο βήματα, γλίστρησε και σωριάστηκε μπροστά από το αυτοκίνητο του.
Εκείνος βγήκε έξω, την σήκωσε, της τίναξε το χιόνι πάνω από τα ρούχα της , την έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο του και δυνάμωσε το καλοριφέρ.
Εκείνη έτρεμε από το κρύο τόσο πολύ που της ήταν αδύνατο να πει η να κάνει το παραμικρό.
Οδήγησε το αυτοκίνητο του σε ένα μικρό μπαράκι εκεί κοντά. Μπήκαν μέσα, έβαλε την κοπέλα σε ένα τραπεζάκι κοντά στο καλοριφέρ και της παράγγειλε ένα τσάι με κονιάκ.
Πήρε τρέμοντας την κούπα στα χέρια της και τράβηξε μια γουλιά.
Το χρώμα της σιγά σιγά επανήλθε, έβγαλε το μπουφάν της και το σκουφί που φορούσε στο κεφάλι της
-Ελπίζω να είσαι καλύτερα
-Ναι ευχαριστώ πολύ για όλα
-Έλα τώρα, δεν έκανα και τίποτε
Εκείνη χαμογέλασε και ξανάφερε την κούπα στα χείλη της.
Αυτός άρχισε να την παρατηρεί
Το δέρμα της κατάλευκο, τα σκούρα καστανά μακριά μαλλιά της ανακατεμένα, ξεχύνονταν σαν χείμαρρος μέχρι την πλάτη της, τα χείλη της , κόκκινα καλοσχηματισμένα, και τα μάτια της, καταγάλανα, σαν θάλασσες, που μπορούσαν μέσα τους να ταξιδέψουν τα όνειρά του.
Ήταν τόσο όμορφη, λες και o Θεός είχε βάλει κάποιον μεγάλο της ζωγραφικής να του φτιάξει ένα αριστούργημα.
Την κοιτούσε σαν μαγεμένος και σκεφτόταν αν ήταν σίγουρα άνθρωπος ζωντανός ή κάποιος άγγελος που κόλλησε στην γη, η ίσως ακόμα και δημιούργημα της φαντασίας του.
Έμειναν να κοιτάζονται, για μερικά λεπτά, εκείνος της χαμογέλασε.
-Δεν συστηθήκαμε
Της είπε το όνομά του και εκείνη το δικό της, άπλωσαν τα χέρια
-Χαίρω πολύ, για την γνωριμία
-Και εγώ
Άγγιξε το λεπτό λευκό της χέρι και μια αίσθηση φίνου βελούδου, το δέρμα της, έμεινε στην αφή του.
Έπιασαν την κουβέντα για πολλά και διάφορα, κάποιες φορές γελούσαν, μα εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τα μάτια της, έμοιαζε να ταξιδεύει στο βαθύ τους γαλάζιο.
Εκείνη κοίταξε το ρολόι της.
-Είναι αργά, πήγε κιόλας μία, πρέπει να φύγω
Εκείνος προσφέρθηκε να την πάει με το αυτοκίνητο, σε όλο τον δρόμο, μιλούσαν, αστειεύονταν, γελούσαν, σε λίγο έφτασαν, στο σπίτι της.
Συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν Ξεκίνησε για το σπίτι του, μετά από λίγη ώρα έφτασε, μπήκε μέσα, κρέμασε το μπουφάν του στον καλόγερο, και πήγε στο σαλόνι, κάθισε στον καναπέ και άναψε ένα τσιγάρο.
Ένας μεγάλος γκρίζος γάτος Περσίας, ήρθε στο σαλόνι, με γοργά βήματα, ανέβηκε στον καναπέ και θρονιάστηκε δίπλα του, εκείνος άπλωσε το χέρι και τον χάιδεψε στο κεφάλι. [Καλός τον τι θα γίνει θα φάμε??? Άσε τα χάδια ΠΕΙΝΆΩ], εκείνος σηκώθηκε, “Έλα να φας και εσύ”, είπε του γάτου, και πήγε στην κουζίνα, γέμισε το πιατάκι του γάτου κροκέτες και γύρισε στον καναπέ που καθόταν, και συνέχισε να καπνίζει. [Λοιπόν έχουμε και λέμε, α) Άργησες 4 ώρες, χλαπ χλουπ β) Δεν τρως, μιαμ κρατσ, χλουπ, γ) Στο μπουφάν έχεις μακριές τρίχες, μιαμ σλουρπ γκλάπ, δ) μυρίζω Σανέλ Νο5, μιαμ, με γυναίκα ήσουν, χλούπ χλάπ]. Το τσιγάρο του τελείωσε, έπιασε το κινητό του, σκέφτηκε να της στείλει ένα μήνυμα, αλλά όχι, θα κοιμάται σκέφτηκε, άφησε το κινητό και πήγε για ύπνο, ακολουθούμενος από τον γάτο [ Αουανχ!!!! Νύχτααααα].
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε, εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι του έφτιαξε καφέ γέμισε κροκέτες στο πιατάκι του γάτου [Πάλι καλά που μας θυμήθηκες Τι έχει τό menu??? πάλι σολομό???? τέλος πάντων κρατς μανχ χλουπ] και πήγε στο παράθυρο. Η κακοκαιρία είχε περάσει, έκανε βέβαια τσουχτερό κρύο, άλλα στον καταγάλανο ουρανό υπήρχε ένας λαμπρός ήλιος, στο στον δρόμο το χιόνι είχε λιώσει από το πέρασμα των αυτοκινήτων αλλά οι ταράτσες και οι αυλές των σπιτιών ήταν ακόμα κάτασπρες.
Με την κούπα τον καφέ στο χέρι κάθισε στον καναπέ.
Πήρε το κινητό του, και έστειλε ένα μήνυμα, μια απλή καλημέρα στην κοπέλα που με τόσο περίεργο τρόπο είχε γνωρίσει την προηγούμενη νύχτα.
Πολύ γρήγορα του ήρθε η απάντηση, και σε λίγο βρέθηκαν να μιλάνε.
Συμφώνησαν το επόμενο βράδυ που δεν είχε εκπομπή στον σταθμό να βγουν, έτσι και έγινε.
Στην αρχή πήγαν και είδαν μια θεατρική παράσταση, μετά πήγαν να τσιμπήσουν κάτι και αργότερα, βρέθηκαν σε ένα μπαράκι, να πίνουν ποτάκι και να μιλάνε.
Βρέθηκαν και άλλες φορές, αυτός δεν έχανε την ευκαιρία να την αγγίξει, να νιώσει στα ακροδάχτυλα του το βελούδινο δέρμα της, τα μεταξένια μαλλιά της, μέχρι που τέλος από την ώρα που βρίσκονταν μέχρι την ώρα που χώριζαν αυτός την κρατούσε από το χέρι, την έπαιρνε αγκαλιά με κάθε ευκαιρία και συχνά πυκνά της χάιδευε τα μαλλιά, ένιωθε την ανάγκη να το κάνει αυτό, κάτι σαν γλυκό ναρκωτικό που έπρεπε να πάρει για να μπορεί να ζει.
[Α!!!! κάθε φορά που έρχεσαι σπίτι έχεις επάνω σου ένα μάτσο τρίχες, για πρόσεχε γιατί η τύπισσα μαδάει και για να σου πω, αν την φέρεις στο σπίτι να κοιμηθεί μαζί σου, να πάτε να κοιμηθείτε στο καλαθάκι, εγώ από το κρεβάτι ΔΕΝ ΤΟ ΚΟΥΝΆΩ].
Πλησίαζε η μέρα ποίησης, σκέφτηκε να κάνει από την εκπομπή του ένα αφιέρωμα στην ερωτική ποίηση, Κάθισε στην πολυθρόνα του γραφείου του, έκλεισε τα μάτια, έφερε στο μυαλό του, την μορφή της, την αίσθηση από το άγγιγμα της την ζεστασιά, την γλυκύτητα που ένιωθε όταν ήταν αγκαλιά, την φωνή της, τα καταγάλανα μαγικά της μάτια, [σιγά θα πέσεις από την καρέκλα, ΕΕΕΕΕ!!!!! ισαααααα] με αυτά στο μυαλό του διάλεξε τα ποιήματα που θα διάβαζε [Πω πώώώώ!!! Γέμισε ο τόπος μέλια όπου και να πατήσω κολλάω, ουφ μπελάς που με βρήκε με αυτόν] βρήκε και τα ανάλογα τραγούδια, λες και θα έκανε εκπομπή μόνο για εκείνη [Σιγά τα ωά!!!!!!]
Ξεκίνησε για τον σταθμό. Όταν η εκπομπή τελείωσε, όλοι του έλεγαν ότι θα πρέπει να ήταν ότι καλύτερο είχε ακουστεί εκείνη την βραδιά, έπαιρνε συγχαρητήρια και μπράβο από όλους, κατέβηκε τις σκάλες γρήγορα, είχε ραντεβού με εκείνη σε μια ώρα και δεν έπρεπε να αργήσει, ανυπομονούσε να την συναντήσει , να την δει να την νιώσει, λίγο πριν ξεκινήσει το αυτοκίνητο του σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραίο να της αφιέρωνε την εκπομπή, να της πει ότι ήταν φτιαγμένη μόνο για εκείνη. Της έστειλε το σχετικό μήνυμα και ξεκίνησε για το σημείο του ραντεβού. Το κινητό του χτύπησε σημάδι ότι είχε έρθει ένα μήνυμα. Στο πρώτο φανάρι που σταμάτησε, έπιασε το κινητό του και διάβασε το μήνυμα: “ Σου είχα πει, τα εν οίκο μη εν δήμο, αν ήθελες να μου πεις κάτι σου είχα ζητήσει να μου στείλεις Email και εσύ, απλά δεν με σεβάστηκες. Δεν θέλω να σε δω, δεν θέλω να σου μιλήσω”.
Το μήνυμα του ήρθε ξαφνικό, αλλά την δικαιολόγησε, “απ΄ότι φαίνεται δεν άκουσε την εκπομπή, και εγώ δεν της έδωσα να καταλάβει ότι δεν είπα τίποτε για εμάς στον αέρα αλλά και πουθενά αλλού”, σκέφτηκε. Της έστειλε ένα άλλο μήνυμα που της εξηγούσε, χωρίς να πάρει απάντηση, της έστειλε και άλλο τίποτα, στο τέλος σταμάτησε δεξιά το αυτοκίνητο, περίμενε μήπως του στείλει κάτι, τέλος την κάλεσε, αυτή του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Εξαγριώθηκε της έγραψε ένα μήνυμα, που τελείωνε τα πάντα, έβαζε τέλος σε ότι πήγαινε να αρχίσει. Έκανε στροφή και γύρισε σπίτι του.
-Τι είμαι εγώ το παιχνιδάκι σου??? Ως εδώ, μουρμούριζε καθώς οδηγούσε.
[Α! Ωραία γύρισες? Πάνω που τελείωσε το φαγητό], κάθισε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση, ένα μήνυμα του ήρθε, πήρε το κινητό του, ήταν από εκείνη, του έχε στείλει ένα μήνυμα, που ήταν στην ουσία κάτι που της είχε στείλει αυτός, που της έλεγε αυτό που ένιωθε για αυτή και τελείωνε στο μήνυμά της “σιγά μη με αγάπησες...”. Δεν της απάντησε, άφησε το κινητό στην άκρη και πήρε τον γάτο του αγκαλιά [Σιγάάάάάά Μαινάάάάάά!!!! Α! Αρχίσαμε τα χάδια? Άρα χωρίσατε με την τύπισσα? Τι καλά, πάνω που ένιωθα να χάνω τα κεκτημένα μου όχι τίποτε άλλο, αλλά αυτή μάδαγε κι' όλας, αν την έφερνες εδώ θα μας γέμιζε τρίχες και άντε να καθαρίσεις. Άσε που μπορεί να είχε και ψύλλους. Θα βρείς άλλη αρκεί να μην μαδάει και να μην φορά αυτό το απαίσιο sanel no5, εντάξει???].
Την άλλη μέρα το πρωί την ώρα που ετοίμαζε τον πρωινό του καφέ, έπιασε το κινητό του. Ήλπιζε να βρει ένα μήνυμα από εκείνη που να του λέει απλά, δυο λέξεις “Ξεθύμωσες??? Εγώ ναι. Καλημέρα” ένα τόσο απλό μήνυμα, να του ανοίξει ένα δίαυλο επικοινωνίας πάλι, τίποτε όμως δεν υπήρχε, κάθε τόσο κοιτούσε το κινητό, τίποτα, τίποτα, τίποτα, [Τι το κοιτάς καλέ κάθε τόσο??? Αυτό είναι το κινητό που πήραμε τα Χριστούγεννα, ρε μπας και είσαι ερωτευμένος με το κινητό???? Έχω δει και έχω ακούσει ανωμαλίες, αλλά αυτό ξεπερνά τα όρια!!!! Μη χειρότερα!!!!].
Ο καιρός πέρασε, η εικόνα της κοπέλας όλο και θόλωνε, χανόταν από το μυαλό του, πράγματα που την χαρακτήριζαν δυσκολευόταν να τα θυμηθεί όλο και περισσότερο, η αίσθηση του αγγίγματος της είχε φύγει πια από τα δάχτυλά του, η γλυκύτητα που ένιωθε όσο ήταν μαζί είχε χαθεί και αυτή. Είχε γίνει τόσο ξένη γι' αυτόν που θα μπορούσαν να συναντηθούν κάπου και να μην την γνωρίσει. [Ωραία. Του πέρασε. Όχι τίποτε άλλο ησυχάσαμε βρε αδερφέ. Τα κεκτημένα μου δεν κινδυνεύουν πια. Θαύμα!!!!]
Ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες και αυτή, η εκπομπή του τελείωνε, ακουγόταν ένα από τα τελευταία τραγούδια. Η κοπέλα που κρατούσε τα τηλέφωνα απάντησε στην γραμμή που χτύπησε, σημείωσε κάτι σε ένα χαρτί και του το πήγε μέσα στο στούντιο.
-Είναι μια έκκληση για αίμα, του είπε, δώσε την στον εκφωνητή των ειδήσεων.
Αυτός ξετύλιξε το χαρτί και διάβασε: “ Η ............που βρίσκετε στο νοσοκομείο .....έχει ανάγκη......”
Πετάχτηκε από την καρέκλα του. Το όνομα. Το όνομά της, ήταν εκείνη.
Η εκπομπή τελείωσε, αυτός πήρε το αυτοκίνητό του, και άρχισε να οδηγεί για το σπίτι του, όμως κάποιες λέξεις άρχισαν να τριγυρνούν στο μυαλό του όλο και πιο έντονα, κάποιες λέξεις που της είχε πει, κρατώντας της τα χέρια, όταν ακόμα βλέπονταν “Θα είμαι κοντά σου. Σε ότι χρειαστείς θα είμαι εκεί, δίπλα σου. Ότι και να είναι αυτό....Εγώ θα είμαι εκεί”.
Έστριψε το αυτοκίνητο του, σε λίγο βρισκόταν στο νοσοκομείο, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του αιμοληπτικού, γεμίζοντας μια φιάλη από το πολύτιμο για αυτήν αίμα.[Τι έκανες???? πώώώώώώς???? Πάρτα Βλάκα άμα το μάθει και μας κουβαληθεί σπίτι θα την κάνω εγώ λωρίδες και εσένα θα σε αποκλειρώσω] Έφυγε από το νοσοκομείο χωρίς να μιλήσει καθόλου, σε λίγο αυτό το αίμα θα βρισκόταν μέσα της, ένα κομμάτι από αυτόν θα κυκλοφορούσε στις φλέβες της γεμίζοντάς την με ζωή.
Και όχι, αυτή δεν έπρεπε να μάθει...Όχι δεν έπρεπε να ξέρει.....
[Πάλι καλά, μη και το μάθει και αλλάξει γνώμη και μας κουβαληθεί εδώ μέσα, όχι τίποτε άλλο αλλά μην χάσω και την καλοπέρασή μου....Ααααααααχχχχχχ....Γατήσια ζωή.....
.....Αουαααααααααανχχχχχχχχ..... καλό μου ύπνο χρρρρρρρ φσσσσσσσσσ.........]

15 σχόλια:

Γλυκο-Κερασο-Ζouzouna είπε...

!!!

An-Lu είπε...

Μέγα φετίχ σου οι damsels in distress ε?!

Alexis B είπε...

γλυκοκερασοζουζουνα > ????????

an-lu > Τι πράγμα????
Ποιός ήρθε?????

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

Πολύ μάδαγε η ρου@@@να... είχε δίκιο το έρμο το ματοικίδιο...
;-)))
Καλή σου μέρα!

Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

Γλυκο-Κερασο-Ζouzouna είπε...

Με συνεπήρε παιδί μου, το όλο στόρυ. το έφερα εκεί που με βόλευε, εσύ σκηνοθέτησες κι εγώ "έπαιξα". νταξ?

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

...κατοικίδιο...σόρρυ
;-)))

genna είπε...

κράτα το ίσο, μαέστρο!!!!!!!!!!!!

ΜΜΜΜΜΜΜΜάάάάάάάάάάάάκια...

καλημέρα!!!!!!

roadartist είπε...

Μου άρεσε πολύ ο γκρίζος γάτος Περσίας!! Με τις πείνες του και τα νιαουρίσματα του.. :)
Καλημέρα Αλέξη και καλό σαββ/κο!

Alexis B είπε...

φύρδιν μίγδην > Απ΄ότι φάνηκε τελικά ναι, όλο τρίχες!!!!!
και άντε να καθαρίσεις!!!!!

Γλυκοκερασοζουζούνα > Αντελήφθην Οκ

Genna > Τό κρατάω, το κρατάω.....
Μμμμμμμμμμμμμμακια και σε εσένα

roadartist Ενας Γάτος, μα τί γάτος!!!!!!
Με πέταλα!!!!!!!

Kaveiros είπε...

Οτι γραφει,
δε ξεγραφει!

Alexis B είπε...

Κάβειρος > Έτσι είναι φίλε, δυστυχώς, τίς περισσότερες φορές ότι γράφει δεν ξεγράφει, ίσως γιατί τό θέλουμε πρώτα εμείς να μην ξεγράφει......

φεγγαραγκαλιες είπε...

εισαι φοβερος..
εισαι υπεροχος..

δεν θα ηθελα να ειμαι ο γατος σου
:)))

φιλι

Freedula είπε...

Εχω πολλά να πω, αλλά τελικά δεν θα πω τίποτα. το γιατί το ξέρεις.

marionettie είπε...

Αχ, τι τέλειο, γλυκό, ρομαντικό! Έχω κάποια κενά στην ιστορία, αλλά δεν πειράζει. Αυτό που μου έμεινε πιο έντονα είναι η έννοια, η αγάπη του και μου άρεσαν πολύ και τα σχόλια του γάτου, και η παρουσία του γάτου γενικότερα, ειδικά η αγκαλιά στο γάτο μετά που χώρισαν με την κοπέλα, γιατί είχε νόημα, ήταν μια ανάγκη. Νιααααρ! Καλη υπόλοιπη μέρα!

όλα θα πάνε καλά... είπε...

O γάτος ήταν ο καλύτερος.
Ωραία ιστορία,λίγο παραμυθένια.Όχι πως δε μπορεί να συμβαίνουν και τέτοια.Μάλλον θα έκανα το ίδιο με τον πρωταγωνιστή.